Έντυπη Έκδοση

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΗΜΕΡΕΣ

Αμήν

Εργο του Βελάσκεθ, 1632 Εργο του Βελάσκεθ, 1632 Παύλος Μάτεσις

Graffito

εκδ. Καστανιώτη, σ. 152, 12,54 ευρώ

Από τη λήξη του παρόντος μυθιστορήματος του Παύλου Μάτεσι, άγνωστο πότε ακριβώς συμβαίνει, η 18η Δεκεμβρίου θα τιμάται στη χώρα, προφανώς τη δική μας, ως εθνική εορτή, καθότι την ημέρα εκείνη κάποιου σωτήριου έτους η Βουλή, συνεπεία μιας ασθένειας αστικής, καταποντίστηκε σε ένα απύθμενο χάος, συμπαρασύροντας τους βδελυρούς ενοίκους της. Το βιβλίο μεταφέρει σε ζοφερούς αποκαλυψιακούς τόνους τον ανήκουστο αυτό όλεθρο, που σημαδεύει τη ζωή του έθνους, εγκαινιάζοντας μια παραδείσια εποχή, αποκαθαρμένη από παλιές αμαρτίες, όπως κυβέρνηση, σύνταγμα, νόμους, δοξολογίες, σημαίες, πρεσβείες και εκλογικά βιβλιάρια. Ο Μάτεσις σε ρόλο προφήτη καταγράφει, εκστατικός από θυμό και αγαλλίαση, την εξαγνιστική διάλυση του άστεως, του αθηναϊκού κατά πάσα πιθανότητα, ενώ οι σελίδες γίνονται εκατόμβη των κάθε λογής βδελυγμάτων που το λυμαίνονταν, αρχής γενομένης με τους βουλευτές, τους παρατρεχάμενούς τους, τους συμπαθούντες και τους θυρωρούς κυβερνητικών χρηματοκιβωτίων. Από την εναρκτήρια κιόλας σκηνή το μυθιστόρημα γεμίζει πτώματα που κατακρημνίζονται σε ένα αχανές μαγκανοπήγαδο, «μία ευρύχωρη σκοτεινή οπή με άδηλο βάθος», πάνω από την οποία ορθωνόταν κάποτε η Βουλή ενός ακατονόμαστου έθνους.

Παρά την τρομερή εσχατολογία που εξαγγέλλει ο αφηγητής, η φωνή του μοιάζει να τρέμει από ηδονή, ενώ συνάμα πνίγεται σε έναν χείμαρρο γέλιου. Τα θύματα του αστικού λοιμού ολοένα πληθαίνουν, διασκεδάζοντας αφάνταστα αυτόν τον ανόσιο ευαγγελιστή, που βλέπει την προσμονή του για έναν καλύτερο κόσμο να υλοποιείται ραγδαίως. Μαζί του αγάλλεται και η γλώσσα του, που παίζει με τις λέξεις, φορώντας τους εκκλησιαστικούς τονισμούς, ξεκαρδισμένη με τη βέβηλη επινοητικότητά της. Παραδείγματος χάριν, ένα χερουβείμ απορημένο με το ανθρώπινο έθιμο του θανάτου αποφαίνεται: «Αυτό το ρήμα κείται εκτός γνώσεών μας». Οι αμαρτωλοί του άστεως ωστόσο πεθαίνουν σωρηδόν, μετατρέποντας τον θάνατο, που παύει τις φαιδρές, ανάξιες υπάρξεις τους, σε φαρσοκωμωδία. Δικαίως λοιπόν ο συγγραφέας τούς ξαποστέλνει εις το πυρ το εξώτερον, με την πολύτιμη αρωγή βενζινοφόρων οχημάτων που συρρέουν στην πλατεία (του πρώην Συντάγματος μάλλον) για να κάνουν παρανάλωμα τους θεατές των κοινοβουλευτικών συντριμμιών. Ουδείς ωστόσο από τους φιλοθεάμονες διανοείται τον επερχόμενο χαμό του και όλοι «αποδέχτηκαν το ολοκαύτωμά τους με πατριωτισμό και αμεριμνησία». Μερικοί μάλιστα, φιλότεχνοι οπωσδήποτε, εξέλαβαν την καύση τους ως μέρος μιας πρωτοποριακής παράστασης γερμανών σκηνοθετών. Τουλάχιστον ο θεός που τους αναλογούσε, ήτοι ο Μάτεσις, τους ελέησε με τη χάρη του ακαταλόγιστου, ώστε να διαπλεύσουν την Αχερουσία έτσι ακριβώς όπως έζησαν, «εναλλακτικά και επικοινωνιακά».

Γενικότερα ο συγγραφέας επί περίπου 150 σελίδες επιτελεί έργο θεάρεστο, περνώντας την άνομη πόλη διά πυρός και σιδήρου. Διότι προφανώς κάτι δεν πάει καθόλου καλά με ένα έθνος που διαθέτει υπηρεσίες και θεσμούς αλλόκοτους έως ύποπτους, όπως υπουργείο Ασθενειών, υπουργείο Πυροσβέσεων, Εθνική Αυτοκρατορική Χωροφυλακή, αυτοκρατορικά ανάκτορα, Εθνικόφρονα Αριστερά, Εθνική Τουαλέτα, Αντρον της Θέμιδος και, εξυπακούεται, Εθνική Εκκλησιαστική Ομοσπονδία Θρησκεύματος. Στην τελευταία πρέπει να υπάγεται το υπουργείο Εκκλησιών, το οποίο αντιμέτωπο με έναν πρωτοφανή θρησκευτικό παροξυσμό, απόρροια του βαρύτατου πένθους, κινητοποιήθηκε εγκαίρως, προβαίνοντας στη δωρεάν παροχή «καλογήρων-ρομπότ», προς παραμυθία των τεθλιμμένων. «Τα ρομπότ αυτά φορτίζονται στους ώμους τους τα άλγη και τους πόνους του πιστού, απολυμαίνουν από πένθη και αμαρτίες, όχι μόνο του προσερχομένου χριστιανού, αλλά και του απερχομένου συγγενούς. Εξαλείφουν άγχη και πένθος με ανώδυνους ηλεκτρονικούς κραδασμούς και ταλαντώσεις, ένα πνευματικό μασάζ, δέχονται εξομολογήσεις, δεν τις βγάζουν βούκινο μετά, σερβίρουν θεία κοινωνία - το τελευταίο αντί σχετικής αμοιβής». Υπό τη σκέπη της τεχνολογικής προόδου, Εκκλησία και κοσμικός βίος ομονοούν και εναγκαλίζονται.

Ηλεκτρισμένη από αιφνίδια θεία φώτιση μια θεία Φωτούλα, αρχέτυπο της πολύτροπης Ελληνίδας νοικοκυράς, αναλαμβάνει να εξολοθρεύσει τα εναπομείναντα δαιμόνια, εκδράμοντας με βενζίνη και σπίρτα στα επαίσχυντα ορεινά προάστια. Το εμπρηστικό πρόγραμμα της γυναικείας σέχτας της θα μείνει αλησμόνητο και θα υμνείται από τους επιγόνους της, δεκαπεντάχρονοι και δεκαεξάχρονοι προς το παρόν, όταν πια εκείνοι θα έχουν προαχθεί σε «αναρχίδια». Βέβαια, το ιερό πυρ της Φωτούλας δεν πρέπει να συγχέεται με τα ατυχήματα από τις φρυκτωρίες μέσω των οποίων ασκούνταν πλέον η εξωτερική πολιτική. Επειδή οι πυρσοί είχαν να χρησιμοποιηθούν ως κώδικας επικοινωνίας εδώ και αιώνες, επόμενο ήταν να υπάρξουν αστοχίες, με αποτέλεσμα να καψαλιστούν λίγο τα σύνορα όμορης χώρας.

Τα ευτράπελα που ακολουθούν τον λοιμό καταδεικνύουν την εκφύλιση πολιτών και θεσμών, δικαιολογώντας απολύτως τη συγγραφική μήνιν και την καταδίκη δικαίων και απολωλότων στο αιώνιο πυρ. Σε αυτή την παρωδία Δευτέρας Παρουσίας το κακό ενσκήπτει σε αλλοπρόσαλλες εκφάνσεις, μία από τις οποίες είναι η επιδρομή αμέτρητων λιμασμένων καβουριών που λιανίζουν ό,τι πιαστεί στις δαγκάνες τους. Σε μια πόλη επάρατη λογικό είναι να εκκολάπτονται αναρίθμητα καρκινώματα. Από το άλλο μέρος, το προπύργιο της δημοκρατίας υποβιβάζεται σε κοτέτσι, όταν από το υπερώο της καθημαγμένης Βουλής αναδύονται φτεροκοπώντας κότες, πάσχουσες από «αριβισμό και μανία κοινωνικής ανόδου», που ανυψώνονται προς τις πύλες του ουρανού, νομίζοντας ότι προβιβάστηκαν σε οιωνούς. Ασφαλώς κανένας σοβαρός οιωνοσκόπος δεν θα τις καταδεχόταν προκειμένου να ατενίσει τα μελλούμενα. Οπως και να έχει, η μετεγκατάσταση των ορνίθων στη στρατόσφαιρα δεν έχει καμία επίπτωση στα ανθρώπινα. Μόνο η μουσική των σφαιρών των Πυθαγόρειων, η συμπαντική αρμονία, αμαυρώνεται από τα κακαρίσματά τους. Τα χερουβείμ επίσης, τα οποία εγκαταβιώνουν στη στρατόσφαιρα έχοντας για κάποιο λόγο κατέλθει στην ουράνια κλίμακα, θεωρούν ασεβή τη μετοίκηση των εν λόγω πτηνών στην επικράτειά τους. Ωστόσο τα αγγελικά πλάσματα έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ σημαντικότερα προβλήματα, διότι οι «Ανω Υπηρεσίες Ασωμάτων» απεργάζονται τον αφορισμό τους εξαιτίας της διαπιστωμένης ευαισθησίας τους στην αστική ασθένεια· σαφής ένδειξη της ατελούς φύσης τους. Τελικά η 18η Δεκεμβρίου, ορισμένη από τον ΟΗΕ ως παγκόσμια ημέρα μετανάστη, αποδεικνύεται δυσοίωνη για τα χερουβείμ, τα οποία, αφορισμένα και στιγματισμένα, μεταναστεύουν στον γ' κατηγορίας πλανήτη Γη. Οι άνωθεν αρχές «τα καθαίρεσαν από το πόστο τους, τους έκοψαν μισθούς, δώρα Χριστουγέννων και έξοδα παραστάσεως, επίσης και οδοιπορικά, και με κλοτσιές και αγκωνιές τα ώθησαν έξω από την άκρη τού πατώματος της στρατόσφαιρας». Συνεπώς δεν εμφανίζονται στην επίγεια ζωή ως αγγελιαφόροι της θεϊκής βούλησης, αλλά σαν λαθρομετανάστες που τρυπώνουν σε εγκαταλελειμμένα κτήρια, παρενοχλώντας τα οικόσιτα φαντάσματα. Σαν να μην έφτανε όλος αυτός ο ξεπεσμός, κάθε φορά που ξεμυτίζουν από τις κρυψώνες τους, συναντούν τα περιφρονητικά βλέμματα αγαλμάτων (δραπέτες μουσείων), τα οποία λόγω της αρχαιοπρεπούς ξιπασιάς τους ούτε μια καλημέρα δεν ξεστομίζουν. Ενα θιγμένο χερουβείμ, σαφώς καλλιεργημένο, αναρωτιέται: «Μήπως είναι λαός άλλης θρησκείας;».

Το γκροτέσκο «χερουβικό» που ψάλλει στεντόρεια ο Παύλος Μάτεσις, αντηχεί σε έναν κόσμο γελοίο και χυδαίο, ο οποίος πορεύεται προς τον Γολγοθά της εξιλέωσης για να αναστηθεί. Και καθώς ο παλαιός κόσμος αναλιγώνει μέσα στις φλόγες μαζί με τα υπολείμματα του πολιτισμού, της ιστορίας και των μύθων του, γίνεται ένας τεφρός χυλός, ενόσω ένας ουρανόπεμπτος κεραυνός σημαδεύει με την αιχμή του το κέντρο της δίνης, κατευθύνοντάς την προς έναν άγνωστο πάτο. Τα μιαρά λείψανα της Βουλής «κατρακυλούσαν πρόσχαρα και διαρκώς, έτρεχαν σαν να παραβγαίνουν, κατρακυλούσαν όμως και έτρεχαν διαρκώς, επειδή αυτό το χάος δεν διαθέτει τέρμα». Και όσοι από τύχη ζούσαν ακόμη, «έσκυβαν επικοινωνιακά και εναλλακτικά γύρω από το χείλος του πηγαδιού και κοιτούσαν τη στάχτη της που είχε γίνει πολτός και κυλούσε εύτακτα, προωθούμενος από το ράμφος του κεραυνού».

Οταν ένα εαρινό πρωινό η τιμωρία ολοκληρώνεται και δίνεται άφεση στην πόλη, αυτή είναι πια μια «επίπεδη επιφάνεια», μια «απλοϊκή πεδιάδα», όπου οι 6.600 επιζώντες (αν είχαν γλιτώσει 60 παραπάνω θα ακυρωνόταν ο ευχετικός χαρακτήρας της προφητείας) ζούσαν «άνετα και απλόχωρα και χαμογελαστά», απολαμβάνοντας έναν αχείμαντο «ημιυπαίθριο βίο». Το αναγεννημένο χώμα ευλογεί τους λιγοστούς αυτούς μακάριους, ενταφιάζοντας τα αστικά ερείπια σε μια εδεμική ανθοφορία. Στο σωτηριολογικό όραμα του Παύλου Μάτεσι η Κόλαση τίκτει τη βασιλεία της ομορφιάς.

Γεννηθήτω το θέλημά του.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Αφιέρωμα
Βιβλία για τις πασχαλινές ημέρες
Μία λίμνη δίχως βάθος!
Η κρίση του γραπτού Τύπου, η δύναμη της Ιστορίας και η μαγεία της Πόλης
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
Αμήν
Βιβλία για τις πασχαλινές ημέρες
Μία λίμνη δίχως βάθος!
Η κρίση του γραπτού Τύπου, η δύναμη της Ιστορίας και η μαγεία της Πόλης
Βιβλίο
Ενα βιβλίο σχεδόν «αχειροποίητο» - Ενα θεατρικό έργο με «μηδέν λιπαρά»
Το χωρίς προϋπόθεση βλέμμα του ταξιδιώτη
Κριτική βιβλίου
Παπαδιαμαντικό μετάφρασμα
Ο Ζακ Ντεριντά και «το φάρμακον» ενός εκπατρισμένου υποκειμένου
Εις κεκοιμημένους...
Λεονάρντο ντα Βίντσι Οι σημειώσεις μιας μεγαλοφυΐας
Η εποχή των μπολιβαριανών;
Μουσική
Εγινε σταρ από σύμπτωση
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς