Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Τα Σαββατιάτικα

  • Η ουρά της αχλαδωτής ευτυχίας

    ...Μήπως η ευτυχία βρίσκεται σε δέκα χιλιάδες σταγόνες βροχής που θα σκοτώσουν ευπρεπώς το καλοκαίρι για να συνειδητοποιήσουμε ότι ήρθε ο Σεπτέμβρης και σε λίγο ο Οκτώβρης (χωρίς το επίμαχο για το σχολικό κολαστήριο «μ»), ώστε ο γεωργός να οργώσει το κουρασμένο από τον ήλιο χωράφι του;

    Μήπως δεν στέκομαι καθόλου καλά να νοσταλγώ τις εκθέσεις, ξανά-μανά, του Δημοτικού Σχολείου, που από τα πιο αγαπημένα μας θέματα ήταν η καθημερινότητα και η γλυκιά τρυφερή ανάσα των φθινοπωρινών μηνών; Μάλλον τα 'χω παίξει, πάντα αθεράπευτα εχθρός κάθε τεχνολογικής διευκόλυνσης (και γελοιοποίησης) και ειδικά των καλωδιωμένων επικοινωνιακών πρωταθλητών του στρες που περνιέται για life style ζωή. Δηλαδή σκατά, μετά συγχωρήσεως. Γι' αυτό στρουθοκαμηλίζω πως είμαι παρών σ' αυτή τη μαγευτική εποχή, που όλοι είναι και λίγο οικολόγοι και λίγο ανθρωπιστές και λίγο ενάντια στη χριστιανική βιομηχανία των παιδεραστών (βλ. καθολικισμός) και των λοιπών θαυμαστών που μας περικυκλώνουν. Με την αφορμή, περιττό να υπερτονίσω πόσο ανάποδα μου γύρισαν τα έντερα προχθές βλέποντας τον «Παναγιώτατο» Ανθιμο, φάτσα φόρα στη σαλονικιώτικη αντιμνημονιακή παράσταση του Αντώνη Σαμαρά. Εκείνες οι παλιές, για να επανέλθω, εκθέσεις όμως, νομίζω πως μας ασκούσαν πραγματικά στην ευαισθησία των εποχών. Και καθώς αναζητούσαμε σημειολογικά ταπεινά συμπεράσματα σαν παιδιά (βεβαίως άλλων καιρών) ανακαλύπταμε με σεβασμό τη ζωή. Την πραγματική ζωή. Ο Σεπτέμβρης ήταν ο μήνας που οι νοικοκυρές -τότε ήταν της μόδας η νοικοκυροσύνη- ετοίμαζαν το σπίτι σιγά σιγά για να υποδεχτούν τις ψυχρές όμορφες μέρες. Οι νοικοκύρηδες έπρεπε να αγοράσουν ξύλα (μιλώ κυρίως για τη βόρεια Ελλάδα, όμως αυτό ίσχυε κι αλλού) για τις σόμπες, που για να δουλέψουν καλά χρειάζονταν γενικό καθάρισμα των μπουριών και βάψιμο. Μαστοριές κάθε λογής στα σπίτια. Σπίτια κανονικά για ανθρώπους κανονικούς. Να φύγουν οι λασκαρισμένες σίτες που είχαμε τοποθετήσει για τις μύγες και τα κουνούπια, να περάσουμε μετά το στοκάρισμα λαδομπογιά, όπου ήταν απαραίτητο, να λαδώσουμε τους μεντεσέδες, να ρίξουμε κι ένα ασβέστωμα στο αποχωρητήριο. Ακολούθως το σπίτι είχε ανάγκη από τη χρήσιμη πείρα των γιαγιάδων και των θειάδων. Να μην κάνουμε κάμποσο τραχανά για τις κρύες νύχτες του χειμώνα; Στη Θράκη προτιμούσαμε τον τραχανά των λαχανικών με βάση το κολοκύθι και αρκετές καυτερές πιπεριές για να τονώνεται η λίμπιντο (που απ' όσο θυμάμαι δεν είχε ιδιαίτερη ανάγκη). Αντε, κοντά στον τραχανά να κάνουμε και γιουφκάδες (yofka στα τούρκικα ονομάζονται το φύλλο που χρησιμοποιείται στις πίτες). «Γιουφκάδες» με γάλα και αυγά λέγαμε τις χυλοπίτες. Αυτό φυσικά το έμαθα πολύ αργότερα, όταν ήδη είχα φάει στρέμματα γιουφκάδων. Κοντά στον τραχανά και τους γιουφκάδες ερχόταν και το κουσκούς που ήθελε επιδεξιότητα για να παραχθούν σωστά τα ζυμαρένια μπαλάκια του. Κι ενώ αδυνάτιζε ο ήλιος, στα μπουκάλια είχε ολοκληρωθεί η ζύμωση του σπιτικού λικέρ με βύσσινα με ούζο ή τσίπουρο και τα λοιπά μυρωδικά. Σειρά είχε ο δυόσμος. Να θεριστεί και να ξεραθεί. Επειτα ο Σεπτέμβρης, για όσους είχαν αμπέλια και κτήματα, έφερνε τον τρύγο, τον μούστο, τη μουσταλευριά, τις μουστολαμπάδες. Ποτέ δεν διευκρινίστηκε τι ρόλο ακριβώς έπαιζαν οι «μουστόγριες»! Με μια τσάντα τέλειωσα το Δημοτικό. Δερμάτινη, καφέ και αντοχής. Δεν τη ζαλωνόμασταν στην πλάτη. Την κρατούσαμε στο χέρι για να μπορούμε να τη δουλεύουμε και σαν όπλο. Καθημερινός ο πόλεμος με τσαντιές. Εντελώς απρόοπτα, πριν από μισό και πλέον αιώνα μπήκε στη ζωή μας η «στερεά μελάνη», που μας ξάφνιασε γιατί νομίζαμε ότι «στερεά» είναι μόνο η «Στερεά Ελλάδα». Κάναμε μεγάλη χαρά πιστεύοντας πως θα αποφεύγαμε, αν μη τι άλλο, το μουντζούρωμα. Λάθος. Κατάφερα να λερώσω όλα τα ρούχα μου και να περιφρονήσω τα καημένα τα μολύβια του Φάμπερ. Σήμερα, στη δύση του βίου μου ανακάλυψα πάλι τα μολύβια για την «πρώτη γραφή» του βιβλίου που ετοιμάζω, άκρως επιφυλακτικός με τα όσα συμβαίνουν. Θα δούμε.

    ...Τα «καπλαντίσματα», δηλαδή το ντύσιμο των τετραδίων και των βιβλίων με μπλε κόλλα, τα αναλάμβανε η μητέρα μου. Εγώ γκρίνιαζα γιατί κάποιοι πρωτεϊνούχοι συμμαθητές είχαν ανακαλύψει τα πλαστικά καλύμματα που τα ονομάζαμε «νάιλον»...

    Πάνω απ' όλα όμως ήταν η βροχερή φθινοπωρινή ατμόσφαιρα και η ευχάριστη μυρουδιά της αποσύνθεσης των κίτρινων φύλλων στον κήπο...

    Πεποίθησή μας ακλόνητη πως ανήκαμε ολόψυχα στην Ευρώπη κι ας μη μας φαινόταν και τόσο.

    Είχαμε όμως ευρωπαϊκότατης καταγωγής βασιλείς, ευρωπαϊκά τραγούδια στο ραδιόφωνο, είχαμε και γνωστούς που μετανάστευαν στη Γερμανία, στο Βέλγιο ή και στην ωρολογοποιό Ελβετία. Μια Ευρώπη γεμάτη καλοραμμένες καμπαρντίνες, παρντεσού «μοντγκόμερι», πολλή «Nivea» και Ρόμι Σνάιντερ για ώρα ανάγκης. Ούτε τζαμιά, ούτε πρεζάκηδες, ούτε Ταλιμπάν, ούτε οικολόγοι στην Ευρώπη. Στη Θράκη τα τζαμιά και η περίφημη «διαφορετικότητα» (τηρουμένων βέβαια των αναλογιών) αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητάς μας κι όσο για την οικολογία, σπαρταρούσε ενθουσιασμένη έξω απ' τα παράθυρά μας. Τόσο απλά, τόσο αφελώς σοβαρά και ουσιώδη. Για να κλείσω όμως αισιόδοξα, δανείζομαι πάλι κάτι από το αδημοσίευτο έπος της Σιλάνας Σαλιάγκου

    «Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά».

    «Εμπρός για νέα πετάγματα

    και ίσως να μπει μια τάξη.

    Και η μάνα Ελλάς σαν Τίμπερλαντ

    ενδόξως θα πετάξει». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
«Παραμύθι χωρίς όνομα» στην εποχή του Μνημονίου
Συνέντευξη: Μαίρη-Ελεν Νέζη
Η δική μου Κάρμεν χορεύει φλαμένκο
Χορός
Οι Κοζάκοι χορεύουν την Kalinka
Λογοτεχνία
Ο κριτικός που υπερασπίστηκε τον μοντερνισμό
Κριτική θεάτρου
Μολιέρος χωρίς νεύρο και ενθουσιασμό
Συνέντευξη: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Η χαζομάρα κάνει καλό, ιδίως όταν δεν μας κοιτάζει κανείς
Σπιναλόγκα
Μετά το Mega ήρθε και το κράτος
Κομικςοδρόμιο
Μαύρο χιούμορ με πετρέλαιο αντί για μελάνι!
Ενα παιδί με δύο πρωτιές