Έντυπη Έκδοση

Ασγκάρ Φαραντί

Μας λογοκρίνουν ακόμα και οι θεατές

Μόλις προβλήθηκε στο Βερολίνο το «Ναντέρ και Σιμίν, ένας χωρισμός» του Ασγκάρ Φαραντί, χρίστηκε αυτομάτως το μεγάλο φαβορί. Οι προβλέψεις δεν διαψεύστηκαν. Ο 38χρονος Ιρανός σκηνοθέτης κράτησε το προηγούμενο Σάββατο στα χέρια του τη Χρυσή Αρκτο.

Πολλοί μιλούν για ένα πολιτικό βραβείο. Η Μπερλινάλε, το πιο πολιτικοποιημένο φεστιβάλ, ήθελε να στείλει ένα μήνυμα στο ιρανικό καθεστώς που κρατάει στις φυλακές του τον Τζαφάρ Παναχί. Ο Φαραντί άλλωστε, με το που πήρε το βραβείο, είπε: «θέλω να θυμηθείτε τον Παναχί». Η ταινία του είναι ούτως ή άλλως εξαιρετική. Θα ήταν σκάνδαλο αν έφευγε χωρίς βραβείο.

Ο Ασγκάρ Φαραντί, που γνωρίσαμε πριν από δύο χρόνια με ένα ακόμη αριστούργημα, το «Τι απέγινε η Ελι» (Αργυρή Αρκτος), φέρνει πάλι στο φως τη θέση της γυναίκας στο Ιράν, αλλά και ζητήματα ηθικής και δικαιοσύνης. Η Σιμίν ετοιμάζεται να φύγει από το Ιράν με τον διανοούμενο άντρα της, Ναντέρ, και την κόρη τους. Αυτός αλλάζει γνώμη γιατί δεν μπορεί να αφήσει τον άρρωστο πατέρα του. Ετσι, αποφασίζουν να πάρουν διαζύγιο. Ο Ναντέρ προσλαμβάνει μια φτωχή γυναίκα, που είναι έγκυος, να φροντίζει τον πατέρα του. Μια μέρα μαλώνουν και η νεαρή αποβάλλει. Του κάνει μήνυση και αρχίζει μια οδυνηρή δικαστική περιπέτεια. Μέσα από ένα ρεαλιστικό δράμα, ο Φαραντί υφαίνει με ακρίβεια το μωσαϊκό της πολύπλοκης ιρανικής κοινωνίας.

Στο παρελθόν έχει μιλήσει αιχμηρά για το καθεστώς. Παραλίγο να του κοστίσει τα γυρίσματα της ταινίας. Οταν τον συναντήσαμε, τρεις μέρες πριν βραβευτεί, ήταν αρκετά συγκρατημένος στα σχόλιά του. Σαν να ζύγιζε κάθε λέξη για να μην προκαλέσει το θεοκρατικό καθεστώς. Μία μέρα πριν από τη συνέντευξη, στους δρόμους της Τεχεράνης έγιναν ταραχές. Οταν ζητήσαμε την άποψή του απάντησε: «Δεν το γνωρίζω».

- Κάνατε αλλαγές στο σενάριο προκειμένου να αποφύγετε τη λογοκρισία;

«Ενας Ιρανός σκηνοθέτης πρέπει να είναι λίγο πιο έξυπνος από τους άλλους για να μπορεί να ελίσσεται σε αντίξοες συνθήκες. Δεν τίθεται θέμα συμβιβασμού, έχουμε "μάθει" να χειριζόμαστε τέτοιες καταστάσεις. Η μία διάσταση της λογοκρισίας έχει να κάνει με το καθεστώς και την κυβέρνηση. Η άλλη, με την κοινωνία, που δεν δέχεται πάντα όσα δείχνουν οι κινηματογραφιστές. Υπάρχει, όμως, και κάτι ευχάριστο: παρά τις δυσκολίες, μπορούμε ακόμα να γυρίζουμε ταινίες».

- Εχει λογοκριθεί πάντως, η ταινία σας. Αναγκαστήκατε να κόψετε μια σκηνή που έδειχνε μια γυναίκα με τσαντόρ πάνω σε μοτοσικλέτα.

«Στους κινηματογράφους είχε προβληθεί ολοκληρωμένη, στην έκδοση του dvd αφαιρέσαμε τη σκηνή. Η λογοκρισία στο Ιράν ξεκινάει ήδη από το σενάριο. Για να ξεκινήσεις γυρίσματα πρέπει να εγκριθεί. Εγώ δεν παρέδωσα το σενάριο, αλλά μια σύνοψη».

- Την ώρα που εσείς κάνατε μια ταινία που πραγματεύεται το θέμα της δικαιοσύνης και τοποθετείτε τους ήρωές σας στα δικαστήρια, ο φίλος σας, Τζαφάρ Παναχί, καταδικάστηκε, όχι για μια πράξη, αλλά για μια ιδέα. Τι ειρωνεία...

«Η φυλακή είναι το μέσον για να κλέψεις την ελευθερία ενός ανθρώπου. Οταν επέλεξαν την ταινία στο Βερολίνο, τον πήρα αμέσως τηλέφωνο. Χάρηκε πολύ».

- Δείχνετε την πάλη ανάμεσα σε δύο κοινωνικές τάξεις: στους διανοούμενους της μεσαίας τάξης, που κοιτάζουν προς τη Δύση, και στους φτωχούς που τιμούν τις παραδόσεις. Πόσο χαρακτηριστική είναι αυτή η εικόνα για το Ιράν;

«Υπάρχει αυτή η υποβόσκουσα πάλη των τάξεων. Οι φτωχοί είναι περισσότερο προσκολλημένοι σε παραδόσεις και θρησκεία. Υπάρχουν όμως και αυτοί που θέλουν να ακολουθήσουν έναν μοντέρνο τρόπο ζωής. Οι καινούργιες ιδέες παλεύουν με τις παλιές. Τέτοιες κοινωνικές αλλαγές δεν συμβαίνουν χωρίς συνέπειες. Μπορεί να οδηγήσουν σε ταξικό πόλεμο. Θέλω, όμως, να προσθέσω ότι οι ταινίες μου δεν είναι εγκυκλοπαίδειες του Ιράν. Μιλούν για τη χώρα και τους ανθρώπους της, αλλά το Ιράν δεν είναι μόνο αυτό».

- Πώς βλέπετε τη θέση της γυναίκας στο Ιράν; Ηταν το θέμα της προηγούμενης ταινίας σας, «Τι απέγινε η Ελι».

«Η θέση της στις μητροπόλεις έχει αλλάξει. Δεν είναι μόνο νοικοκυρές, κλεισμένες στην κουζίνα. Είναι ακτιβίστριες. Το 60% των φοιτητών είναι γυναίκες. Αυτές πρωτοστατούν στα κοινωνικά κινήματα. Κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι τα ποσοστά διαζυγίων είναι πολύ υψηλά. Φαντάζομαι ότι όλα αυτά δεν επιβεβαιώνουν την κυρίαρχη εικόνα του μέσου Δυτικού για τη θέση της γυναίκας στο Ιράν».

- Γιατί αφήσατε ανοιχτό το τέλος της ταινίας σας; Μην παίρνοντας θέση για το τι θεωρείται ηθικό και τι όχι στο Ιράν, μήπως προσπαθείτε να αποφύγετε τη λογοκρισία;

«Ενα κλειστό τέλος σημαίνει ότι έχω απαντήσεις για όλα. Φυσικά, δεν έχω. Μια ταινία, στο πρώτο της επίπεδο, μπορεί να σε ευχαριστήσει ή να σε δυσαρεστήσει. Ομως, και τα δύο, ενδεχόμενα, διαρκούν λίγο. Ο πραγματικός στόχος των ταινιών μου είναι να προκαλούν δεύτερες σκέψεις και να στοχάζεσαι πάνω σε αυτό που είδες».

- Και στο «Τι απέγινε η Ελι» σχολιάζατε θέματα ηθικής, σωστού και λάθους. Να υποθέσουμε ότι είναι τα προσωπικά σας ερωτήματα;

«Με απασχολούσε πάντοτε με ποια κριτήρια αποφασίζουμε για την αθωότητα ή την ενοχή ενός ανθρώπου, για το δίκιο και το άδικο. Υπάρχει άραγε ένας συγκεκριμένος ηθικός κώδικας που έχουμε στα χέρια μας; Και αν ναι, πρέπει να εφαρμόζεται απόλυτα ή να προσαρμόζεται στις καταστάσεις;»

- Φοβάστε ότι θα έρθει μια μέρα όπου δεν θα μπορείτε να γυρίζετε ταινίες στο Ιράν;

«Οι Ιρανοί σκηνοθέτες ζούμε με αυτόν τον φόβο. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι τώρα μπορώ να κάνω ταινίες».

- Θα επιλέγατε την αυτοεξορία;

«Δεν μου αρέσει να εξαναγκάζομαι σε αποφάσεις. Αν μου δινόταν η ευκαιρία να γυρίσω ταινία εκτός Ιράν, με ένα βέβαια σχετικό σενάριο, θα το έκανα».

- Πώς κρίνετε τις κοινωνικές ταραχές στον αραβικό κόσμο;

«Οταν μια κίνηση εκφράζει τη θέληση του λαού, είναι καλό σημάδι».*

* Η ταινία θα βγει το Φθινόπωρο από τη «Nutopia».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Εικαστικός πόλεμος στους τοίχους της πόλης
Μπουρζουά διά χειρός Εϊμιν
Η πτώση του Τείχους και τα αναδυόμενα ταλέντα
Συνέντευξη: Ασγκάρ Φαραντί
Μας λογοκρίνουν ακόμα και οι θεατές
Θέατρο
Παραμύθια που γυαλίζουν στο σκοτάδι
Χορογραφώντας το κενό
«Γέρασα και ακόμα με φοβούνται»
Συνέντευξη: Σταύρος Πετσόπουλος
«Με ενοχλούν τα τύπου καλά βιβλία»
Ερευνα: Η κρίση στον μουσικό χώρο
Κι η νύχτα τρίζει, σε ξενιτεύει
Κομικςοδρόμιο
«The Cape»: μια νέα τηλεοπτική σειρά
Κολατσιό παρέα με τον Σούπερμαν