Έντυπη Έκδοση

Μια συνομιλία με το σκηνοθέτη Κρίστιαν Μουντζίου

«Επιλέγω γυναικείους χαρακτήρες γιατί οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες»

Υστερα από τη βραβευμένη το 2007 με το Χρυσό Φοίνικα των Κανών ταινία του «4 μήνες, 3 βδομάδες και 2 μέρες», ο Κρίστιαν Μουντζίου, από τους νέους Ρουμάνους σκηνοθέτες και ένας από τους βασικούς δημιουργούς αυτού που αποκαλούμε «ρουμανική άνοιξη» στον κινηματογράφο, επιστρέφει με μια νέα, το ίδιο συναρπαστική με την πρώτη του, ταινία, «Πίσω από τους λόφους», που στο περσινό φεστιβάλ των Κανών κέρδισε δύο βραβεία: καλύτερου σεναρίου και καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, βραβείο που μοιράστηκε εξίσου στις δύο πρωταγωνίστριές του, Κοσμίνα Στράταν και Κριστίνα Φλούτουρ.

Ο βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα Κρίστιαν Μουντζίου Ο βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα Κρίστιαν Μουντζίου Πρόκειται για μια ταινία βασισμένη σε αληθινή ιστορία, δυνατό σχόλιο πάνω στο καταστροφικό ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Ρουμανία αλλά και τη διαφθορά στο μετα-κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας, μέσα από την ιστορία δύο νέων γυναικών (βασισμένη σε αληθινά γεγονότα), της Βοϊτσίτα Σράταν) και Αλίνας (Φλούτουρ), που βρίσκονται σ' ένα μοναστήρι, ιστορία που καταλήγει σε τραγωδία. Στη δεύτερη συνάντηση που είχα μαζί του, μετά τους «4 μήνες...», ο 43χρονος Μουντζίου μού μίλησε για την αληθινή ιστορία που τον ενέπνευσε, για τη δύναμη σήμερα της εκκλησίας στη Ρουμανία, καθώς και για το Χρυσό Φοίνικα που κέρδισε το 2007 αλλά και αν αυτό άλλαξε καθόλου τη ζωή του.

- Η ταινία σας καταπιάνεται με τη θρησκεία. Θα λέγατε ότι αυτό είναι ένα είδος δήλωσής σας πάνω στην επικίνδυνη αύξηση του θρησκευτικού αισθήματος στη σημερινή Ρουμανία;

«Δεν πιστεύω πως το αίσθημα είναι τόσο δυνατό για να είναι επικίνδυνο. Αντίθετα, πιστεύω ότι το αίσθημα αυτό είναι πολύ επιδερμικό. Αν και η θρησκεία, τόσο στη Ρουμανία όσο και σε άλλες χώρες, έχει σήμερα μεγαλύτερη ισχύ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επειδή έχει κάποιος μια τέτοια ισχύ δεν πρέπει να έχει και ευθύνες. Αυτό που ακριβώς θέλω να πω είναι πως δεν πρέπει να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να ενεργούν απερίσκεπτα στο όνομα της θρησκείας. Επέλεξα αυτή την ιστορία γιατί μιλάει για πράγματα που συμβαίνουν σε χώρες όπου οι κοινωνίες τους είναι αδιάφορες και όταν η θρησκεία επεμβαίνει, όπως στην ιστορία αυτή, ενώ η κοινωνία προτιμά να αφήνει τα πράγματα όπως είναι, τότε μπορεί να προκαλέσει τραγωδία».

- Η Εκκλησία, όπως παρουσιάζεται στην ταινία, δεν μοιάζει να εκπροσωπεί την επίσημη Εκκλησία...

«Βασικά είναι επίσημη, η μόνη όμως ανεπίσημη πλευρά είναι εκείνη του ιερέα, που τον παρουσιάζω ως ριζοσπάστη ορθόδοξο ιερέα, που ξεπερνά και τις ριζοσπαστικές ακόμη θέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτό που μας λέει η ταινία είναι πως ο ίδιος έχει αποποιηθεί το μισθό του και είναι ενάντια στον οικουμενισμό και τονίζει πως η θρησκεία πρέπει να προστατεύσει την παράδοση. Πέρα από αυτό, είναι ένας σοβαρός παπάς που πιστεύει πως δεν χρειάζεται καμιά πολυτέλεια εκτός από του να έχεις πίστη στον Θεό. Βρισκόταν σε σύγκρουση με τις τοπικές εκκλησιαστικές αρχές εξαιτίας των ριζοσπαστικών του θέσεων. Αισθανόταν την ανάγκη να αποδείξει αυτό που πίστευε. Οταν όμως είσαι καλός χριστιανός, δεν χρειάζεται να αποδείξεις κάτι. Αυτός είχε ένα τέτοιο πρόβλημα. Η Εκκλησία κατά κάποιον τρόπο ακολουθούσε πιστά τη Βίβλο κι αυτό που ήθελε ο παπάς να αποδείξει ήταν πως δεν χρειάζεται να ακολουθείς τα πάντα με βάση τη Βίβλο».

- Βασιστήκατε σε άλλες ταινίες με παρόμοιο θέμα;

«Οχι, η ιστορία που παρουσιάζω είναι αληθινή. Είχε συμβεί το 2005 και είχε γίνει πολύ δημοφιλής. Στην ταινία μου απλώς πρόσθεσα τη σχέση αυτή του κοριτσιού με ένα άλλο. Μια μικρή τοπική εφημερίδα είχε δημοσιεύσει την περίπτωση αυτή ενός παπά σε μοναστήρι στη Μολδαβία, που είχε δέσει ένα κορίτσι σ' ένα σταυρό, την υπέβαλε σε εξορκισμό και τη βασάνισε μέχρι που το κορίτσι πέθανε. Αργότερα, μια δημοσιογράφος έψαξε να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί και κατάφερε να ρίξει κάποιο φως στην όλη υπόθεση. Τελικά, τα πράγματα φαίνεται πως ήταν πολύ πιο περίπλοκα απ' όσο φαίνονταν στην αρχή. Το σκεφτόμουν εδώ και πέντε χρόνια, παρακολούθησα τη δίκη και την καταδίκη τους. Ο παπάς αυτός, μέχρι που να καταδικαστεί ήταν ελεύθερος και μάλιστα έκανε τη νεκρώσιμη ακολουθία του κοριτσιού όταν το έθαψαν, πράγμα που μου φάνηκε πολύ παράξενο. Ποτέ αυτός ή οι μοναχές δεν θεώρησαν ότι ήταν ένοχοι. Πίστευαν πως ο θάνατός της δεν είχε καμιά σχέση με αυτά στα οποία την υπέβαλαν. Ηταν γι' αυτούς απλή σύμπτωση, μπορεί το κορίτσι να είχε κάποια προβλήματα υγείας. Τα συμπεράσματα της αστυνομίας ήταν επιφανειακά και η καταδίκη τους ήταν άδικη. Τελικά, ο παπάς αποφυλακίστηκε πριν από ένα χρόνο ενώ οι μοναχές είχαν αποφυλακιστεί νωρίτερα, αν και δεν επιτράπηκε σε κανένα τους να επιστρέψει στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η ταινία μου δεν μιλά για εξορκισμό, αλλά για τη σημερινή κοινωνία. Λέει πως τόσο η Εκκλησία όσο και η κοινωνία μπορούν να κάνουν λάθος, η μια δήθεν για το καλό όλων και η άλλη με το να αδιαφορεί».

-Τι σας άρεσε στο βιβλίο όπου στηρίχτηκε η ταινία;

«Το ότι δεν κρίνει. Μου άρεσε η θέση της συγγραφέως, προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβη, δεν προσέθεσε δικές της απόψεις ή φαντασιώσεις. Πώς μπορείς να πιστεύεις πως με το να σε δέσουν και να κάνουν προσευχές μπορούν να σε θεραπεύσουν; Ο διάβολος είναι κάτι το συγκεκριμένο. Η Εκκλησία, δυστυχώς, αντιμετωπίζει τα γεγονότα πολύ κατά γράμμα».

- Πού γυρίσατε την ταινία;

«Ηθελα να τη γυρίσω σε πραγματική εκκλησία. Πήγα στη Μολδαβία όπου βρήκα την εκκλησία, αλλά δεν ήταν τελικά δυνατό. Γι' αυτό τη φτιάξαμε στο στούντιο. Εξάλλου, ανάμεσα στα πρόσωπα στο συνεργείο όσο και στους ηθοποιούς υπήρχαν πρόσωπα που ήταν θρησκευόμενα και δεν ήθελα να τους φέρω σε δύσκολη θέση. Γι' αυτό αποφάσισα να είναι όλο σε ντεκόρ. Βρήκα ένα λόφο όχι πολύ μακριά από το Βουκουρέστι κι εκεί χτίσαμε την εκκλησία μας. Αν και συχνά ήταν πολύ δύσκολο το όλο εγχείρημα, όχι επειδή ήταν δύσκολες οι καιρικές συνθήκες αλλά γιατί ψυχολογικά είχαμε πολλές δύσκολες, ωμές θα έλεγα, σκηνές».

- Επιλέξατε ένα πολύ αυστηρό στιλ, που δεν μοιάζει με τις προηγούμενες ταινίες σας...

«Εχουν όμως πολλά κοινά σημεία, εξακολουθώ να χρησιμοποιώ μεγάλης διάρκειας πλάνα, δεν χρησιμοποιώ μουσική, δεν χρησιμοποιώ μοντάζ με τη συνηθισμένη έννοια...».

- Μου θυμίσατε κάπως το στιλ του Μπρεσόν...

«Πιστεύω ότι το στιλ είναι συνδεδεμένο με τη συγκεκριμένη ιστορία. Πρέπει να έχεις ανοιχτό μυαλό και να βρίσκεις την κατάλληλη λύση. Κουβέντιασα με το διευθυντή φωτογραφίας μου και αποφασίσαμε να τοποθετήσουμε την ιστορία στην περίοδο του χειμώνα για να δώσουμε την εντύπωση πως θα ακολουθήσει η άνοιξη, να παραμένει κάποια ελπίδα για το μέλλον μια και η ιστορία κατέληγε σε τραγωδία. Ψάχναμε για μια ατμόσφαιρα που θα ανταποκρινόταν στον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τη ζωή, αλλά ταυτόχρονα ήθελα να ισορροπήσω τις σκηνές που εκτυλίσσονταν στο μοναστήρι με σκηνές από την αληθινή ζωή. Δεν ήθελα να δείξω μόνο τη ζωή όπως τη βλέπουν αυτοί στο μοναστήρι αλλά και μέσα από τις κοινωνικές καταστάσεις στο χωριό».

- Οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο κορίτσια έχουν κάτι το πολύ αληθινό...

«Δεν έχουν καμιά σχέση με την αληθινή ιστορία. Αυτό που πήρα από την πραγματικότητα ήταν πως υπήρχε ένα κορίτσι που ήρθε από τη Γερμανία για να δει τη φίλη της που είχε γίνει μοναχή και, τρεις βδομάδες μετά, το κορίτσι πεθαίνει επειδή είχε υποβληθεί σε εξορκισμό. Το πραγματικό γεγονός ήταν για μένα ένα ατύχημα που οφειλόταν στην ανικανότητα, στην κακή επιλογή χρόνου και στην έλλειψη ενδιαφέροντος για τον άλλο. Τα κράτησα όλα αυτά στην ταινία, αλλά ήθελα επίσης να δείξω πού μπορούσε να οδηγήσει η θρησκεία σήμερα, τι συμβαίνει αν ερμηνεύσεις τη θρησκεία κατά γράμμα και τι συμβαίνει -από την άλλη πλευρά- αν αναμείξεις τη θρησκεία με τις δικές σου απόψεις. Γιατί όταν πήγανε το κορίτσι στο νοσοκομείο και εκεί τους έλεγαν πως κάτι παράξενο συμβαίνει και πως έπρεπε να τη θεραπεύσουν, ο ιερέας και οι μοναχές εξακολουθούσαν να πιστεύουν στις δικές τους θεωρίες και όχι στον κόσμο της λογικής».

- Σήμερα κυριαρχούν οι δεισιδαιμονίες;

«Ναι, δυστυχώς έχουν εξαπλωθεί επικίνδυνα. Ιδιαίτερα σε πρόσωπα που πιστεύουν πως είναι θρήσκοι. Και δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις».

- Γιατί εστιάζετε σε τέτοιους χαρακτήρες;

«Ξεκινώ από την ιστορία. Θέλω να γυρίσω κάτι που να αναφέρεται στη σύγχρονη εποχή και όχι στην κομμουνιστική περίοδο, με την οποία έχω ήδη καταπιαστεί στο παρελθόν. Δεν θέλω να ασχοληθώ μόνο με την προσωπική ερωτική ζωή των χαρακτήρων αυτών αλλά και με την κοινωνία γύρω τους. Μπορεί οι χαρακτήρες αυτοί να μοιάζουν με χαρακτήρες σε παλιότερες ταινίες μου, αλλά οι καταστάσεις και οι σχέσεις είναι διαφορετικές. Διερωτώμαι, γιατί ασχολούμαι με γυναικείους, βασικά, χαρακτήρες. Η απάντηση νομίζω πως βρίσκεται στο γεγονός ότι καταπιάνομαι με ηθικά θέματα της κοινωνίας και με πρόσωπα που καταπιέζονται, συνήθως οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες και είναι θύματα ανδρικής καταπίεσης. Ετσι, όταν καταπιάνομαι με τέτοια θέματα τότε επιλέγω γυναίκες για τους κύριους χαρακτήρες».

- Και οι σχέσεις φιλίας ανάμεσα στις γυναίκες;

«Η σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές γυναίκες δεν είναι απλά σχέσεις φιλίας, είναι κάτι παραπάνω, κάτι πιο δυνατό που τις συνδέει. Είναι η σχέση εκείνη όταν δεν έχεις οικογένεια, όταν υπάρχει στον κόσμο μόνο ένα άτομο που σε αγαπά και τότε η σχέση αυτή γίνεται πολύ πιο δυνατή. Επρεπε να δείξω την εγκατάλειψη όταν είσαι παιδί και πώς αυτή η εγκατάλειψη τελικά σε κάνει να συμπεριφέρεσαι και να αντιδράς με αυτό τον τρόπο. Δεν χάνεις απλώς ένα φίλο, αλλά το μοναδικό πρόσωπο που σε αγαπά και γι' αυτό θέλεις να του δείξεις ότι τον αγαπάς και ότι είσαι έτοιμος να αγωνιστείς γι' αυτόν αν χρειαστεί. Μπορεί να είσαι θρήσκος ή όχι, αυτό δεν έχει σημασία».

- Η ταινία διαρκεί δυόμισι ώρες, κάτι το ασυνήθιστο για ταινία σας...

«Θέλησα να δώσω όλα όσα έχουν σχέση με την κοινωνία και πώς αυτά τις κάνουν να συμπεριφέρονται έτσι. Εκανα διάφορες έρευνες γύρω από τη μετανάστευση και γύρω από τον τρόπο που σταδιακά η κοινωνία επεμβαίνει. Είχα ένα σενάριο 240 σελίδων και γύρισα όλες τις σκηνές με τη χρονική αλληλουχία τους για να μπορούν οι ηθοποιοί να ακολουθήσουν την ψυχολογία των χαρακτήρων. Είχα μια πολύ σημαντική σκηνή με τον αδερφό της, αλλά και τις σκηνές στο ορφανοτροφείο και όσα επηρέασαν τη ζωή τους, αλλά τις αφαίρεσα. Ο χρόνος στον κινηματογράφο κυλάει διαφορετικά από ό,τι στο μυθιστόρημα, γι' αυτό χρησιμοποιώ πλάνα μεγάλης διάρκειας».

- Ο Χρυσός Φοίνικας, που κερδίσατε, σας βοήθησε καθόλου;

«Οχι, δεν βοήθησε στην επόμενη ταινία μου. Κάθε φορά που γυρίζεις ταινία αρχίζεις από την αρχή. Δεν ξέρεις αν θα ξαναβρείς την ιστορία, την ενέργεια και την ελευθερία που χρειάζεσαι. Το θαυμάσιο είναι πως αν καταφέρεις να τελειώσεις την ταινία, τότε αυτή θα προσελκύσει το ενδιαφέρον που περιμένεις. Ο κόσμος φαντάζεται πως επειδή έχεις κερδίσει το Χρυσό Φοίνικα η επόμενη ταινία σου θα είναι πολύ καλή. Δεν είναι έτσι. Πρέπει να τους πείσεις πως έφτιαξες μια καλή ταινία. Βέβαια, αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι την πίεση. Υπάρχουν σκηνοθέτες που φτιάχνουν πολύ καλές ταινίες αλλά δεν έχουν κερδίσει το Χρυσό Φοίνικα. Εγώ δεν συμμετείχα στο φεστιβάλ για να κερδίσω κι άλλο Φοίνικα. Αλλά ήθελα η ταινία μου να είναι στο διαγωνιστικό τμήμα, γιατί αυτό θα βοηθήσει στη διανομή της».

- Στη χώρα σας η ταινία αντιμετώπισε προβλήματα εξαιτίας του θρησκευτικού θέματος;

«Οχι, αλλά το πρόβλημα είναι πως δεν έχουμε αρκετό κοινό που να βλέπει αυτές τις ταινίες. Δυστυχώς, το κοινό σήμερα προτιμά το εύκολο αμερικανικό σινεμά. Είχαμε μικρές αίθουσες που πρόβαλλαν ταινίες από τις ανατολικές χώρες και μπορούσαμε να δούμε ταινίες από την Τσεχία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Ρωσία, και μερικές από τη Γαλλία. Τώρα γεμίσαμε με το αμερικανικό προϊόν και με τις διάφορες αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές οι μικρές αίθουσες εξαφανίστηκαν και γεμίσαμε με τα multiplex που προβάλλουν μόνο εμπορικές αμερικανικές ταινίες. Ταινίες συνήθως σαν τις δικές μου δεν έχουν μεγάλη επιτυχία αν και, αυτή εδώ, εξαιτίας του θέματός της, τράβηξε ένα μεγαλύτερο κοινό. Αλλά το κοινό σήμερα στρέφεται σ' έναν κινηματογράφο που προσφέρει απλώς ψυχαγωγία».

- Οταν ξεκινήσατε, είχαν ξεκινήσει και άλλοι νέοι Ρουμάνοι σκηνοθέτες με ταινίες που καταπιάνονταν με σύγχρονα θέματα. Δημιουργήσατε ένα είδος νέου κύματος, μια «ρουμανική άνοιξη». Συνεχίζει να υπάρχει αυτή η άνοιξη;

«Εσείς πώς το βλέπετε; Το ότι ταινίες μας προβάλλονται στις Κάνες και σε άλλα φεστιβάλ, δεν είναι δείγμα πως συνεχίζουμε; Οι τέσσερις - πέντε σκηνοθέτες που ξεκίνησαν μαζί μου συνεχίζουν σήμερα να γυρίζουν ταινίες, γι' αυτό θα έλεγα πως η άνοιξη αυτή που αναφέρατε συνεχίζεται. Αυτό που χάθηκε είναι η έκπληξη. Ισως ο κόσμος να κουραστεί κάποια στιγμή, αλλά οι σκηνοθέτες που έχουν να εκφράσουν κάτι το προσωπικό θα παραμείνουν».

- Συνδέεστε μεταξύ σας;

«Ναι, αν και όχι με όλους. Πίνω καφέ κάθε πρωί με τον Κορνήλιου Πορουμπόιου, συζητούμε για κινηματογράφο, σχολιάζουμε τα σενάριά μας. Αλλά προσπαθώ να βοηθήσω και νεότερους σκηνοθέτες που χρειάζονται βοήθεια. Αλλά δεν είμαστε σαν κάποια ομάδα που λέει: "ας κάνουμε κάτι μαζί". Δεν λειτουργούμε έτσι».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Σχετικά θέματα: Κινηματογράφος
Οχι στον Πινοσέτ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Μάινχοφ, ο Λένον της RAF
Είμαστε σκάρτοι από κούνια
Εικαστικά
Κάθε μέρα, αίνιγμα
Κινηματογράφος
«Επιλέγω γυναικείους χαρακτήρες γιατί οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες»
Οχι στον Πινοσέτ
Μουσική
Κάτι ράγισε και μπήκε φως
Βιβλίο
Πρόσφυγας και γκασταρμπάιτερ
Ενα μυθιστόρημα ως ποίημα
Ο Ελληνας μετανάστης χωρίς μελοδραματισμούς
Ενεργοί οι πολίτες
Ο εαυτός μας από απόσταση
Λογοτεχνία
Η επί του Ορους ομιλία
Επίσκεψη από τον Μάρκο Μπόλαρη *
Άλλες ειδήσεις
Αληθεινός σε πρώτο πρόσωπο
Ολα για μια παραστεκάμενη
Το αηδόνι και ο χρυσαετός