Έντυπη Έκδοση

Συνταγές επιβίωσης σε μεξικανικούς καιρούς

Οσο και να θέλαμε να φύγει η σκέψη μας από το Μεξικό, η γρίπη που μας έφερε τον πυρετό της -σε συνδυασμό με τη χρησιμότητα του γουρουνιού, την οποία αναλύσαμε επαρκώς στο τελευταίο άρθρο μας- μας οδήγησε στον ακόλουθο σχιζοφρενικό συλλογισμό: Η περιβόητη γρίπη των χοίρων ήταν επινόηση αμερικανών πρακτόρων με στόχο το αμερικανικό «τερπνόν μετά του ωφελίμου»· «τερπνόν», εφόσον θα απέφερε κερδοφορία στις φαρμακοβιομηχανίες της χώρας τους, και «ωφέλιμον», καθότι θα απέτρεπε μια πιθανή επανάσταση των εξαθλιωμένων μεξικανών γειτόνων τους, η οποία θα πυροδοτούσε ανάλογες εξελίξεις και στις υπόλοιπες λατινοαμερικανικές χώρες, ηφαίστεια για τον Βορρά, τον προηγμένο πανθηγέτη.

Μ' άλλα λόγια, μια απλή ίωση μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο φόβος της επιδημίας στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης μπορεί να δράσει ως το αποτελεσματικότερο όπλο καταστολής και αναχαίτισης, ενσπείροντας τον δισταγμό ακόμα και σ' έναν λαό που τραγουδάει τον θάνατο.

Βίβα Μέχικο!, αναφωνήσαμε μέσα στον πυρετό μας και δίνοντας ένα σάλτο βρεθήκαμε από το κρεβάτι στην κουζίνα.

Αδειάσαμε σε μια μικρή κατσαρόλα το νερό που κρατούσαμε ζεστό στον βραστήρα για τα τσάγια μας, προσθέσαμε σιγά σιγά κι ανακατεύοντας, ώστε να μη σβολιάσει, ένα φλιτζάνι καλαμποκάλευρο από συσκευασία που ανέγραφε «Προϊόν βιολογικής καλλιέργειας», ρίξαμε και τρεις κόκκους αλάτι χοντρό κι αφήσαμε το μείγμα να σιγοβράσει, ανακατεύοντας πού και πού. Παράλληλα, πήραμε από το λαγήνι μια γενναία κουταλιά παγωμένο χοιρινό λίπος και το βάλαμε σ' ένα μικρό τηγάνι για να λιώσει σε σιγανή φωτιά. Κόψαμε γρήγορα γρήγορα ένα ξερό κρεμμύδι σε λεπτές ροδέλες κι αφού τις μαράναμε στο λιωμένο λίπος, αδειάσαμε το περιεχόμενο του τηγανιού στην πηχτή καλαμποκόμαζα της κατσαρόλας. Ανακατέψαμε καλά, αποσύραμε την κατσαρόλα από το μάτι και, μόλις βεβαιωθήκαμε ότι κλείσαμε τους διακόπτες, σερβιριστήκαμε και καταπολεμήσαμε τη γρίπη μ' ένα βόλι σαν τα κολοκοτρωνέικα.

Το «βόλι» αυτό στις λατινογενείς γλώσσες λέγεται πολέντα· στην ελληνική των παραδόσεων, μπαζίνα, η οποία έχει την παραλλαγή της με λάδι και σκληρή, βαρελίσια φέτα.

Τα επινίκια σκεφτήκαμε προς στιγμήν να τα γιορτάσουμε με μια τεκίλα, όμως έτσι θα υποκύπταμε στη γραφικότητα και γι' αυτό προτιμήσαμε μια κούπα ζεστό ρακόμελο.

Ωστόσο, η σκέψη μας δεν εγκατέλειπε τη χώρα αυτή της Κεντρικής Αμερικής και τότε θυμηθήκαμε τον ισπανό συγγραφέα Ραμόν Χ. Σέντερ1, ο οποίος, διωκόμενος ως αναρχικός από τους φαλαγγίτες της μητέρας πατρίδας, κατέφυγε διαδοχικά στη Γαλλία, στη Γουατεμάλα και στο Μεξικό, για να καταλήξει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αφιερώθηκε στην πεζογραφία.

Από το πλούσιο έργο του διαλέξαμε, για ευνόητους λόγους, τη νουβέλα Ο παράξενος κύριος Φωτεινός2, την πρώτη εκ των πέντε που περιέχονται στο ομότιτλο βιβλίο, από την οποία μεταφράσαμε μικρά αποσπάσματα:

[...] Ονομαζόταν Φωτεινός και ήταν ή έμοιαζε Ευρωπαίος.

Το όνομα με έβαλε σε εγρήγορση γιατί photos είναι φως, στα ελληνικά. Επιπροσθέτως, είπε πως είχε ένα μεγάλο κατάστημα με τζάμια, κρύσταλλα και καθρέφτες που λεγόταν «Η Βενετσιάνα»[...].

Τον είδαμε -τον Ελληνα- τρεις τέσσερις φορές και κάθε μέρα φορούσε διαφορετικά γυαλιά. [...]: υπέφερε όχι από γλαύκωμα, αλλά από βουβές εκρήξεις οφειλόμενες σε ένα παράξενο είδος φωτός (σαν αυτό το φως να έβγαινε από τον ίδιο, από μέσα του) [...] Είχε αληθινό πανικό με το ηλιακό φως, όπως έχουν κάποια έντομα.

«Το χειρότερο στην περίπτωσή μου -έλεγε δείχνοντας στο στομάχι του δεξιά- είναι ότι εδώ απηχούν οι εκρήξεις γλαυκού φωτός. Θα έλεγα πως σε τούτη την άλλη πλευρά, στο πλέγμα, κουβαλάω αυτό το εσωτερικό φως που έρχεται σε σύγκρουση με το απ' έξω. Συγκρούσεις άβολες. Τρομερές κάποιες φορές. [...] Μεταφέρουμε τζάμια μονάχα τις συννεφιασμένες μέρες, γιατί δεν ξέρω ποιανού του ήρθε η ιδέα πως οι μεγάλες επιφάνειες από πυριτικά άλατα αλουμινίου προκαλούν βίαιες αντανακλάσεις και οι αντανακλάσεις αυτές, όχι μόνο μπορούν να θαμπώσουν έναν οδηγό ή να τον κάνουν να χάσει την πορεία του, αλλά και να τυφλώσουν άτομα με αδύναμη όραση. Και λένε επίσης -κι αυτό είναι απολύτως εξακριβωμένο- ότι μπορούν να συγκλίνουν διάφορες αντανακλάσεις η μία πάνω στην άλλη και να προκαλέσουν εγκαύματα στο δέρμα, ακόμα και πυρκαγιά σε κάποιο κτήριο όπως έκαναν στην αρχαιότητα τα κάτοπτρα του Αρχιμήδη. Δεν ήταν ο Αρχιμήδης; [...]»

Εμαθα κι άλλα πράγματα για τον Φωτεινό, ακόμα πιο παράξενα. Τη νύχτα μεταμφιεζόταν για να μην τον αναγνωρίζουν, διαισθανόμενος στο γεγονός αυτό κάποιον κίνδυνο λίγο ώς πολύ συγκεκριμένο. Πώς μεταμφιεζόταν; Είχε, όπως μου είπε κάποιος σερβιτόρος στο εστιατόριο, ένα κουρελιασμένο κοστούμι που το έβαζε πάνω από το κοστούμι του μεγαλοαστού που φορούσε τη μέρα. Παντελόνι, γιλέκο, σακάκι (ακόμα και τα κουρέλια, τη σκισμένη φόδρα που κρεμόταν και το ξαναραμμένο μανίκι με διαφορετικά μπαλώματα), τα φορούσε μεμιάς σαν να ήταν ένα μονοκόμματο ρούχο και του έπεφταν τόσο καλά στο σώμα του, λες και ήταν κομμένα και ραμμένα πάνω του. Τη νύχτα, λοιπόν, ο Φωτεινός έμοιαζε ζητιάνος [...]

«Τη νύχτα με φωνάζουν Μαρότο. Ασχημο παρατσούκλι. Υπήρχε κάποτε ένας Μαρότο που σκανδάλιζε ως παιδεραστής. Ετυχε μια φορά να μου επιτεθεί ένα σκυλί και ν' αρπάξει στα δόντια του ένα κομμάτι από τη μεταμφίεσή μου. Βλέποντας ότι αποκάτω ήμουν ντυμένος σαν τραπεζίτης, είπαν πως μεταμφιεζόμουν σε φτωχό για να ασκώ κι εγώ την παιδεραστία όπως εκείνος. Ο κόσμος έχει ανάγκη να εξηγεί τα πράγματα με τον τρόπο του, που σπάνια είναι ένας τρόπος καθαρός. Το ίδιο μου κάνει. Εγώ είμαι sexless, όπως θα έλεγαν οι γκρίνγκος, και τις λάγνες ηδονές τις έχω μόνο με τα παιχνίδια του φωτός και της σκιάς πάνω στο δέρμα μου.[...] Τα κουρέλια δεν προσδιορίζουν τίποτα.[...] Βλέπετε, κύριε, ότι πουλάω λαχεία; Είναι ένα από τα μικρά κολπάκια μου. Ο Ηλιος μοιράζει την υγεία και την τύχη. Το χρήμα είναι το σύγχρονο μέσο για υγεία και τύχη, δεν νομίζετε; Λοιπόν, εγώ μοιράζω χρήματα. Δεν θέλετε να αγοράσετε λαχεία; Πώς είπατε; Θ' αγοράσετε όλα τα λαχεία που έχω; Τόσο το καλύτερο.[...] Το μόνο που ζητάνε οι Μεξικανοί είναι να τους αφήνουν να καίγονται στη δική τους φωτιά και με τον δικό τους τρόπο. Κι έχουν δίκιο. Κι αυτό το ίδιο προσπαθεί όλος ο κόσμος να κάνει, σε Ανατολή και Δύση. Λείπει το χρήμα; Οχι τόσο. Υπάρχουν ηδονές απλές και πολύ λεπτές: για παράδειγμα, ν' αποκτάς και να χαρίζεις επιφάνειες από γυαλιστερό, χρωματιστό χαρτί. Οι Ινδιάνοι, πριν από την αποικία κατασκεύαζαν χρωματιστό χαρτί και του έδιναν διακοσμητική σπουδαιότητα αλλά και θρησκευτική μερικές φορές, κι ακόμα και σήμερα του δίνουν. Αγόρασα προχτές ένα μπουκέτο λουλούδια στην αγορά και η Ινδιάνα που μου τα πούλησε καθόταν πάνω σ' ένα πάκο από φύλλα χαρτιού μεταξωτού σε χρώμα τριανταφυλλί. Μόλις διάλεξε τα λουλούδια κι έφτιαξε το μπουκέτο έβγαλε από κάτω της ένα από τα πλατιά εκείνα φύλλα, όμως, όταν πήγε να τυλίξει τα λουλούδια, ο άνεμος της το πήρε από τα χέρια και το χαρτί πέταξε στον αέρα και χάθηκε πάνω από τις ταράτσες των σπιτιών. Η Ινδιάνα το κοίταζε να πετάει εκστασιασμένη και στο τέλος αναστέναξε από ηδονή και είπε: Τι όμορφος άγγελος! Ηταν όμορφος γιατί πάνω στο γαλάζιο του ουρανού το τριανταφυλλί ταίριαζε ωραία. [...] Χαρίστε, κύριε, αυτά τα χρήματα εδώ απόψε και θα δείτε πως όποιος τα πάρει θα χάσει τη βαρύτητα (την τρομερή αυτή βαρύτητα των ανθρώπων της κοιλάδας του Μεξικού). Με το χρήμα θα γίνουν επιπλέοντες, ρευστοί κι ανάλαφροι σαν το μεταξωτό τριανταφυλλί χαρτί που μοιάζει τόσο δροσερό πάνω στο γαλάζιο [...] Εντάξει· έχουν πει χιλιάδες φορές ότι ο φυσικός θάνατος σε τούτη τη χώρα είναι θάνατος βίαιος και οργιαστικός· όμως εσείς είδατε ότι κανένας δεν φοβάται αυτόν τον θάνατο, κανενός είδους θάνατο. Τα στόματα τρώγονται από μόνα τους πολύ πριν πεθάνουν, σαν να εκπαιδεύονται σε κάτι που οφείλουν να κάνουν κάποια μέρα. Το βλέπετε απόψε μεταξύ μας. Πηγαίνουμε, ερχόμαστε, κουβεντιάζουμε, πέφτουμε πάνω σε πράγματα μη αληθοφανή που ωστόσο πρέπει να τα δεχτούμε και να τα πιστέψουμε γιατί είμαστε μάρτυρες αυτών και δεν υπάρχει τρόπος να τα αρνηθούμε. Τι άλλο κάνουν τα στόματά μας παρά να τρώγονται από μόνα τους; Και τι κάνουν οι καρδιές μας; Και προπαντός, τι συμβαίνει στο ηλιακό μας πλέγμα, ιδιαίτερα στο δικό μου; [...] Μη με διακόπτετε. [...] Θα με θεωρούσαν αιρετικό όλες οι Εκκλησίες, κυρίως η δική μου, η Ελληνορθόδοξη. Μα ο Χριστός, το ίδιο με τον Διόνυσο, είναι ένας μύθος ηλιακός»[...]. *

1. Ramόn J. Sender (1901-1982)

2. El extrapo sepor Photynos, εκ. DESTINO, Βαρκελώνη, 1973

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Ο γερο-Λέμας
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Περί εκδοτών, δημιουργικής γραφής και άλλων βασανιστικών λέξεων
«Να είχεν ο έρωτας σαΐτες...»
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η μαγεία του μικρού
Η άφθαρτη γοητεία του Ρέιμοντ Τσάντλερ
Συνωμοσίες επί χάρτου χωρίς άλλοθι
Η μυστική εταιρεία των Ροδόσταυρων και ο πολύχρωμος κόσμος των Σούφι
Η επιστροφή του στρατιώτη
Στην πολυσημία της παιδικής ηλικίας
Ακραία συναισθήματα
Φαντασιακό και φιλοσοφία στον Καστοριάδη
Σεμνότητα και ευπροσηγορία
Προαιώνιες αλληγορίες
Ζωής αγώνας άγονος;
Από τις 4:00 στις 6:00
Ενα ταξίδι στην Αίγυπτο
40 χρόνια χωρίς τους Beatles
Λογοτεχνία
Ο γερο-Λέμας
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Περί εκδοτών, δημιουργικής γραφής και άλλων βασανιστικών λέξεων
«Να είχεν ο έρωτας σαΐτες...»
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Συνταγές επιβίωσης σε μεξικανικούς καιρούς
Άλλες ειδήσεις
Θέατρο «Εκάτη»
Φραντζέσκα ντα Ρίμινι
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ