Έντυπη Έκδοση

Κι η νύχτα τρίζει, σε ξενιτεύει

Γνωστά μουσικά ονόματα σε εναλλακτικούς, κυρίως θεατρικούς, χώρους για λίγες παραστάσεις. Αλλοι που φέτος απέχουν. Κι άλλοι που αναγκάστηκαν να κατεβάσουν το πρόγραμμά τους πριν την ώρα του.

Κέντρα που άλλαξαν τους όρους λειτουργίας τους αποφεύγοντας τα προβεβλημένα ονόματα, άρα και τα υψηλότερα μεροκάματα. Προφορικές συμφωνίες που αθετούνται. Εξαιρετικοί μουσικοί που αναγκάζονται να παίζουν σε «περιφερειακούς» χώρους, ταβέρνες ή και σκυλάδικα. Ανεργία. «Συμπίεση» των μουσικών προγραμμάτων σ' ένα διήμερο. Ανασφάλιστο προσωπικό. Η αποθέωση του part-time ή της διήμερης απασχόλησης. Μεροκάματα που κατρακυλούν προς τα κάτω. Και ένα κοινό που τηρεί με ευλάβεια τον όρο «ελάχιστη κατανάλωση».

Η ελληνική μουσική σκηνή είναι γνωστό ότι αντιμετώπιζε τη δική της κρίση και πριν από την οικονομική λαίλαπα που θερίζει τη χώρα. Ο «νεοπλουτισμός» που είχε ζήσει άλλωστε αυτός ο χώρος, με χιλιάδες δίσκους, κέντρα-μεγαθήρια και αναλόγως θηριώδη νυχτοκάματα για κάποιους που κάθε χρόνο απλώς επαναλάμβαναν τον εαυτό τους, θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στον κορεσμό και την ύφεση.

Ηδη από πέρσι τα μαντάτα ήταν μαύρα. Το καλοκαίρι η πιάτσα ψιθύριζε ένα κοινό μυστικό: οι περιοδείες ανά την Ελλάδα αρκετών γνωστών ονομάτων «πήγαν χάλια». Η χειμερινή σεζόν έφτανε δυσοίωνη. Ηρθε σαρωτική. Κι αν αυτό ισχύει ήδη για τις διασημότητες των μουσικών προγραμμάτων, σκεφτείτε τι συμβαίνει με όσους άλλους επαγγελματίες συνδέονται με τέτοιους χώρους. Τους μουσικούς. Ή και τους «ανώνυμους» μικρούς ήρωες, όπως είναι τα γκαρσόνια που δουλεύουν μάξιμουμ ένα τριήμερο, με φουσκωμένο ωράριο και ξεφούσκωτα μεροκάματα.

«Ολα τα κέντρα ανοίγουν πάλι για να ξεχειμωνιάσουμε...» τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος το '87, επιμένοντας πως «Νοέμβρη ανοίγει η σεζόν». Αυτά παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Φέτος η σεζόν... ανοίγει διαδοχικά, διαρκεί μερικά διήμερα και βιάζεται να κλείσει πριν από το Πάσχα. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες του «έντεχνου» κλείνουν εμφανίσεις για τέσσερα διήμερα και προτιμούν «σφιχτές» ολιγομελείς ορχήστρες, με 3-4 μουσικούς.

Πολλοί κατέφυγαν σε εναλλακτικούς χώρους «για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων»: Π.χ. η Αλκηστις Πρωτοψάλτη και η Ελευθερία Αρβανιτάκη προτίμησαν το «Παλλάς», ο Διονύσης Σαββόπουλος το Μέγαρο Μουσικής και το «Ακροπόλ». Ο Νίκος Πορτοκάλογλου τον «Ιανό». Αλλα compact μουσικά προγράμματα επέλεξαν καθαρόαιμα θέατρα: «Κάππα», «Θυμέλη» και «Χυτήριο». Και καινούργιοι χώροι (όπως το πειραιώτικο «Passport») εφάρμοσαν εξ αρχής συναυλιακή λογική: ένας καλλιτέχνης, 2-3 live.

Ελάχιστοι τολμούν προγράμματα μεγάλης διάρκειας. Αλλοι που έδιναν σχεδόν κάθε χρόνο το παρών, φέτος δεν βγήκαν καν: Τσανακλίδου, Γαλάνη, Τσαλιγοπούλου, Νταλάρας. Κι άλλοι αναγκάστηκαν να ολοκληρώσουν νωρίτερα τις εμφανίσεις τους: ο Μητσιάς στο «Μετρό», η Κετιμέ στο «Κύτταρο», το μιούζικαλ με επικεφαλής τη Λοτσάρη στο «Ρεξ», Μακρόπουλος-Αδαμαντίδης στο «Ζυγό».

Μια συγκριτική ματιά στον περσινό κατάλογο των κέντρων και στον φετινό αποκαλύπτει ήδη πολλά. Φέτος π.χ. για πρώτη φορά δεν λειτουργεί το «Χάραμα» της Καισαριανής. Προσπάθησε να ανοίξει με λιγότερο γνωστά ονόματα τραγουδιστών, το εγχείρημα απέτυχε και το στέκι που έχει συνδεθεί με τον Τσιτσάνη προτίμησε να κατεβάσει τα ρολά.

Το «Cine-Κεραμεικός» εφάρμοσε μια προσιτή λύση: ένα σχήμα με ονόματα λιγότερο γνωστά και «κεφάτη λαϊκή ορχήστρα» συνδυάζεται Παρασκευο-Σάββατα με «μενού με απεριόριστο κρασί 28 ―/άτομο».

Το «Κύτταρο» (χωρητικότητας 750 ατόμων) διαφημίζει ότι «διατίθεται για συναυλιακές και πολιτιστικές παραγωγές». Πολλές μουσικές σκηνές διατηρούν όμως την πεπατημένη και μαζί τις «αλμυρές» τιμές τους: 80 ευρώ το κρασί, 140 το μπουκάλι ουίσκι κατά μέσο όρο. Αλλά...

Η διαπίστωση είναι κοινή: η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου μένει αυστηρά στην ελάχιστη κατανάλωση. Πάνε δηλαδή οι εποχές που μια παρέα επέτρεπε στον εαυτό της δεύτερο ποτό ή δεύτερο μπουκάλι. Οι νέοι άνθρωποι δικαιολογούν στην καλύτερη περίπτωση τα 8-15 ευρώ της εισόδου για το μπαρ, καταναλώνουν το πολύ πολύ ένα ποτό και... πώς τη βγάζουν;

Πλακέ μπουκαλάκια ποτού στην κωλότσεπη, πατατάκια και μπίρες από το περίπτερο μέσα στο μπουφάν. Καλά κάνει η γενιά των 580 ευρώ και ας μάθαμε πως μουσική σκηνή ζήτησε από τα γκαρσόνια της να κάνουν... σωματική έρευνα στα παιδιά του μπαρ! Εννοείται πως υπήρξε αδιαπραγμάτευτη άρνηση. Αλλωστε τα περισσότερα γκαρσόνια συμπάσχουν απόλυτα με τα παιδιά της «γαλαρίας»...

Η κρίση στον μουσικό χώρο

Κι ας με ρίξεις στα λεφτά κι ας μην πάρω ποσοστά

Στην Ελλάδα έχουμε δεκάδες αξιοζήλευτους δεξιοτέχνες υψηλών επιδόσεων σε όλα τα είδη μουσικής. Η νύχτα όμως ποτέ δεν τους φέρθηκε καλά. Πολύ περισσότερο η νύχτα της οικονομικής κρίσης.

Τα μεροκάματά τους; «Τα 250 ευρώ τη βραδιά για τον μουσικό και τα 400 για τον επικεφαλής μαέστρο-ενορχηστρωτή θεωρούνται πια ένα πολύ καλό νυχτοκάματο. Ο μέσος όρος τείνει να είναι το 100άρικο. Εξαρτάται βέβαια από το όνομα του μουσικού, τον "σχηματάρχη" και τη διάρκεια των παραστάσεων: Αν αυτές διαρκούν πάνω από μήνα, "πέφτει" η τιμή. Εννοείται ότι δεν πληρώνονται οι πρόβες. Γι' αυτό οι μαγαζάτορες προτιμούν έτοιμα σχήματα. Συχνά οι παραγωγοί σού «χρυσώνουν» το χάπι: για να δεχτείς χαμηλότερο μεροκάματο, δεν σου λένε εξ αρχής ότι θα σε χρειαστούν συνολικά 8 μέρες. Σου τάζουν π.χ. περιοδεία. Και βέβαια το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι τίποτε δεν συμφωνείται γραπτώς. Αρα μετά αρχίζει η μιζέρια. Σου λένε "δεν πήγε το σχήμα" και τελειώνει η υπόθεση» εξηγεί ένας σολίστ. Αλλά και σε περίπτωση περιοδείας, σπανίως τα «εκτός έδρας» μεροκάματα είναι καλύτερα.

Πέντε «αγκάθια»

Πρόεδρος τού, 1.000 μελών, Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου, ο Βασίλης Παρασκευόπουλος περιγράφει ένα τοπίο ζοφερό τα τελευταία χρόνια. Ομαδοποιεί μάλιστα τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος:

* Συρρίκνωση της σεζόν: κάποτε για έναν μουσικό χειμερινή σεζόν σήμαινε τουλάχιστον 230 ημέρες δουλειάς. Τώρα πια; Στην ιδανικότερη περίπτωση 80 μέρες. Τα άλλοτε τετραήμερα απασχόλησης στα κέντρα έγιναν διήμερα (και τείνουν να γίνουν μονοήμερα), ενώ η σεζόν πια διαρκεί με τη βία πέντε μήνες.

* Ανεργία: «Καθώς πολλοί μουσικοί υποαπασχολούνται δύο μέρες την εβδομάδα, είναι αδύνατον να υπολογίσουμε τον ακριβή αριθμό ανέργων. Μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι αν πριν από μία δεκαετία το 80% των μουσικών ήταν απασχολούμενοι, τώρα δεν είναι ούτε το 20%».

* «Μαύρη» εργασία: οι περισσότεροι μουσικοί τη δέχονται αναγκαστικά. Στους μικρότερους χώρους δέχονται να εργαστούν με ωράριο 11-4 π.μ., ακόμα και με 60 ευρώ τη βραδιά -ενώ υπάρχουν περιπτώσεις που το νυχτοκάματο ενός μουσικού μπορεί να πέσει και μέχρι τα 40 ευρώ.

* Απόλυτη αδυναμία συνταξιοδότησης: «Υπάρχει μια ανησυχητική γενίκευση ανασφάλιστης εργασίας. Αποτέλεσμα; Ενας που εργάζεται διήμερα είναι αδύνατον να συγκεντρώσει τα 100 ένσημα που προβλέπει η σύμβαση, προκειμένου να βγάλει βιβλιάριο υγείας. Κάποιοι ελάχιστοι επιλέγουν την αυτασφάλιση -αν και είναι σχεδόν αδύνατο να ανταποκριθείς σ' αυτήν, εάν έχεις οικογένεια. Ενα βασικό μας αίτημα είναι να πέσουμε στα 50 ένσημα» λέει ο κ. Παρασκευόπουλος. Πολλοί μουσικοί πάντως ομολογούν ότι «έχουμε ξεχάσει το θέμα "σύνταξη"». Και ο πρόεδρος του ΠΜΣ διαβεβαιώνει: «Εχουμε σοβαρές περιπτώσεις ανθρώπων που είναι στο δρόμο».

* Εκτός «βαρέων-ανθυγιεινών»: «Η κατεύθυνση της κυβέρνησης είναι να εξαιρεθούμε από αυτά, αγνοώντας την επιστημονική δεοντολογία που λέει ότι ένας μουσικός σε μαγαζί εκτίθεται σε πολύ υψηλά ντεσιμπέλ και εργάζεται τελείως κόντρα στο βιολογικό του ρολόι, με άγχος και ένταση».

Και πιτσαδόροι!

Πώς ζουν οι μουσικοί; «Κάποιοι συμμετέχουν σε ορχήστρες, άλλοι κάνουν μαθήματα σε ωδεία ή ιδιαίτερα. Αλλοι εργάζονται σε στούντιο. Ξέρω όμως και μουσικούς που κάνουν delivery σε πιτσαρία ή τον πλασιέ βιβλίων». Κι αν κάτι λέει αυτό, φέτος δύο κορυφαίοι και ονομαστοί δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, ο Μανώλης Καραντίνης και ο Μανώλης Πάππος, κινούνται «περιφερειακά». Ο πρώτος εμφανίζεται στον «Μπάμπη» της Κηφισιάς ενώ ο δεύτερος κάνει περιστασιακά διήμερα σε διάφορους χώρους. *

Μη μου θυμίζετε βράδια αγαπημένα

Ολοι ξέρουν ότι τα παχιά μεροκάματα είναι παρελθόν. Αν και κάποια μεγάλα ονόματα εξακολουθούν να ζητούν από 5.000 μέχρι 3.000 ευρώ για κάθε live, ο μέσος όρος έχει φτάσει στα 1.200-1.000 ευρώ τη βραδιά.

Κι από κει και πέρα τα νυχτοκάματα των τραγουδιστών, με βάση την εμπορική «αξία» του ονόματός τους, διαμορφώνονται κατά περίσταση από 1.000-500-400 έως 300 ευρώ τη βραδιά επί τέσσερα διήμερα, στην καλύτερη περίπτωση.

Πιο επίμονες αποδεικνύονται οι πίστες, με την πιάτσα να ορίζει τα νυχτοκάματα μεταξύ 15.000 και 5.000 ευρώ κατά περίσταση. Η πιάτσα λέει επίσης πως αυτός που διατηρεί την αμοιβή του ακατέβατη είναι ο Σάκης Ρουβάς, αν και το κοινό του πρόγραμμα με την Αννα Βίσση καλωσορίζει πια και σαββατιάτικους χορούς λειτουργώντας κυρίως με συλλογικά εκπτωτικά «πακέτα» και κουπόνια για σωματεία και συλλόγους - κάτι που για Σαββατόβραδο ήταν απολύτως αδιανόητο πριν από μία 5ετία.

Οταν τα σούπερ εμπορικά ονόματα λειτουργούν με χορούς, τα άλλα βάζουν νερό στο κρασί τους. Αλλά πόσο νερό να βάλεις; «Μια σεζόν έκανα 95 μεροκάματα στο "Χάραμα" και με το ζόρι μού κόλλησαν 25 ένσημα. Γενικώς οι επιχειρηματίες δεν προτιμούν όσους έχουν δελτία παροχής υπηρεσιών, γιατί σ' αυτή την περίπτωση το μεροκάματο 1.000 ευρώ γίνεται με τον ΦΠΑ 1.500. Εκτός Αθηνών, επειδή οι συμφωνίες γίνονται "παραδοσιακά" χωρίς υπογραφές και επίσημα έγγραφα, παίζεις κορόνα-γράμματα. Ετυχε να με καλέσουν σ' ένα κέντρο στην Κρήτη για ένα διήμερο και στο τέλος έβαλα και τα εισιτήρια από την τσέπη μου» λέει γνωστή τραγουδίστρια, που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία της. «Παίζει», προσθέτει, «το σύστημα "για την τέχνη, ρε παιδιά". Πας και βλέπεις μια αίθουσα χωρητικότητας 300 ατόμων, τίγκα, με 500 άτομα και χωρίς απόδειξη. Και μετά ο ιδιοκτήτης σού λέει "δεν έχω να σου δώσω. Θα σ' τα χρωστάω..."»

Το φαινόμενο δεν είναι σπάνιο. «Πολλοί έμαθαν ότι κάναμε support στον Σαντάνα, αλλά κανένας δεν έμαθε για τον τάδε διοργανωτή συναυλίας στην επαρχία, ο οποίος δεν μας πλήρωσε και αναγκαστήκαμε να πληρώσουμε από την τσέπη μας 500 ευρώ για να γυρίσουμε σπίτι μας» έλεγαν πρόσφατα οι Rosebleed. Το ίδιο κυκλοφορεί ότι συνέβη σε πολύ γνωστό τραγουδοποιό, που, αφού άρχισε τις ήδη sold-out εμφανίσεις του σε νυχτερινό στέκι, πληροφορήθηκε ότι ο επιχειρηματίας είναι καταχρεωμένος και δεν έχει να τον πληρώσει.

Τότε, μου δίνουν πουρμπουάρ

Αν όλα αυτά ισχύουν για τους μουσικούς, σκεφτείτε τι εφαρμόζεται στην περίπτωση του προσωπικού των νυχτερινών κέντρων: συμφωνίες στο «μιλητό», ανασφάλιστη εργασία και μεροκάματο 60-80 ευρώ τη βραδιά στην καλύτερη περίπτωση.

Ποιο είναι το σύστημα; Οι περισσότεροι χώροι χρησιμοποιούν επισήμως 2-3 άτομα, τα οποία φροντίζουν να τα έχουν καθ' όλα νόμιμα: με κανονικό μεροκάματο, ασφάλιση και μονιμότητα. Παράλληλα προσλαμβάνουν εποχικούς, ανασφάλιστους, με χαμηλά μεροκάματα, χωρίς δώρα και υπερωρίες και με τη δαμόκλειο σπάθη της εύκολης αντικατάστασής τους.

«Δούλευα μέχρι πέρσι», λέει η 26χρονη Αννα, «σε μια μουσική σκηνή 300 θέσεων. Η δουλειά ήταν 2-3 φορές την εβδομάδα, 9 μ.μ. - 5 π.μ. (μαζεύαμε το μαγαζί, σκουπίζαμε, τακτοποιούσαμε τις καρέκλες κ.λπ.). Επαιρνα 40 ευρώ τη βραδιά, αλλά ήμουν ευχαριστημένη, γιατί έβγαζα άλλα τόσα από τα tips. Βέβαια κι αυτά έπρεπε να τα μοιραζόμαστε με τον πορτιέρη, τον μπάρμαν και τον υπεύθυνο σερβιτόρο. Αλλά ακόμα κι έτσι φεύγαμε με μια 80άρα. Αυτά τα λεφτά είναι μια χαρά, ειδικά για τέτοιους χώρους στην Αθήνα που ξέρεις ότι είναι τόσο πολλοί οι φοιτητές που ψάχνουν τέτοιες δουλειές, ώστε ο επιχειρηματίας να μην το 'χει σε τίποτα να σε πετάξει έξω. Μήπως του κοστίζει τίποτα; Και η πρόσλήψή σου στο "μιλητό", χωρίς χαρτιά, γίνεται. Ενσημα; Μα πού ζεις;»

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Εικαστικός πόλεμος στους τοίχους της πόλης
Μπουρζουά διά χειρός Εϊμιν
Η πτώση του Τείχους και τα αναδυόμενα ταλέντα
Συνέντευξη: Ασγκάρ Φαραντί
Μας λογοκρίνουν ακόμα και οι θεατές
Θέατρο
Παραμύθια που γυαλίζουν στο σκοτάδι
Χορογραφώντας το κενό
«Γέρασα και ακόμα με φοβούνται»
Συνέντευξη: Σταύρος Πετσόπουλος
«Με ενοχλούν τα τύπου καλά βιβλία»
Ερευνα: Η κρίση στον μουσικό χώρο
Κι η νύχτα τρίζει, σε ξενιτεύει
Κομικςοδρόμιο
«The Cape»: μια νέα τηλεοπτική σειρά
Κολατσιό παρέα με τον Σούπερμαν