Έντυπη Έκδοση

Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού

(Συνέχεια από το προηγούμενο φ.643)

Ο Καντ αναχωρεί από τις κρίσεις, που διακρίνονται σε αναλυτικές και συνθετικές. Αναλυτικές είναι εκείνες των οποίων το κατηγόρημα περιέχεται στην έννοια του υποκειμένου (παράδειγμα: όλα τα σώματα είναι εκτεταμένα)· γι' αυτές δεν απαιτούνται νέες εμπειρίες, αλλά και δεν προσθέτουν κάτι που δεν γνωρίζουμε ήδη.

Στις συνθετικές κρίσεις όμως το κατηγόρημα δεν περιέχεται στο υποκείμενο (παράδειγμα: όλα τα σώματα είναι βαριά)· εδώ απαιτείται νέα εμπειρία, που θα διευρύνει την έννοια του υποκειμένου· αυτές οι κρίσεις προσθέτουν κάτι το νέο στις γνώσεις μας, αυτές αποτελούν το περιεχόμενο της επιστήμης. Ομως δεν είναι όλες οι συνθετικές κρίσεις εκ των υστέρων (a posteriori), υπάρχουν ορισμένες εκ των προτέρων (παράδειγμα: ό,τι συμβαίνει, έχει μιαν αιτία)· το ότι είναι εκ των προτέρων, φαίνεται σαφώς από την αναγκαιότητά τους, ότι δηλαδή το αντίθετο είναι αδιανόητο. Ο Καντ θέλει ν' απαντήσει στο ερώτημα: πώς είναι δυνατές οι συνθετικές κρίσεις εκ των προτέρων; Ή πιο κατανοητά: Πώς είναι δυνατή η επιστημονική εμπειρία της φύσης; Εκτός όμως από τη φυσική επιστήμη υπάρχουν βαθύτερα και δυσκολότερα προβλήματα, με τα οποία πάλευε ανέκαθεν ο ανθρώπινος νους. Γι' αυτό το έτερο ερώτημα, στο οποίο θέλει ν' απαντήσει ο Καντ, είναι: Πώς είναι δυνατή η μεταφυσική ως επιστήμη;

Η αφετηρία του δύσκολου δρόμου είναι η εμπειρία, η οποία προκύπτει από τη συνένωση δύο παραγόντων: της αισθητηριακής αντίληψης και της διάνοιας. Ο Καντ ονομάζει υπερβατολογική αισθητική την έρευνα της αισθητικής αντίληψης. (Μία διευκρίνιση εδώ είναι αναγκαία: η λέξη «αισθητική» σημαίνει στον Καντ «θεωρία της αντίληψης»· μόλις στους χρόνους του η λέξη άρχισε να προσλαμβάνει τη σημασία της «καλολογίας», με την οποία τη χρησιμοποιεί ο Σίλερ. Για την έρευνα λοιπόν της αισθητικής αντίληψης πρέπει ν' αφαιρεθεί ό,τι είναι «υλικό», ό,τι είναι εκ των υστέρων στοιχείο, δηλ. το αίσθημα, ήτοι ο ερεθισμός του αισθητήριου οργάνου από «κάτι» εξωτερικό. Αυτό που μας μένει ύστερα από τούτο το ενέργημά μας είναι οι «καθαρές» (δηλ. χωρίς ύλη) μορφές της αισθητικής εποπτείας. Και τούτες είναι ο χώρος και ο χρόνος. Ετσι γνωρίζουμε: ο χώρος δεν είναι ον, διότι παραμένει, αν αφαιρέσουμε κάθε ον, δεν είναι ούτε ιδιότητα των πραγμάτων ούτε σχέση μεταξύ των πραγμάτων, διότι, αν ήταν, θα εξαφανιζόταν αν αφαιρούσαμε τα πράγματα -αλλά τούτο δεν συμβαίνει. Μπορώ να δοκιμάσω ν' αφαιρέσω νοερά την επίπλωση και ακολούθως τους τοίχους του δωματίου, μέσα στο οποίο βρίσκομαι, και διαπιστώνω ότι τούτο είναι δυνατό· αν τώρα προσπαθήσω ν' αφαιρέσω νοερά και τον χώρο που με περιβάλλει, εντός του οποίου βρίσκομαι ως σώμα, θα καταλάβω ότι τούτο είναι αδύνατον. Διότι ο χώρος είναι υποκειμενικός εποπτικός τύπος, έμφυτα συνυφασμένος στη γνωστική ικανότητα: τον εαυτό μου δεν μπορώ ν' αφαιρέσω νοερά, διότι τότε θ' αφαιρούσα εκείνον που προβαίνει σ' αυτό το ενέργημα. Επειδή λοιπόν ο χώρος είναι εποπτικός τύπος, γι' αυτό διαθέτει αντικειμενικό κύρος για κάθε εξωτερική εμπειρία, δηλ. εμπειρική πραγματικότητα. Αν όμως παραλειφθεί ο όρος της δυνατότητας της εμπειρίας, τότε ο χώρος στερείται παντελώς αντικειμενικού κύρους, έχει δηλ. τότε υπερβατολογική ιδανικότητα - ανάλογα είναι τα συμπεράσματα της έρευνας του χρόνου, γι' αυτό μπορώ να είμαι συντομότερος. Και ο χρόνος είναι όρος της δυνατότητας της εμπειρίας, και αυτός είναι υποκειμενικός εποπτικός τύπος. Ο χώρος καθιστά δυνατή την παραλληλία, ο χρόνος την επαλληλία και τον συγχρονισμό. Αλλά ο χρόνος είναι η μορφή της εσωτερικής αίσθησης, της εποπτείας των εσωτερικών καταστάσεών μας. Ολες οι ψυχικές και νοητικές πράξεις μας είναι επάλληλα ενεργήματα. Γι' αυτό είναι ο χρόνος η μορφή όλων ανεξαρτήτως των φαινομένων, και μ' αυτή την έννοια υπέρτακτος του χώρου.

Για ν' αποκτήσουμε εμπειρία πρέπει στη δεκτικότητα της αισθητικότητας (εποπτικοί τύποι + αίσθημα) να προστεθεί η αυθορμησία της διάνοιας, και οι δύο να συνδεθούν αχώριστα. Διότι έννοιες χωρίς εποπτεία είναι κενές, εποπτείες χωρίς έννοιες, τυφλές.

Το επόμενο βήμα τώρα είναι η ανάλυση της νοητικής γνώσης εκ των προτέρων, έργο που επιτελεί η υπερβατολογική αναλυτική. Τούτη θα δείξει πως είναι δυνατή η φύση ως σύνολο κανόνων, κατά τους οποίους «όλα τα φαινόμενα θα πρέπει να νοηθούν συνδεδεμένα σε μιαν εμπειρία». Αυτή η σύνδεση των φαινομένων, που πραγματοποιεί η συνείδηση μ' ένα αυθόρμητο ενέργημά της, υποδιαιρείται: σε μια πρώτη αντίληψη του πολλαπλού, που λαμβάνει χώρα στην εποπτεία· σε μιαν ανάκληση της αντίληψης για να συγκριθεί με μια νέα, που είναι έργο της φαντασίας· και τέλος, σε μιαν αναγνώριση της παλιάς παράστασης, που γίνεται στη συνθετική ενότητα. Τούτη η τελευταία καλείται «καθαρή έννοια της διάνοιας» ή κατηγορία. Χωρίς αυτές τις κατηγορίες δεν θα είχαμε συνείδηση αντικειμένων, αλλά στη συνείδηση θα υπήρχε μόνον ένα σύμφυρμα αισθημάτων. Οι κατηγορίες δημιουργούν λοιπόν τα αντικείμενα για τη συνείδηση. Η διάνοια όμως αφ' ετέρου συγκροτεί τις μορφές των κρίσεων της τυπικής λογικής με τη βοήθεια της αναλυτικής ενότητας. Γι' αυτό τον λόγο ο Καντ μπορεί να παραγάγει τις κατηγορίες από τον πίνακα των μορφών της κρίσης. Ετσι προκύπτει ο πίνακας των 12 κατηγοριών, ταξινομημένες στις τέσσερις ομάδες του ποσού, του ποιου, της αναφοράς και του τρόπου.

Το επόμενο που πρέπει να καταδειχθεί είναι ότι οι κατηγορίες είναι ειδολογικοί όροι, τυπολογικές συνθήκες της εμπειρίας ή, με τα λόγια του Καντ, να εξηγηθεί «με ποιον τρόπο έννοιες εκ των προτέρων μπορούν ν' αναφέρονται σε αντικείμενα»· τούτο είναι το έργο της υπερβατολογικής παραγωγής. Με τις κατηγορίες καθορίζεται το φαινόμενο, που μας έδωσε η υπερβατολογική αισθητική, ως το αντικείμενο που νοούμε, ως το συνενωμένο δηλ. πολλαπλό μιας δεδομένης εποπτείας. Αυτή την ενότητα ο Καντ την αποκαλεί «το παντελώς πρώτο και το συνθετικό αξίωμα του νου μας εν γένει»: «Ολη η πολυμερής εμπειρική συνείδηση πρέπει να είναι συνενωμένη σε μιαν ενιαία αυτοσυνειδησία». Αυτό είναι το αξίωμα της ενότητας της υπερβατολογικής πρόσληψης ή της αυτοσυνειδησίας, δηλ. της συνείδησης της ενότητας της συνείδησής μας, της μορφής ενός εμμενούς και αμετάβλητου εγώ που συνοδεύει τις παραστάσεις μας, που ως ενότητα του υποκειμένου στέκεται απέναντι στην ενότητα του αντικειμένου. Ο Καντ ονομάζει την παραγωγή των κατηγοριών deduktion, και χρησιμοποιεί τη λέξη με νομική σημασία: οι κατηγορίες διεκδικούν το δικαίωμα για τον εαυτό τους να «προδιαγράφουν στη φύση τους νόμους της»· π.χ. η κατηγορία της αιτιότητας δεν επιτρέπει να συμβαίνει κάτι στον κόσμο χωρίς αποχρώντα λόγο. Ολο το σύστημα της συνάρτησης αιτίας και αποτελέσματος είναι δημιούργημα αυτής της κατηγορίας, και δεν θα υπήρχε αυτό, αν δεν υπήρχε αυτή.

Εγκυρη γνώση του κόσμου αποκτούμε υπάγοντας το υλικό της εποπτείας στις κατηγορίες. Για να γίνει όμως αυτή η υπαγωγή θα πρέπει να βρεθεί ένας συνδετικός κρίκος, που να έχει με τις κατηγορίες κοινή την προτεραιότητα, με το υλικό της αντίληψης την εποπτικότητα. Αυτός ο κρίκος είναι ο εποπτικός τύπος του χρόνου, τον οποίον ο Καντ ονομάζει «υπερβατολογικό σχήμα». («Σχήμα» είναι μια αόριστη παράσταση, που αιωρείται ανάμεσα στην έννοια και την εποπτεία.) Η εποπτική σειρά του χρόνου υπηρετεί τις κατηγορίες του ποσού, το περιεχόμενο του χρόνου τις κατηγορίες του ποιού, η τάξη του χρόνου τις κατηγορίες της αναφοράς και το σύνολο του χρόνου τις κατηγορίες του τρόπου.

Τα σχήματα μας οδηγούν στα αξιώματα του συστήματος της φύσης, στις αρχές μιας δυνατής γνώσης της φύσης, που ακολουθούμε όταν συνδέουμε την πολλαπλότητα της εποπτείας διά των κατηγοριών βάσει των σχημάτων. Αυτό το σύστημα της φύσης «προηγείται κάθε εμπειρικής γνώσης της φύσης, την καθιστά δυνατή και γι' αυτό μπορεί να ονομαστεί καθαυτό γενική και καθαρή φυσική επιστήμη». Ο Καντ υποδιαιρεί τα αξιώματα σε: αξιώματα της εποπτείας, προλήψεις της αντίληψης, αναλογίες της εμπειρίας και αιτήματα της εμπειρικής νόησης εν γένει. Αυτά τα αξιώματα είναι οι γενικοί νόμοι της φύσης.

Ο νους μας όμως δεν επαναπαύεται μέσα στα όρια της γνώσης μιας φύσης, που περιορίζεται από τη χωροχρονική και αιτιακή εμπειρία. Δεν θα πρέπει τα φαινόμενα να είναι εκφάνσεις ενός κάτι; Δεν θα πρέπει να υπάρχει κάτι, τις ιδιότητες του οποίου αποδείξαμε ως παραστάσεις μας; Δεν θα πρέπει να είναι τούτο το κάτι εκείνο που οι αρχαίοι φιλόσοφοι αποκαλούσαν «νοούμενο» σε αντιδιαστολή προς το «φαινόμενον»; Αυτό το κάτι, λέει ο Καντ, είναι ένα «υπερβατολογικό αντικείμενο, ένα παντελώς ανεπίδεκτο λόγου, ένα αντικείμενο άρα της πίστης, και το ονόμασε «πράγμα καθεαυτό». «Καθεαυτό» σημαίνει καθεαυτά είναι ουσιαστικά και βασικά και για την ηθική -όπως θα δούμε στο 2ο μέρος του μελετήματος-, αφού το εγώ μας ως φαινόμενο υπόκειται μεν στη φυσική αιτιότητα, ως πράγμα καθεαυτό όμως είναι φορέας μιας «αιτιότητας δι' ελευθερία». Η έφεσή μας προς γνώση τείνει να υπερβεί τα όρια των νόμων της φύσης, που διαπίστωσε η υπερβατολογική αναλυτική, τείνει προς «την απόλυτη ολότητα κάθε δυνατής εμπειρίας», θέλει ν' ανακαλύψει «την πληρότητα, ήτοι τη συλλογική ενότητα του συνόλου της δυνατής εμπειρίας». Αυτή την έννοια του απόλυτου ή της «ολότητας των όρων για δεδομένο εξηρτημένο» ο Καντ την ονόμασε έννοια του ελλόγου ή ιδέα. Οι έννοιες της διάνοιας ή κατηγορίες αναφέρονται σε αντικείμενα του εμπειρικού κόσμου, είναι συστατικές αυτών των αντικειμένων. Οι έννοιες του ελλόγου ή ιδέες δεν αναφέρονται σε εμπειρικά αντικείμενα, αλλά υπερίπτανται όλου του εμπειρικού κόσμου υπερβαίνοντας τα όριά του· έχουν κανονιστική σημασία, υπηρετούν την έρευνα και είναι το ιδανικό της. Κατευθύνουμε τα βήματά μας με οδηγό τις απρόσιτες ιδέες, καθώς αυτές ξεπροβάλλουν πάνω από τον μακρινό ορίζοντα, έτσι όπως ο ναυτικός προσανατολίζεται τη νύχτα με τη βοήθεια των απρόσιτων άστρων και αστερισμών. Γι' αυτό δεν πρέπει οι ιδέες, που είναι μόνον οδοδείκτες, να εκληφθούν ως είδωλα της πραγματικότητας, με αποτέλεσμα να παραμεληθούν τα μη ολοκληρώσιμα προς επιτέλεση έργα της γνώσης, διότι παντού η γνώση του κόσμου μάς οδηγεί σε ατελεύτητα έργα.

Ο Καντ διαλύει τη δογματική οντολογία μ' όλο του το έργο· εναντίον της δογματικής θεολογίας, κοσμολογίας και ψυχολογίας στρέφεται, τέλος, η υπερβατολογική διαλεκτική. Θεός, κόσμος, ψυχή είναι «υποκειμενικοί όροι του διανοείσθαι», όχι δεκτικά λόγου όντα ή πράγματα ή δεκτικές λόγου ουσίες. Είναι (καντιανές) ιδέες, που τείνουν να τερματίσουν μιαν ατέρμονη σειρά με μιαν έννοια. Η πλάνη της παραδοχής μιας ψυχικής ουσίας διαλύεται στο κεφάλαιο για τους παραλογισμούς του καθαρού λόγου· οι αντιφάσεις του ανθρώπινου νου, όταν πραγματεύεται τον κόσμο (=σύμπαν) ως άπειρο και πεπερασμένο με όργανο τον καθαρό λόγο, λύονται με τη διδασκαλία για τις αντινομίες του καθαρού λόγου· η αδυναμία, τέλος, της απόδειξης της ύπαρξης Θεού διά του θεωρησιακού ελλόγου εκτίθεται στη θεωρία του ιδανικού του καθαρού λόγου.

Το ενέργημα της παράστασης του Θεού έχει ως αφετηρία την ανάγκη μας να επεκτείνουμε την ερώτησή μας «γιατί;» όλο και πιο πέρα, έως ότου φτάσουμε στο «σύνολο όλων των δυνατοτήτων». Τούτο όμως είναι ιδέα. Το γεγονός τούτο δεν συνειδητοποιείται. Η ιδέα υποστασιοποιείται σε συγκεκριμένο ον. μετουσιώνεται σε πρόσωπο, στο «όντως ον», σε υπερβατικό (=υπερκόσμιο) αντικείμενο. Αυτή την πραγματοποίηση της ιδέας ο Καντ αποκαλεί perversa ratio (διεστραμμένο έλλογο).

Την αθανασία της ψυχής αποδεικνύουν συνήθως με το επιχείρημα ότι η ψυχή είναι «εγώ», ήτοι υποκείμενο, άρα ουσία, άρα εμμενές, πράγμα που συνεπάγεται αθανασία. Για τον Καντ αυτό το επιχείρημα είναι παραλογισμός, διότι η εμμονή είναι το σχήμα της κατηγορίας της ουσίας, ώστε να μπορούμε να συμπεράνουμε την ουσία από τη διαπιστωμένη εμμονή, όχι όμως αντιστρόφως την εμμονή ή αθανασία από την υποτιθέμενη ουσία.

Τέλος, ο νους μας εμπλέκεται σε αντιφάσεις, όταν προσπαθεί να φτάσει σε έγκυρες γνώσεις για την απειρία ή περατότητα του Σύμπαντος διά του καθαρού λόγου. Αυτές τις αντιφάσεις ο Καντ ονομάζει αντινομίες. Ο κόσμος μας είναι ο εμπειρικός κόσμος τού χώρου και του χρόνου. Από το εδώ και τώρα του κάθε ανθρώπου εκτείνεται μια σειρά άπειρης έκτασης προς το παρελθόν και το μέλλον· αλλά αυτή η σειρά είναι το ατελεύτητο προς επιτέλεση έργο της γνώσης και όχι ένα άπειρο πράγμα καθεαυτό. *

(συνεχίζεται)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Ο γερο-Λέμας
Περί εκδοτών, δημιουργικής γραφής και άλλων βασανιστικών λέξεων
«Να είχεν ο έρωτας σαΐτες...»
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Συνταγές επιβίωσης σε μεξικανικούς καιρούς
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η μαγεία του μικρού
Η άφθαρτη γοητεία του Ρέιμοντ Τσάντλερ
Συνωμοσίες επί χάρτου χωρίς άλλοθι
Η μυστική εταιρεία των Ροδόσταυρων και ο πολύχρωμος κόσμος των Σούφι
Η επιστροφή του στρατιώτη
Στην πολυσημία της παιδικής ηλικίας
Ακραία συναισθήματα
Φαντασιακό και φιλοσοφία στον Καστοριάδη
Σεμνότητα και ευπροσηγορία
Προαιώνιες αλληγορίες
Ζωής αγώνας άγονος;
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενα ταξίδι στην Αίγυπτο
40 χρόνια χωρίς τους Beatles
Λογοτεχνία
Ο γερο-Λέμας
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Περί εκδοτών, δημιουργικής γραφής και άλλων βασανιστικών λέξεων
«Να είχεν ο έρωτας σαΐτες...»
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Συνταγές επιβίωσης σε μεξικανικούς καιρούς
Άλλες ειδήσεις
Θέατρο «Εκάτη»
Φραντζέσκα ντα Ρίμινι
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ