Έντυπη Έκδοση

«Η τέχνη κλέπτεται»

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης παρουσιάζει μια συλλογή διηγημάτων με ασυνήθιστες ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων και μιλάει για τα διαβάσματα και τα γραφτά του

«Σαν ένα παλίμψηστο που το εξετάζεις δορυφορικά, σαν έναν λαβύρινθο που τον κοιτάζεις από πάνω». Ετσι αντιλαμβάνεται ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης κάθε διήγημα που έχει στα σκαριά, απολαμβάνοντας πάντα την πάλη του με τη μικρή φόρμα. Μια φόρμα «μαγευτική, καθώς στήνεις το κείμενο λέξη λέξη σαν να γράφεις ποίημα, που θέλει γερή έμπνευση και ιδιαίτερη προσοχή στο ρυθμό, την κύμανση, την έξοδο...».

Ακόμα κι όταν είναι αφοσιωμένος σε μια μεγαλύτερη σύνθεση, ευχαρίστως κάνει ένα διάλειμμα για να επεξεργαστεί μια καινούρια ιδέα που του τριβελίζει το μυαλό. Κι από κάτι τέτοια διαλείμματα, μεταξύ 2004 και 2009, προέκυψε το «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος», μια συλλογή με είκοσι επτά σύντομα διηγήματα που κυκλοφορεί αύριο από τα «Ελληνικά Γράμματα».

Τα περισσότερα δημοσιεύονται πρώτη φορά κι είναι αρκετά εκείνα που βασίζονται σε αληθινές ιστορίες. Το περιστατικό, για παράδειγμα, με πρωταγωνιστή τον Γιάννη Υφαντή «μπορεί να μην έγινε έτσι ακριβώς, αλλά ότι συνέβη, συνέβη!». Ταξίδευε, λέει, ο ποιητής προς το Αγρίνιο, συντροφιά μ' έναν όψιμο φίλο του, έναν περπατημένο, αγριωπό νταλικέρη.

Μεταξύ ρεαλισμού και λυρισμού

Κάποια στιγμή, στη μέση του πουθενά, οι δυο άντρες αντικρίζουν ένα μίζερο καφενεδάκι, όπου χαρτόπαιζαν κάτι γέροι. Ο Υφαντής θέλει να σταματήσουν για να τους διαβάσει ποιήματα (!). Ο νταλικέρης τού κάνει το χατίρι. Μόνο που παίρνει και την καραμπίνα του μαζί, λες και το ξέρει: δίχως την απειλή του όπλου, δεν θα υπάρξει ακροατήριο...

Κάμποσες σελίδες παρακάτω, ο συγγραφέας δίνει φωνή στον Φιλώτα Μπέλλα, τον τυροκόμο που, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, άφησε τον Μανόλη Ανδρόνικο να σκάψει στο χωράφι του - αυτό όπου έμελλε να βρεθούν οι βασιλικοί τάφοι της Βεργίνας. Και τον βάζει ν' αναπολεί τι τράβηξε ο καθηγητής όταν ξεκινούσε στην περιοχή τις ανασκαφές του, όταν «οι περισσότεροι χωρικοί τον κυνηγούσανε με τις πέτρες, μέχρι και με τα τουφέκια μερικοί, γιατί φοβόντουσαν πως θα χάσουνε το βιος τους»...

Σ' άλλο διήγημα, αποκαλύπτεται η διαδρομή των δύο παιδιών που απαθανατίστηκαν στην περίφημη φωτογραφία με τα κομμένα κεφάλια του Βελουχιώτη και του Τζαβέλα - ο ένας έγινε ρεπόρτερ, ο άλλος βασανιστής της χούντας. Ενώ προς το τέλος της συλλογής, βλέπουμε ν' αναδύεται η -κάθε άλλο παρά επινοημένη- φιγούρα μιας καλλίγραμμης, φερέλπιδος δημοσιογράφου που αγνοεί ότι έγινε εμφύλιος στην Ελλάδα και που στην προτομή του Στάλιν αναγνωρίζει τον... Ελευθέριο Βενιζέλο, ενώ κατέχει διδακτορικό για το Κυπριακό!

Δεν είναι, όμως, το πραγματολογικό υλικό αυτό καθαυτό που κάνει το βιβλίο ενδιαφέρον. Το πάθος του Σκαμπαρδώνη για τη θάλασσα και για την κολύμβηση μεγάλων αποστάσεων, η αγάπη του για τη φύση και τα ζώα, ο ίλιγγος των υψηλών πτήσεων, η έλξη που του ασκούν οι λαϊκοί άνθρωποι με τον περιπετειώδη βίο, το ενδιαφέρον του γιά την Ιστορία που «διαβρώνει, αιχμαλωτίζει ή φωτίζει διαφορετικά το σήμερα», η μοναξιά αλλά και η ηθελημένη μοναχικότητα, όπως κι εκείνες οι ελάχιστες οριακές στιγμές που νοηματοδοτούν αναδρομικά την ύπαρξή μας, συνθέτουν εδώ ένα αφηγηματικό σύμπαν παιγνιώδες, υπαινικτικό, ενίοτε σουρεαλιστικό. Κι είναι «μονταρισμένο» στη συλλογή με τέτοιον τρόπο, ώστε η ειρωνεία να εναλλάσσεται με την έκσταση και ο λυρισμός με τον πιο σκληρό ρεαλισμό.

Μπροστά στο πορτρέτο του «Οδοκαθαριστή», ενός κυρίου με τα όλα του, απολύτως ευτυχισμένου με τη δουλειά του, νιώθεις να σε τυλίγει ντροπή έτσι και μεμψιμοιρείς συστηματικά. Διαβάζοντας για τη νεαρή τελωνειακό που φτάνει στο σημείο ν' αποζητά την παρέα ενός μικρού ποντικιού («Συνοδηγός με ουρά»), σφίγγεται η καρδιά σου.

Κι εκεί που χαμογελάς με την αμηχανία δύο γερόντων, προσγειωμένων στον γαλαξία των Goody's, σαν τα ψάρια έξω απ' το νερό, παγώνεις από τη βιαιότητα και την εκδικητική μανία που επιδεικνύουν κάποιοι ήρωες αναμοχλεύοντας εμφυλιακά πάθη και υποκλίνεσαι σ' εκείνους που εξερευνούν τις αντοχές τους σε μεγάλα βάθη ή εξακολουθούν να κάνουν σχέδια ενώ ψυχορραγούν.

«Η τέχνη δεν μαθαίνεται, ούτε διδάσκεται. Κλέπτεται». Ο Σκαμπαρδώνης βάζει την ακροτελεύτια φράση του βιβλίου του στο στόμα ενός παλαίμαχου καμπανοποιού. «Οντως, από καμπανοποιό την έχω ακούσει και την προσυπογράφω», λέει. «Διαβάζω τα πάντα, από Μέιλερ και Ελρόι μέχρι Μπανάνα Γιοσιμότο, κι από τους δικούς μας, παλιούς και νέους, μέχρι Λατινοαμερικάνους και Κουβανούς. Επιστρέφω στον Ροΐδη και τον Παπαδιαμάντη κι ανακαλύπτω την ποιητικότητα του πρώτου και το χιούμορ του δεύτερου, πιάνω χειρονομίες γύρω μου, αφουγκράζομαι αφηγήσεις. Κι ενσωματώνοντας σιωπηλά κάποιες τεχνικές, επιλέγοντας ό,τι μου ταιριάζει, κάτι δικό μου εκφράζω τελικά». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Τζορτζ Κλούνεϊ
«Μην παίρνετε τον εαυτό σας πολύ στα σοβαρά»
Κινηματογράφος
Ο φόβος που φέρνει κέρδος
Εγκλημα στον κήπο
Ολοι δικοί μας είμαστε;
22ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου
Η Ευρώπη των δέκα
Συνέντευξη: Ατόμ Εγκογιάν
«Αλλο το Ιντερνετ, άλλο οι ανθρώπινες σχέσεις»
Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους
Δράμα χωρίς κωμωδία
Μουσική
Ο άσωτος Μπάνι και ο Νικ Κέιβ
Οι πατριώτες της πενιάς
Μουσική παράσταση
Σάτιρα με τις μπάντες
Θέατρο
Οι καλύτερες της τάξης τους
Συνέντευξη: Γιάννης Τσίρος
Παράσταση κατά της Αρχής
1ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου Δρόμου
Αμλετ στο Θησείο, Κάρμεν στην Ερμού
Φωτογραφία
Μέσα από τα μάτια των γυναικών
Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών
ΑΣΚΤ: Ζητείται προσωπικό
Εικαστικά
Η Αρ Νουβό επιστρέφει
Βιογραφία
Μια ζωή στο κόκκινο
Εκθεση
Δεν πάμε πλατεία
Βιβλίο
«Η τέχνη κλέπτεται»