Έντυπη Έκδοση

Το έκτο βιβλίο του Ντίνου Οικονόμου

Συνωμοσίες επί χάρτου χωρίς άλλοθι

Ντίνος Οικονόμου

Το σπασμένο τακούνι

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 285, ευρώ 19,17

Γι' αυτό δρασκελίζοντας το κατώφλι των εκδόσεων τον υποδέχεται η βαριεστημένη συγκατάβαση της κοπέλας στην είσοδο, ενώ όταν ανεβαίνει στο γραφείο του τρομερού εκδότη ξέρει πως το ρίγος της αμηχανίας θα είναι το πιο ανώδυνο απ' όσα θα του συμβούν. Τις κακές ημέρες θα χρειαστεί να περάσει και από τον προθάλαμο του εκδοτικού κολαστηρίου, το γραφείο του καθ' ύλην αρμόδιου της ελληνικής πεζογραφίας, πολύ εφιαλτικότερου από το μεγάλο αφεντικό. «Φήμες ήθελαν να έχει φάει το μαύρο σκοτάδι» κάποιον που τον παρέκαμψε και ο Κώστας Αλεξάνδρου δεν θα είχε ποτέ το κουράγιο να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκειά του. Αντιλαμβάνεται πως δεν συνιστά παρά ένα ελαττωματικό προϊόν, προς το οποίο ο μεγαλόσχημος εκδότης Σίγμα διατηρεί μια εξαιρετικά επίφοβη ανοχή, αναμένοντας το θαύμα, το αδόκητο ευπώλητο του συγγραφικού παρία, που θα δικαίωνε επιτέλους τη γενναιόψυχη στάση του. Μέχρι τότε ο Αλεξάνδρου ήταν υποχρεωμένος να υφίσταται τον Σίγμα, ο οποίος συρρίκνωνε με το βλέμμα τις διαστάσεις του συνομιλητή του και τσάκιζε την αυτοκυριαρχία του με διαλεγμένες εκφράσεις «ξετσίπωτου κυνισμού», προτιμότερες σαφώς από το τοξικό ύφος του πρωτοπαλίκαρού του. Διότι «μια βουρδουλιά είναι λιγότερο επώδυνη από το νυγμό μιας βελόνας».

Ο κεντρικός ήρωας του έκτου κατά σειρά βιβλίου του Ντίνου Οικονόμου (γενν. 1938), μολονότι έχει επίγνωση της υστέρησής του ως συγγραφέα, κατακυρωμένης άλλωστε από αδιάψευστα αριθμητικά πειστήρια, φροντίζει να επιστρατεύει έναν μηχανισμό αυτοάμυνας, προκειμένου να μην κατακρημνιστεί στα Τάρταρα η ματαιοδοξία του, το κατεξοχήν εχέγγυο συγγραφικής ευδίας. Πείθει συνεπώς τον εαυτό του πως δεν είναι παρά το «τριτεύουσας διαλογής πιόνι στη σκακιέρα του Σίγμα», μια σκακιέρα, όμως, που πάνω της εκτυλίσσεται ένα στημένο, βρόμικο παιχνίδι. Οσο για το ακανθώδες ζήτημα των θλιβερών πωλήσεων των βιβλίων του, θεωρούσε πως αφενός ήταν απότοκο σκιωδών προτεραιοτήτων, που ευνοούσαν τους εκλεκτούς του οίκου, και αφετέρου καταλόγιζε την ευθύνη στο «μαλακισμένο κοινό, που εκχώρησε σε διεφθαρμένους το δικαίωμά του να κρίνει». Στη συλλογιστική του ο παραγκωνισμένος γραφιάς εκλάμβανε ευλόγως ως δεδομένες τις υψηλές επιδόσεις της γραφίδας του. Η παραθεώρηση αυτών των επιδόσεων σε καμία περίπτωση δεν έθετε υπό αμφισβήτηση την αξία τους. Αντιθέτως, καταδείκνυε την αχρειότητα που είχε διαβρώσει εκ θεμελίων την αγορά βιβλίου. «Αλλο να ξέρεις να γράφεις κι άλλο να περνάει το γραπτό σου στην αγορά. Υπάρχει απόσταση». Πολλές παραγνωρισμένες αξίες της συγγραφής θα υπερθεμάτιζαν στεντορείως. Ο Κώστας Αλεξάνδρου μοιάζει αναγκασμένος να γράφει στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας, όπου υπήρχαν απ' όλα, «κλίκες, παραμάγαζα, παρέες, νταβατζήδες, αναξιοκρατία, νεποτισμός, πολιτικοσεξουαλικοί ρατσισμοί».

Παρά την απελπιστική αφέλεια αυτών των θεωριών συνωμοσίας, που καλά κρατούν στα μυαλά των απανταχού αδικημένων, το μυθιστόρημα του Οικονόμου έχει πλάκα. Αν κανείς προσπαθήσει να μη σκέφτεται πως εν τω βάθει ο συγγραφέας παίρνει μάλλον στα σοβαρά τις παρακρούσεις του ήρωα, θα βρει την κακοπάθεια του τελευταίου αρκετά διασκεδαστική. Η περιπέτειά του δρομολογείται τη στιγμή που ο Σίγμα τού αναθέτει τη συγγραφή ενός διηγήματος, για να περιληφθεί σε συλλογικό τόμο με αστυνομικές ιστορίες. Η πρόταση θα ήταν κολακευτική, αν δεν συνοδευόταν από προθεσμία τριών ημερών. Ο Αλεξάνδρου αισθάνεται και πάλι πως το σύστημα τον εμπαίζει. Και θα επέστρεφε αμαχητί στην αφώτιστη γωνιά του στον εκδοτικό οίκο, αν δεν εμφανιζόταν αίφνης μπροστά του ένας Ινδός από μηχανής θεός. Ο Ιγενγκάρ τού προσφέρει το διήγημα, που εκείνος δεν θα προλάβαινε ποτέ να γράψει. Ο Ινδός είχε υποκλέψει το διήγημα από τη συλλογή ενός συμπατριώτη του, τη μετάφραση της οποίας είχε αναλάβει για τον Σίγμα. Αλλά αυτό αποκαλύπτεται στις τελευταίες σελίδες ως μέρος μιας πολύπτυχης απάτης, που καθιστά τους πάντες στο βιβλίο συνένοχους. Ωστόσο, προτού διασταυρωθούν τα ανίερα σχέδια του κάθε μυθοπλαστικού προσώπου, ο Αλεξάνδρου φαντασιώνεται περιχαρής δόξες και τιμές, έστω και στις πλάτες ενός άγνωστου συγγραφέα, περιφρονημένου στην πατρίδα του, όπως και ο ίδιος στη δική του. Για κάποιο δυσεξήγητο λόγο πιστεύει πως η συμμετοχή του στη διηγηματογραφική συλλογή θα εκτινάξει τις συγγραφικές μετοχές του στα ύψη. Εξίσου, αν όχι πολύ περισσότερο, περίεργη φαίνεται η επαλήθευση αυτής της πίστης. Προφανώς στα εκδοτικά ήθη, που κατοπτεύει το μυθιστόρημα του Οικονόμου, τα διηγήματα χαίρουν μεγάλης υπολήψεως, σε αντίθεση με τη χλιαρή έως ανύπαρκτη που αποσπούν στην αληθινή ζωή. Πάντως το χειρότερο για τον ήρωα, επιρρεπή, ούτως ή άλλως, σε μεγαλομανείς ψευδαισθήσεις, είναι πως η λαθροχειρία τον κάνει να βλέπει τον εαυτό του «σαν πυρήνα αντίστασης εναντίον της κλίκας του Σίγμα και των ομοίων του, τον ανίερο και επιζήμιο τελικά παραγοντισμό τους, που λειτουργούσε σε βάρος αρχών και ποιότητας».

Παράλληλα, το ξένο διήγημα, για την ποιότητα του οποίου δεν αμφέβαλε διόλου (βέβαιος ταυτόχρονα πως θα μπορούσε και ο ίδιος να γράψει κάτι ισάξιο, αν διέθετε τα αναγκαία χρονικά περιθώρια), τον παρασύρει σε ονειροπολήσεις ενός περίλαμπρου συγγραφικού μέλλοντος.

«Το πιο ωραίο ήταν ότι θα είχε χεσμένους τον Σίγμα, τους κριτικούς και τις κλίκες, αν και το πιθανότερο θα ήταν να τον πνίξουν στην αγκαλιά τους με σκοπό να τον κάνουν εξάρτημα του συστήματος».

Τα πράγματα, ως γνωστόν, δυσκολεύουν όταν μπαίνει στη μέση μια γυναίκα, επί του προκειμένου η κόρη τού Σίγμα, το σπασμένο τακούνι της οποίας σημαδεύει το πεπρωμένο του Αλεξάνδρου με τρόπο ασύγκριτα πιο καθοριστικό απ' ό,τι τα βιβλία. Η γνωριμία του μαζί της γίνεται η αφορμή για να εξυφάνει στο μυαλό του μια απάτη που θα διασφάλιζε τη συγγραφική του αναγνώριση. Χάρη στην κόρη τού εκδότη αποκτούσε πρόσβαση στο τυπογραφείο, γεγονός που θα του επέτρεπε να αφαιρέσει πριν από την εκτύπωση της διηγηματογραφικής συλλογής το δικό του πεζό, αφήνοντας απείραχτα στη θέση των περιεχομένων το όνομά του και τον τίτλο του διηγήματος. Το σκάνδαλο που θα προέκυπτε θα τον έκανε αυτομάτως γνωστό, καθώς, όπως ξέρουμε, όλοι έχουν στραμμένα τα μάτια τους στο χώρο του βιβλίου, καιροφυλακτώντας για στραβοπατήματα ησσόνων συγγραφέων και παραχαραγμένα χειρόγραφα. Ωστόσο, η βέβαιη δόξα του ήρωα αναχαιτίστηκε από την παρουσία της γυναίκας με το σπασμένο τακούνι, που τον έκανε να «σπάσει» την πιο κρίσιμη ώρα.

Αφήνοντας κατά μέρος τις σποραδικές εκφραστικές αστοχίες, όπως αυτή στο παραπάνω παράθεμα σχετικά με τον παραγοντισμό του Σίγμα, παρατηρούμε πως ο Οικονόμου φάνηκε σε κάποια σημεία απρόσεχτος. Για παράδειγμα, το δάνειο διήγημα «Σκάκι για ένα ζητιάνο και μια παστρικιά», γίνεται στη σ. 70 «Σκάκι ανάμεσα σ' ένα ζητιάνο και μια παστρικιά». Παρομοίως μετονομάζεται στη σ. 243 ο Ιγενγκάρ σε Ινεγκάρ. Αλλού (σ. 46) ο συγγραφέας με τον Ινδό φίλο του πίνουν μπίρες, αλλά λίγες σελίδες αργότερα (σ. 64) θορυβούνται επειδή είχαν ξεχάσει να παραγγείλουν. Κάπως πιο ασαφή από αυτά τα επουσιώδη ολισθήματα είναι τα όσα διαδραματίζονται στο τυπογραφείο, την ημέρα που ο ήρωας αποφασίζει να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του, να αφαιρέσει, δηλαδή, από το βιβλίο το διήγημά του. Αν και σε προηγούμενη επίσκεψή του είχε δικαιολογήσει σε έναν υπάλληλο του τυπογραφείου το έντονο ενδιαφέρον του για τη λειτουργία των μηχανών, λέγοντας πως εκείνη την περίοδο έγραφε ένα αστυνομικό διήγημα με φόνους που γίνονταν σε τυπογραφείο (άραγε με φονικό εργαλείο τα τυπογραφικά μηχανήματα;), παραλείποντας σκοπίμως να αναφέρει τη συμμετοχή του στη συλλογή, την ημέρα εκείνη ο υπάλληλος του δίνει χωρίς προηγούμενη συνεννόηση (αποσιωπημένη τουλάχιστον στις σελίδες) το cd, όπου ήταν σελιδοποιημένο το υπό έκδοση βιβλίο, για να ελέγξει το κείμενό του.

Ενδεχομένως ήταν αναμενόμενη η παρείσδυση δαιμονίων στην αφήγηση, από τη στιγμή που την κατατρέχουν τα σημεία και τέρατα του εκδοτικού χώρου. Καταδιωκόμενος από αυτά ο ήρωας βρίσκει καταφύγιο σε μια κωμόπολη, όπου τον περιθάλπει στην κατάμεστη από βιβλία αγροικία της μια γυναίκα με ευγενή φυσιογνωμία, από εκείνες που εμπνέουν στους άντρες, ακόμα και τους άμουσους, ποιήματα. Τόσο η γαλήνια επαρχιακή ουτοπία όσο και ο ερεβώδης εκδοτικός οίκος τού Σίγμα χαρτογραφούνται στην περιοχή του μύθου. Εκεί οι ιδεοληψίες νομιμοποιούνται να σφετερίζονται την ισχύ του πραγματικού. *

Τον επισκέφθηκα επανειλημμένως καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας· και, πηγαίνοντας για στερνή φορά κατά τις δέκα το βράδυ, τον ηύρα αναίσθητον. Δεν έδιδε κανένα σημείο πως με αναγνωρίζει, και τον άφησα στη μέριμνα της αδελφής του και του υπηρέτη του.

Την Παρασκευή 10 του μηνός, πήγα να τον ιδώ στις έξι το πρωί. Ο καιρός θυελλώδης, και χιόνι πυκνό είχε πέσει τη νύκτα. Και, συν τοις άλλοις, θυμούμαι ότι μία συμμορία ληστών είχε εισβάλει στο σπίτι του γείτονά του που ήταν χρυσοχόος. Οπως επλησίασα στην κλίνη του, του είπα: «Καλημέρα». Απάντησε στο χαιρετισμό μου λέγοντας: «Καλημέρα», αλλά με φωνή τόσο πνιχτή και τρέμουσα, σχεδόν άναρθρη. Χάρηκα που τον εύρισκα στα συγκαλά του και τον ερώτησα εάν με αναγνωρίζει. «Ναι», απάντησε και, απλώνοντας το χέρι, άγγιξε απαλά το μάγουλό μου. Κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης ημέρας, όποτε τον έβλεπα, έδειχνε και πάλι σε κατάσταση αναισθησίας.

Οι τελευταίες ημέρες του Ιμάνουελ Καντ, του Τόμας ντε Κουίνσι, μτφρ.: Παναγιώτης Σκόνδρας, Αστάρτη

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η μαγεία του μικρού
Η άφθαρτη γοητεία του Ρέιμοντ Τσάντλερ
Η μυστική εταιρεία των Ροδόσταυρων και ο πολύχρωμος κόσμος των Σούφι
Η επιστροφή του στρατιώτη
Στην πολυσημία της παιδικής ηλικίας
Ακραία συναισθήματα
Φαντασιακό και φιλοσοφία στον Καστοριάδη
Σεμνότητα και ευπροσηγορία
Προαιώνιες αλληγορίες
Ζωής αγώνας άγονος;
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η μαγεία του μικρού
Η άφθαρτη γοητεία του Ρέιμοντ Τσάντλερ
Συνωμοσίες επί χάρτου χωρίς άλλοθι
Η μυστική εταιρεία των Ροδόσταυρων και ο πολύχρωμος κόσμος των Σούφι
Η επιστροφή του στρατιώτη
Στην πολυσημία της παιδικής ηλικίας
Ακραία συναισθήματα
Φαντασιακό και φιλοσοφία στον Καστοριάδη
Σεμνότητα και ευπροσηγορία
Προαιώνιες αλληγορίες
Ζωής αγώνας άγονος;
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενα ταξίδι στην Αίγυπτο
40 χρόνια χωρίς τους Beatles
Λογοτεχνία
Ο γερο-Λέμας
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Περί εκδοτών, δημιουργικής γραφής και άλλων βασανιστικών λέξεων
«Να είχεν ο έρωτας σαΐτες...»
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Συνταγές επιβίωσης σε μεξικανικούς καιρούς
Άλλες ειδήσεις
Θέατρο «Εκάτη»
Φραντζέσκα ντα Ρίμινι
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ