Έντυπη Έκδοση

Μέσω του Φρόυντ, πέρα από τον Φρόυντ

Melani Klein

Φθόνος και ευγνωμοσύνη και άλλα κείμενα

εισαγωγή: Hanna Segal

μτφρ.: Ελεάννα Πανάγου

επιμ.: Θαν. Χατζόπουλος

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 392, 27 ευρώ

Η Μέλανι Κλάιν δεν είναι αυτό που θ' αποκαλούσαμε χαρισματική συγγραφέας. Δεν έχει, ας πούμε, τη λαμπρή πρόζα τού Φρόυντ, που οφείλει μεγάλο μέρος της έλξης της στους τρόπους του αστυνομικού μυθιστορήματος, ούτε τις έξοχες γλωσσικές φωτοσκιάσεις του Ρ. Λαινγκ με όλο το ρομαντικό ποιητικό τους φορτίο, ούτε τη φαντασμαγορική ρητορεία του Ζ. Λακάν, που αγγίζει ενίοτε τα όρια γλωσσικής ταχυδακτυλουργίας· γράφει μάλλον πεζά και τεχνικά, χειρίζεται μια πολύ συγκεκριμένη ψυχαναλυτική ιδιόλεκτο που διανθίζεται μόνο από τις ευαίσθητες κλινικές της περιγραφές (κυρίως παιδιών) και, κατά πάσα πιθανότητα, η πρόζα της παρουσιάζεται κάπως απροσπέλαστη έξω από τους ψυχαναλυτικούς κύκλους.Η ίδια δεν έγραψε άλλωστε πολλά βιβλία· πάνω απ' όλα υπήρξε μια εμπνευσμένη κλινικός, με ορισμένες βαθύτατες ενοράσεις που επρόκειτο να αναπροσανατολίσουν ριζικά τη φροϋδική ψυχανάλυση, τις οποίες βιάστηκε να καταγράψει χωρίς ιδιαίτερη θεωρητική φροντίδα σε μια σειρά βαρυσήμαντα άρθρα. Μολονότι κάποια από αυτά δημοσιεύτηκαν αυτοτελώς σε σχήμα βιβλίου, δεν έγραψε παρά ένα μόνο πραγματικό βιβλίο: την Ψυχανάλυση των παιδιών (1932).1

Ο τόμος αυτός, που κυκλοφόρησε προσφάτως, περιέχει πέντε όψιμα -μεταπολεμικά- δοκίμια της ψυχαναλύτριας, μεταξύ των οποίων την τελευταία σημαντική συμβολή της: το επίμαχο «Φθόνος και ευγνωμοσύνη» (1957), που δίνει και τον τίτλο του βιβλίου. Ολα προήλθαν από τις διαμάχες στο πλαίσιο της βρετανικής ψυχαναλυτικής σκηνής (όπου η Μ. Κλάιν ήταν εγκατεστημένη από το 1926), κυρίως την αντιπαράθεσή της με την Αννα Φρόυντ που δίχασε σε μεγάλο βαθμό και τους βρετανούς αναλυτές, και παρουσιάζουν γενικά συμπυκνωμένες εννοιακές επεξεργασίες με ελάχιστη χρήση κλινικού υλικού. Η Κλάιν εδώ σμιλεύει και εκλεπτύνει προηγούμενες και γνωστές θέσεις της, μερικές φορές προς κατευθύνσεις που βρήκαν δύσκολο να ακολουθήσουν ορσμένοι από τους οπαδούς της. Αρκετά απ' αυτά τα γραπτά, ιδίως όμως το τελευταίο και βαρυσήμαντο, μπορούν να διαβάζονται ως η αντίστοιχη «μεταψυχολογία» της.

Η Μέλανι Κλάιν (1882-1960) άνοιξε τον προσωπικό της δρόμο στη φροϋδική ψυχανάλυση μέσα από έναν εστιασμό στις πρώιμες βαθμίδες ανάπτυξης της λίμπιντο (στοματική, πρωκτική, φαλλική/γενετήσια), υπερβαίνοντας τον αδρομερή και κάπως σχηματικό τρόπο με τον οποίο τις είχε σχεδιάσει ο Φρόυντ· προς αυτή την κατεύθυνση, αξιοποίησε εν πολλοίς τις ιδιαίτερες επεξεργασίες του Καρλ Αμπραχαμ για τη στοματική βαθμίδα αλλά και βασίστηκε στην προσωπική της κλινική εμπειρία με πολύ μικρά παιδιά. Ετσι, όχι μόνο τα «στάδια» πολλαπλασιάζονται με την επισήμανση υπο-φάσεων και λεπτών τροπικοτήτων, αλλά και μετατίθενται από εξελικτική άποψη πολύ νωρίτερα, πριν από τον πρώτο χρόνο της ζωής, ενώ εμφανίζονται να «ανοίγουν» το ένα μέσα στο άλλο και όχι σε μια καθαρή, ιδεοτυπικά σχεδιασμένη διαδοχή. Εκτός των άλλων, αυτό είχε ως συνέπεια και μια μετατόπιση από τον έμμονο πατροκεντρισμό που διαποτίζει τον Φρόυντ, αφού τα κρίσιμα γεγονότα για την αποκρυστάλλωση του ψυχισμού, ακόμη και η έναρξη του οιδιπόδειου, εντοπίζονται σε μια εποχή πριν από τη διαμόρφωση ενός διακριτού εγώ και οπωσδήποτε πριν από την ανάπτυξη γλώσσας, όπου μοναδική αναφορά του βρέφους είναι η μητέρα - όχι ως διακριτό πρόσωπο αλλά ως σώμα-περιβάλλον, εν σχέσει προς το οποίο δεν έχει ακόμη εδραιώσει μια δική του ταυτότητα. Ο αστερισμός των επιμέρους αντικειμένων -που είναι στην πραγματικότητα κομμάτια του σώματος της μητέρας- και οι επενδύσεις επιθυμίας, αγάπης, φόβου ή μίσους προς αυτά θέτουν σε λειτουργία μια σύνθετη διαδικασία προβολικών ταυτίσεων, μέσω των οποίων ακριβώς απαρτιώνεται (ή όχι) ένας τελικός «εαυτός».

Η Κλάιν επεξεργάστηκε επιπλέον την ιδέα ενός διπόλου «θέσεων» που τέμνει εγκάρσια τα εξελικτικά στάδια της λιμπιντικής οργάνωσης: είναι η λεγόμενη παρανοειδής (και αργότερα παρανοειδής-σχιζοειδής) θέση και η καταθλιπτική θέση. Τις ονομάζει «θέσεις» επειδή ακριβώς δεν περιορίζονται στα πρωιμότερα στάδια της ζωής, στα οποία έχουν την καταγωγή τους, αλλά επανεμφανίζονται σε διάφορες φάσεις της παιδικής ηλικίας αλλά και του ενήλικου βίου. Η σύλληψή τους προκύπτει εμφανώς από τη φαινομενολογία του μανιοκαταθλιπτικού κύκλου· η Κλάιν εν πάση περιπτώσει τα βλέπει ως, από τη μία πλευρά, έξαρση των επιθετικών-διωκτικών φαντασιώσεων προς το αντικείμενο, η οποία διχάζει αμυντικά το ίδιο το αντικείμενο και αναπόφευκτα, μέσω των προβολικών ταυτίσεων, και τον υπό διαμόρφωσιν «εαυτό» (παρανοειδής-σχιζοειδής θέση) και, από την άλλη πλευρά, ύφεση της επιθετικότητας και του διωκτικού άγχους που επιτρέπει, μέσω διαδικασιών φαντασιακής επανόρθωσης και αποκατάστασης, την αποκλιμάκωση της αμφιθυμίας, την ενοποίηση του αντικειμένου και, κατ' επέκτασιν, μία σχετική απαρτίωση του εαυτού, η οποία εν συνεχεία επιτρέπει την είσοδο σε βιώσιμες σχέσεις με πραγματικά άλλα πρόσωπα - και βεβαίως την απαρχή μιας μεστής νοήματος συμβολοποίησης (καταθλιπτική θέση). Γι' αυτό και η επεξεργασία της καταθλιπτικής θέσης είναι τεράστιας σημασίας για την ψυχική ωρίμανση: για την Κλάιν είναι, ουσιαστικά, το όριο ανάμεσα στην ψύχωση και την «υγιή» νευρωτική συγκρότηση.

Στα δοκίμια που έχουμε μπροστά μας -«Σχόλια για κάποιος σχιζοειδείς μηχανισμούς» (1946), «Για τη θεωρία του άγχους και της ενοχής» (1948), «Μερικά θεωρητικά συμπεράσματα σχετικά με τη συγκινησιακή ζωή του βρέφους» (1952) και «Για την ταύτιση» (1955)- η ψυχαναλύτρια ανασχεδιάζει με όλο και περισσότερες λεπτομέρειες τις κοσμογονικές διεργασίες που συντελούνται πριν από τη μετάβαση στην καταθλιπτική θέση, από τις οποίες εξαρτάται η επιτυχής επεξεργασία της. Αποσαφηνίζεται η έννοια της «προβολικής ταύτισης» ως του πλέον αρχέγονου αμυντικού μηχανισμού, περιγράφονται οι διαδικασίες σχιζοειδούς διχασμού μέσ' από το αγωνιώδες παιχνίδι ενδοβολών-προβολών, προσδιορίζονται οι διαφορές ανάμεσα σε διχασμό και απώθηση και, κατά κάποιον τρόπο στη θέση του ελλείποντος κλινικού υλικού, ανιχνεύονται πολλές από αυτές τις διαδικασίες σε ένα μυθιστόρημα (If Ι were you του Julien Green). Συστηματικά η συγγραφέας στην αφετηρία κάθε πραγμάτευσης επανεκκινεί μια συζήτηση με τον Φρόυντ, τροποποιεί κριτικά θέσεις και διατυπώσεις του και, σε μία τουλάχιστον περίπτωση, έρχεται σε μετωπική αντιπαράθεση μαζί του: πρόκειται για τη φύση του λεγόμενου «άγχους θανάτου», το οποίο η Κλάιν θεωρεί ότι δεν είναι μια απλή μετάθεση του άγχους ευνουχισμού αλλά έχει αυτοτελή, προγενέστερη ύπαρξη (η οποία ενδεχομένως καθορίζει και τον τρόπο που θα βιωθεί το άγχος ευνουχισμού). Αυτό μας φέρνει ακριβώς στην καρδιά του τελευταίου της δοκιμίου και των καινοτομιών που εισάγει εκεί.

Για να το πω όσο πιο σύντομα γίνεται, η ψυχαναλύτρια εδώ προτείνει την έννοια του φθόνου ως ισοδύναμο της ενόρμησης θανάτου στον ύστερο Φρόυντ. Αντιπροσωπεύει μια μορφή καταστροφικότητας η οποία δεν προκύπτει ευλόγως από τη ματαίωση, άρα επηρεάζεται ελάχιστα από πραγματικές εμπειρίες στέρησης ή εκπλήρωσης. Ενσαρκώνει την πρωταρχή όλων των καταστροφικών ορμών προς το αντικείμενο - άρα και όλων των μορφών άγχους καταδίωξης που προκύπτουν από την προβολή τής καταστροφικής παρόρμησης στο ίδιο το αντικείμενο. Διακρίνεται από τη ζήλια κατά το ότι η τελευταία, τριμερίζοντας -«οιδιποδειοποιώντας»- τους όρους, στρέφει όλη την καταστροφικότητα προς τον αντίζηλο, διασώζει όμως το ίδιο το αντικείμενο, το οποίο τοποθετείται σε θέση αγάπης (επιθυμίας)· από τη θέση της ζήλιας, δηλαδή, διαδικασίες επανόρθωσης και απαρτίωσης παραμένουν δυνατές, πράγμα που δεν ισχύει στην περίπτωση του φθόνου. Ο φθόνος είναι επίσης υπεύθυνος για την αρνητική θεραπευτική αντίδραση, που αντιπροσωπεύει το σοβαρότερο εμπόδιο, ίσως και ανυπέρβατο όριο, στην ψυχαναλυτική θεραπεία.

Καταλαβαίνει κανείς, ωστόσο, ότι μια τέτοια τοποθέτηση γεννάει ένα θεμελιώδες μεταψυχολογικό ερώτημα: Ποια είναι η καταγωγή αυτού του στοιχείου; Γιατί ο φθόνος αλλού εμφανίζεται χαμηλής έντασης, αλλού, εξαιρετικά υψηλής, και αλλού τόσο θυελλώδης ώστε προδιαγράφει την πλέον καταστροφική ψυχωσική έκβαση; Είναι βέβαια και το δυσκολότερο ν' απαντηθεί. Σε αυτό το σημείο η Κλάιν αναγκάζεται να μιλήσει, όπως και ο Φρόυντ, για «ιδιοσυστασιακούς παράγοντες»· ό,τι και αν σημαίνει αυτό, υπονοεί μια κληρονομιά διαφορετικής τάξεως -βιολογικής;-, η οποία δεν είναι περαιτέρω αναλύσιμη με ψυχολογικά, και ιδίως ψυχαναλυτικά μέσα. Βεβαίως, είναι μια πιθανότητα που ποτέ δεν μπορεί ν' αποκλειστεί. Ωστόσο υπάρχει ακόμη ένα πεδίο αδιερεύνητο από την παραδοσιακή ψυχανάλυση, το οποίο έχει αρκετά μυστικά ν' αποκαλύψει, πιστεύω, πριν προσφύγει κανείς στον μπαλαντέρ της «βιολογίας» (ή της γενετικής μηχανικής, που είναι η εκδίκηση του θετικισμού στις μέρες μας...). Η Μέλανι Κλάιν, μαθήτρια επίσης του Φερέντσι, αποκαλύπτει μια φευγαλέα ενόραση αυτού στην παρακάτω δήλωσή της - έστω και με τάση ρητορικού αποκλεισμού: «Είχα πολλές ευκαιρίες στην αναλυτική μου εργασία να ανακαλύψω την απαρχή της διαμόρφωσης του χαρακτήρα σε παραλλαγές εγγενών παραγόντων. Εχουμε πολλά να μάθουμε ακόμα για τις πριν από τη γέννηση επιρροές· ακόμη όμως και μεγαλύτερη γνώση γι' αυτές δεν θα μας αποσπούσε από τη σπουδαιότητα έμφυτων στοιχείων για τον καθορισμό της ισχύος των εγώ και των ενστικτικών ορμών» (σελ. 345, υπογράμμιση δική μου).

1. Ελλ. έκδ. Πύλη (Αθήνα 1979), μτφρ.: Μαρίνα Λώμη. Κυκλοφορούν επίσης δύο άρθρα των Melani Klein και Joan Riviere σε κοινό τόμο με τίτλο Αγάπη και μίσος. Η ανάγκη της επανόρθωσης, μτφρ.: Ελένη Τζελέπογλου (Ανδρομέδα, Αθήνα 1981).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Το σύντομο χρονικό της αιωνιότητας
Οσο διαρκεί μια νύχτα
Τουρισμός στον Αδη
Τι θα είχε να πει ο Δάντης σήμερα;
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Το σύντομο χρονικό της αιωνιότητας
Οσο διαρκεί μια νύχτα
Τουρισμός στον Αδη
Μέσω του Φρόυντ, πέρα από τον Φρόυντ
Τι θα είχε να πει ο Δάντης σήμερα;
Κλασική μουσική
Ο πάγος πάνω από το σκοτάδι
Από τις 4:00 στις 6:00
Η κόπωση και η επιρροή της στο τραγούδι
Πιστός στις μουσικές ρίζες του
Άλλες ειδήσεις
Διαλεκτικές φαντασίες για βιβλία ανέμελων παρατηρητών
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς