Έντυπη Έκδοση

Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς

Αυτή τη φορά δεν σκεφτήκαμε πρώτα τι θα μαγειρέψουμε αλλά τι θα γράψουμε ή καλύτερα, τι θα μεταφράσουμε. Οι καιροί, όμως, είναι δύσκολοι. Τα προβλήματα εμφανίζονται άλυτα. Και στο ημερολόγιο βλέπουμε πως η τελευταία Βιβλιοθήκη του Μαρτίου θα κυκλοφορήσει μία μέρα μετά την 25η και δύο πριν από τη φετινή επέτειο της Ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου. Επομένως, οι καιροί μάλλον σε γιουρούσια παραπέμπουν.

Ορμάμε σε βιβλιοθήκες -ιδιωτικές, δημόσιες, ηλεκτρονικές- για να δούμε τι έχει γραφεί στην ισπανόφωνη λογοτεχνία, όχι για την Ελληνική Επανάσταση, αφού ήδη γνωρίζουμε ότι έχει εμπνεύσει πολλούς ποιητές και πεζογράφους του ρομαντισμού, αλλά για το Μεσολόγγι.

Αρχίζουμε την έρευνα από την Ισπανία και, πιο κοντά στο 1826, βρίσκουμε μια ωδή στην ελευθερία, γραμμένη το 1827 από τον δεκαοχτάχρονο Μαριάνο Χοσέ δε Λάρα.1 Παρόλο που έχει προσχωρήσει σε μια απολυταρχική παραστρατιωτική οργάνωση του βασιλιά Φερδινάνδου Ζ', ο Λάρα φαίνεται να ενθουσιάζεται με τον φιλελληνισμό των Ευρωπαίων και την ανεξαρτησία των λατινοαμερικανικών χωρών από την Ισπανία. Η ωδή του καταλήγει ως εξής:

Φύγετε βάρβαροι μακριά, εσείς που μ' αλυσίδες*2

τον κόσμο τον ανυπεράσπιστο και πονεμένο

σε διαρκή σκλαβιά τον έχετε καταδικάσει.

Τέλειωσ' η εξουσία σας. Κραυγή ελευθερίας

στο άλλο ημισφαίριο εσείς δεν την ακούτε

όπου στολίζει μέτωπα με τη μεγαλοσύνη

και τη δική της κήρυξε την αυτοκρατορία;

Χαρούμενη η Ευρώπη στην κραυγή της απαντάει:

Ιδού! Ακούστε την κραυγή στη σύγχρονη Αθήνα,

ακούστε την πώς αντηχεί σ' όλη την Αλβιώνα·3

νίκησε κατανίκησε μοίρα και πεπρωμένο.

Δεν την ακούτε πώς βροντά κι είναι κραυγή θριάμβου

μέσα στο Μεσολόγγι και μέσα στο Ναβαρίνο;

Τώρα παντού κυριαρχεί παντού σ' όλο τον κόσμο·

πως δεν υπάρχουν σκλάβοι πια, παντού βροντοφωνάζει·

ο άνθρωπος ελεύθερος μέχρι της γης την άκρη.

Το ξαναλέει η Αλβιών, και τον λαιμό τσακίζει

του βάρβαρου δεσποτισμού. Και πάνω σε θεμέλια

πιο στέρεα και πιο πολύ ανθρώπινα, πατώντας

ορκίζεται η λευτεριά, η λευτεριά τ' ανθρώπου,

αιώνιο τον πόλεμο να έχει στους τυράννους:

η φύση δεν τον έκανε τον άνθρωπο για σκλάβο,

αλλιώς δεν θα του έδινε όλης της γης το σκήπτρο.

Στη συνέχεια, βλέπουμε ότι ο Εστανισλάο δε Κόσκα Βάγιο υ Λαμάρκα4 εκδίδει το 1830 στη Βαλένθια το εμπλουτισμένο με ιστορικά στοιχεία ρομαντικό μυθιστόρημά του Ελλάδα ή Η παρθένος του Μεσολογγίου.5 Πρόκειται για μελοδραματική ερωτική περιπέτεια, που δεν θα μας απασχολήσει περισσότερο εδώ. Θα σταθούμε μόνο στις τελευταίες αράδες τής εισαγωγής, που η έκτασή της φτάνει τις 53 σελίδες, συγκινημένοι από το φιλελληνικό πάθος που διακατέχει τον βαλενθιανό συγγραφέα:

«Ιδού οι δύο αρχές που οι πολιτικοί βλέπουν να καταδεικνύει η Ιστορία και να επιβεβαιώνει ο λαμπρός αυτός αγώνας. Μα ούτε και οι φιλόσοφοι δεν έπαψαν να μαθαίνουν από αυτόν. Η Ρώμη δίδασκε πως η εργασία παράγει την αρετή και τη μετριοπάθεια, και το δίδασκε με το παράδειγμα των Φαβίων και Καμίλλων.6 Τώρα παρατηρούμε το αυτό και στους Ελληνες: και συγκρίνοντας την άγνοιά τους με τον ηρωισμό τους, συνάγουμε ότι ο ηρωισμός τους είναι παιδί της απελπισμένης αρετής. Η αναγεννημένη Ελλάδα λέει στους λαούς: άντρες, μάθετε να είστε γενναίοι· γυναίκες, μάθετε να είστε ενάρετες».

Ευτυχώς, ο συγγραφέας λέει «ενάρετες», δεν λέει Παναγίες... Μη βάλουμε στη μέση και τον Ευαγγελισμό!

Και πάμε παρακάτω, αν και χρονολογικά ανεβαίνουμε και φτάνουμε στο 1995. Οπότε και βρίσκουμε να γίνεται μια πιο καινούρια αναφορά στο Μεσολόγγι από τον Λουίς Αντόνιο δε Βιγιένα και στο μυθιστόρημά του Το μπουρδέλο του Λόρδου Βύρωνα.7 Δυστυχώς, ο σύγχρονος αυτός συγγραφέας μιλάει για κάποιο πορνείο του Λονδίνου και όχι του Μεσολογγίου. Την ιερή μας πόλη τη χρησιμοποιεί μόνον ως τόπο, ως σκηνικό, των τελευταίων ερώτων και ημερών του συμβόλου του φιλελληνισμού. Και λέμε «δυστυχώς» γιατί δεν μας επιτρέπει να φτάσουμε κι εμείς, έστω και συνειρμικά, στο παγκοσμιοποιημένο συμπέρασμα: ότι, δηλαδή, το μπουρδέλο του Βύρωνα μεγάλωσε τόσο που, σπάζοντας τον σολωμικό «φράχτη», εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα, η οποία, ως ανθυποεπαρχία της Ευρώπης, απειλεί τον πολιτικο-οικονομικό πουριτανισμό της Μητρόπολης.

Δυστυχώς, αναγκαζόμαστε να ξαναπούμε «δυστυχώς» γιατί, μέσα σε λίγα χρόνια -λίγα είναι για τη μακραίωνη ιστορία μας τα 184 από την πτώση του Μεσολογγίου- το κύμα φιλελλήνων που είχε φουντώσει τότε με τον Βύρωνα, έχει πια μεταλλαχθεί σε θύελλα ανθελλήνων.

Μα τι κακό κι αυτό να σκεφτόμαστε μεγαλόφωνα; Κινδυνεύουμε να κακοχαρακτηριστούμε, να μας πουν εθνικόφρονες!

Καιρός, λοιπόν, να φύγουμε από την Ισπανία και να κατηφορίσουμε προς τη Λατινική Αμερική.

Αλλά πώς; Ετσι; Νηστικοί; Θα λιποθυμήσουμε. Κι αν λιποθυμήσουμε στο πλοίο που όλοι το βλέπουν να βουλιάζει, μπορεί να νομίσουν ότι πεθάναμε και να μας πετάξουν στη θάλασσα να μας φάνε τα ψάρια, προτού μας φάνε οι καρχαρίες με τις χρυσές μασέλες. Γιατί ο νόμος της θαλάσσης είναι νόμος, όσο το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Αντιστεκόμενοι στο νόμο αυτόν, δεν θα φάμε ψάρια σήμερα· θα φάμε μαλάκια!

Στέλνουμε τον καλό μας στο ψαράδικο και μας φέρνει τέσσερα μεγάλα καλαμάρια -ένα για τον καθένα μας-, καθαρισμένα, αλλά ολόκληρα.

Εν τω μεταξύ εμείς, αφού ανάψουμε τον φούρνο στο τέρμα να προθερμαίνεται, πλένουμε και κόβουμε σε φέτες μισό κιλό μανιτάρια, τέσσερα μεγάλα ξερά κρεμμύδια σε ροδέλες και οχτώ κλωναράκια μαϊντανό και τα αφήνουμε όλα μαζί στο τρυπητό. Καθαρίζουμε, πλένουμε και κόβουμε σε ροδέλες άλλα τέσσερα ξερά κρεμμύδια και τα στρώνουμε στη γάστρα. Ερχονται και τα καλαμάρια, τα πλένουμε καλά καλά και αφού τα γεμίσουμε με τα μανιτάρια, τα κρεμμύδια και τον μαϊντανό, τα τοποθετούμε στη γάστρα πλάι πλάι, πάνω στα κρεμμύδια που στρώσαμε, χωρίς να προσθέσουμε ούτε αλάτι ούτε λάδι ούτε νερό· μόνο μαύρο πιπέρι και τέσσερα δαφνόφυλλα. Σκεπάζουμε τη γάστρα και τη βάζουμε στον φούρνο. Δεν φεύγουμε από την κουζίνα μας· ετοιμάζουμε την επιβεβλημένη ωμή σαλάτα με ό,τι φυλλώδες έχουμε -μαρούλι, σπανάκι, ρόκα, ακόμα και λάχανο, φρέσκο κρεμμυδάκι, άνηθο, ίσως και λίγο σέλερι- και τη φυλάμε στο ψυγείο. Χαμηλώνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς και τρέχουμε για τη Λατινική Αμερική.

Περιφερόμαστε από χώρα σε χώρα και σταματάμε τελικά στην Κούβα, στην Αβάνα. Εκεί βρίσκουμε τον Χοακίν Λορένσο Λουάσες8, ο οποίος, γεννημένος μόλις τρεις μήνες μετά την Εξοδο, γράφει το 1857 την Πτώση του Μεσολογγίου.9 Παραξενεμένοι με το θηριώδες φιλελληνικό πάθος του, αναρωτιόμαστε μήπως υπήρξαν τουρκοφάγοι και στην Κούβα. Ή μήπως, αλήθεια, στην Κούβα κρύβεται η σωτηρία μας και άδικα την ψάχνουμε σε βορειοκεντρική Ευρώπη και βόρεια Αμερική;

Πέρα από τα παιχνίδια των λέξεων, είναι γνωστό ότι το Μεσολόγγι και γενικότερα η Ελληνική Επανάσταση -όπως συνέβη και με τη Γαλλική που προηγήθηκε- ενέπνευσαν λαούς, που βρίσκονταν σε σχέση υποτέλειας, να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία και την εδαφική κυριαρχία τους.

Υπέρμαχος της ανεξαρτησίας της δικής του πατρίδας ο Λουάσες γράφει δεκαπέντε οκτάστιχα σε ιαμβικό ενδεκασύλλαβο με δεκασύλλαβους τον τέταρτο και όγδοο στίχο και την ομοιοκαταληξία ως εξής: ο πρώτος στίχος ριμάρει με τον πέμπτο, ο δεύτερος με τον τρίτο, όπως και ο έκτος με τον έβδομο, φυσικά στην παραλήγουσα, ενώ ο τέταρτος ριμάρει με τον όγδοο στη λήγουσα. Το ποίημα, ωστόσο, ξεκινάει με ένα τετράστιχο, το οποίο επανέρχεται ως επωδός ύστερα από κάθε οχτάστιχη στροφή, με την εξής μετρική: ιαμβικοί ενδεκασύλλαβοι ο πρώτος και ο τρίτος στίχος, χωρίς, όμως, ομοιοκαταληξία, ενώ ο δεύτερος και ο τέταρτος ριμάρουν στη λήγουσα ως παροξύτονοι ιαμβικοί δεκασύλλαβοι. Είναι μια ωδή, στην οποία ο ποιητής προσθέτει τον υπότιτλο Πολεμικό τραγούδι του Ελληνα. Παιάνας, θα έλεγε κάποιος αρχαίος.

Ωστόσο, προτού αρχίσουμε να «παιανίζουμε», τα γεμιστά καλαμάρια καταφέρνουν να μας σπάσουν τη μύτη και την ίδια στιγμή το κουδούνι μάς σπάει τ' αυτιά: γι' άλλη μια φορά τα παιδιά έχουν ξεχάσει να πάρουν κλειδί και γυρνάνε από το σχολείο και την εκδρομή φουριόζικα και πεινασμένα.

Τι περιττός που είναι αυτός ο καθημερινός αγώνας, όταν θέλει να δοθεί κανείς σε μεγάλες ιδέες!

Τρέχουμε όπως όπως, προσθέτουμε στη σαλάτα λάδι, λεμόνι, μερικές πράσινες τσακιστές ελιές και τη δίνουμε στον καλό μας να τη βάλει στο τραπέζι. Παίρνει μόνος του και το μαύρο βιολογικό ψωμί και το μοιράζει σε φέτες. Εμείς, σερβίρουμε σε κάθε πιάτο και από ένα καλαμάρι, αφήνοντας τις φούντες τους στη γάστρα για να τις προσθέσουμε την επομένη σ' ένα ριζότο αραμπιάτα που θα βρούμε έτοιμο στο σουπερμάρκετ.

Βεβαίως, τα παιδιά, με το που βλέπουν τα ροδοψημένα καλαμάρια, αναφωνούν: σαν πυρακτωμένα κανόνια φαίνονται.

Μα τα κανόνια είναι αλλού, τους απαντάμε. Σε λίγο θα τα ακούσετε.

Και ώσπου να φάνε και ώσπου να πιουν, τους φέρνουμε το ποίημα του Λουάσες μεταφρασμένο σε δεκαπεντασύλλαβο λόγω του ηρωικού θέματός του και διατηρώντας την ομοιοκαταληξία μόνο στους δεκατετρασύλλαβους, τέταρτο και όγδοο, στίχους.

Η πτώση του Μεσολογγίου

Πολεμικό τραγούδι του Ελληνα

Εμπρός, εκδίκηση, Ελληνες· το Μεσολόγγι πάει*

απ' το χατζάρι έπεσε του Ιμπραΐμ το μαύρο!

Μα μέσα από τα τείχη του ο μουσουλμάνος θα 'βρει

πάντα νεκρό τον Ελληνα, αλλά ποτέ του σκλάβο!

Επεσε το προπύργιο της αρχαίας Αιτωλίας

στα νύχια του άγριου Ισλάμ τα αιματοβαμμένα,

των άπιστων βοήθησε τα γιαταγάνια η πείνα

κι από την πείνα πιο πολύ κακούργα μπαμπεσιά.

Τους πούλησαν τους άμοιρους τους αδερφούς μας, τώρα

κοιμούνται κι αναπαύονται σε ματωμένο μνήμα.

Η εθνική κατακραυγή τον νέο Εφιάλτη

να κυνηγάει πάντοτε στα σκότη όπου γυρνά.

Εμπρός, εκδίκηση, Ελληνες· το Μεσολόγγι πάει...

Τους λόχους των Ελλήνων, ναι, πώς πολεμάνε είδα,

γενναίοι ώς τον θάνατο, γενναίοι ώς το τέλος,

πριν τους αιχμαλωτίσουνε πριν να τους πιάσουν σκλάβους

προσφέρουν στήθος και καρδιά σ' ατσάλι κοφτερό.

Γυναίκες είδα ντροπαλές να βρίσκουνε την τόλμη

και μέσα στου ενθουσιασμού τη ζωηρή τη φλόγα,

για να μη δώσουν το κορμί στον νικητή τον λάγνο

να παραδίνουν την ψυχή με θάρρος στον Θεό.

Οι μαχητές σκοτώθηκαν στης μάχης το πεδίο,

σκοτώθηκε ο Αιτωλός στην ιερή την πόλη·

και τόσο αίμα χύθηκε που η θάλασσα εβάφη

και από πράσινη έγινε κόκκινη πορφυρή.

Ανάμεσα στα πτώματα των χριστιανών στεκόταν

που είχαν πέσει από καυτό και φλογισμένο βόλι...

«Κανέναν μην αφήσετε, σκοτώστε τους, πιστοί μου!»

ο μουσουλμάνος φώναζε με τη φωνή βραχνή.

Ερείπια εγίνανε κι όχι τα τείχη μόνο

μα και ψηλά καμπαναριά και οχυρά γενναία,

όπου άνθιζε σε λάβαρα περήφανα επάνω

του Θεανθρώπου ο σταυρός βαμμένος ερυθρός.

Εκδικηθείτε, Ελληνες! Το Μεσολόγγι πάει!

Αίμα στο αίμα κι έγκλημα στο έγκλημα να δώστε!

Ατίμωση για τους δειλούς που θέλουν να σωθούνε

και να μη βρουν τον θάνατο μαχόμενοι ευγενώς.

Δεν την ακούτε την κραυγή εκδίκησης που πάλι

απ' άκρη σ' άκρη αντηχεί σε όλη την Ελλάδα;

Ελάτε εδώ, γενναίοι μου! Ξανάρχισ' ο αγώνας.

Η δόξα είναι πάντοτε μ' εκείνον που τολμά!

Κι όταν ο Τούρκος βγει μπροστά για να σας πολεμήσει

μ' ατίθασο το άλογο επάνω του ορμήστε

το σιδερένιο πέταλο το μέτωπο ν' ανοίξει

του άπιστου για θα βρεθεί ταπεινωμένος πια.

Στα όπλα όλοι! Και μετά στη μάχη να ριχτείτε·

να μάθει ο Μωάμεθ πως, να μάθει ο δήμιός μας,

κομμάτια κάθε βάρβαρου το γιαταγάνι κάνει

του Ελληνα η πάλα που θα σπάσει τον ζυγό.

Στα όπλα! Ξεγυμνώστε το το σίδερο, το ατσάλι!

Κεφάλια ανοίξτε αγαρηνά! Πάνω στα μέτωπά τους

τις αλυσίδες σπάστε τες, ν' αφήσουν την πνοή τους

και μέσα στην ατίμωση και μέσα στον θυμό!

Από τον ενθουσιασμό πάλλονται και δονούνται

των ρωμαλέων κι ευγενών προγόνων σας οι ίσκιοι.

Ο Μαραθώνας είναι εκεί! Γενναίοι μου, κοιτάχτε

τη Σαλαμίνα και μετά, δείτε τις Πλαταιές!

Κι όταν του βρόμικου Ισλάμ οι νικητές θα είστε

και θα υψώστε τον σταυρό άγιο και δοξασμένο,

του τιμημένου τάφου του το μάρμαρο θα σπάσει

ο Φιλοποίμην και θα βγει να δει θριαμβευτές.

Αφήστε ν' απαντά η σιωπή στου πόνου τις κραυγές τους

και στα χατζάρια τους σπαθιά εσείς να αντιτάξτε·

στα πλουμιστά τουρμπάνια τους εσείς παρουσιάστε

τον σκούφο σας τον φρυγικό με θάρρος κι αρετή.

Εμπρός, εμπρός! Λαβώστε τους! Δικοί σας τώρα είναι!

Σας τους προσφέρει ο Κύριος για να εκδικηθείτε.

Εμπρός, η σάλπιγγα ηχεί, και καλοακονισμένη

η λόγχη εκατό κορμιά θα βρει να καρφωθεί.

Οι άγιοι, οι πατριάρχες μας οι αγιασμένοι,

ενάντια στο παραλήρημα το κολασμένο

τον ματωμένο στέφανο δόξας και μαρτυρίου

στον ταπεινό τους κρόταφο τον έζωσαν σφιχτά...

Αν γέροντες αδύναμοι κατάφεραν, μπορέσαν

να βρέξουνε τις δάφνες τους με το δικό τους αίμα,

δεν θα μπορέσουμε κι εμείς οι έφηβοι να βρούμε,

πεθαίνοντας, το άγιο μαρτύριο τελικά;

Θα πρέπει να χλομιάσετε και μόνο να σκεφτείτε

πως τούτοι δω οι πρόστυχοι σας κλέψαν τις γυναίκες

και του Σουλτάνου με αυτές το ηδονικό Χαρέμι

στολίσανε, κοσμήσανε, χωρίς αιδώ καμιά.

Μα και τις θυγατέρες σας... τα τιμημένα κρίνα,

τις άρπαξαν, τις έσυραν με δύναμη κτηνώδη

για να τις ρίξουνε μετά, χωρίς τη θέλησή τους,

στην αγκαλιά του τύραννου και βάρβαρου πασά.

Πετάξτε, ναι, πετάξετε! Χτυπήστε τους τυράννους,

καρατομήστε εμίρηδες και υποτελείς πασάδες·

κάντε με τα κασμίρια τους που αέρας τ' ανεμίζει

καλύμματα για τ' άλογο που θα 'βγει νικητής.

Τα πρόσωπά τους σπάστε τους! Το αίμα τους σκορπίστε!

Εκδίκηση για την πικρή, πολύπαθη πατρίδα!

Κι αν είναι ανάγκη τη ζωή να χάσετε για κείνη,

σε άγρια μάχη χάστε την, ω Ελληνες εσείς!

Τι είν' η ζωή του Ελληνα; Δεν είναι τίποτ' άλλο

μα θάνατος αργός, ζωή λειψή και ταπεινώσεις

όπου σ' αυτές τελειώνει ή, πεσμένος καθώς είναι,

την αλυσίδα γλείφει που δεμένο τον κρατεί.

Ω, ίσκιε του Θρασύβουλου, ίσκιε του Αρμοδίου

ω, ίσκιε εσύ γιγάντιε του ποιητή Τυρταίου!

Αντί μες στην ατίμωση να ζήσει ο Αλκαίος,

μαχόμενος ο Ελληνας, κάντε να σκοτωθεί.

Αρματωμένη ξύπνησε ολόκληρη η Ελλάδα

Ελάτε, ελάτε με καρδιά ήσυχη, αναπαυμένη!

Γιατί βοηθάει ο Θεός αυτόν που έχει δίκιο,

το μέτωπό μας δάφνινο στεφάνι θα τιμά!

Γιατί η τρομαχτική κραυγή από το Μεσολόγγι

αντήχησε στον Πειραιά με πάταγο μεγάλο:

εσώθη το Ιόνιο, εσώθη το Αιγαίο,

σ' Ευρώπη και Ασία σαν αντίλαλος βοά.

Κι έφτασε ώς τα σύννεφα ο τρομερός της ήχος

κι υψώθηκαν, στον ουρανό εκεί, σε λεγεώνες,

αφού 'χαν απομακρυνθεί από τη γη τα πάθη,

οι Ελληνες οι ήρωες σε χρόνους μακρινούς.

Κι αγκάλιασαν τον ίσκιο του γενναίου Αριστομένη

του Αρατου ο ίσκιος και ο ίσκιος του Φιλίππου...

κι απ' τους χαλίφηδες αυτούς που λάτρεψε η Βαγδάτη

τρίζοντας πλάκες ξέφυγαν ψηλά στους ουρανούς.

Ηδη στη μάχη ρίχνεται η Βρετανία πρώτη

η ευγενής Λουτέτσια10 γενναίους της μας στέλνει.

Ως ανατέλλων ήλιος πια θα υψωθεί η Ελλάδα,

και σαν το Μεσολόγγι ευθύς θα πέσει η Ιστανμπούλ.

Κι έτσι καθώς θα προχωρά ο άγριος Μοσχοβίτης

και τα πολεμικά του δει στρατεύματα ο Τούρκος

τότε αυτός ο ηλίθιος Τάρταρος της Ευρώπης

θα δείξει γονατίζοντας πίστη στον Ιησού -

Εμπρός, εκδίκηση, Ελληνες· το Μεσολόγγι πάει

Μα μέσα από τα τείχη του ο μουσουλμάνος θα βρει

*Η απόδοση των ποιημάτων στα ελληνικά δεν πρέπει να εκληφθεί ως οριστική.

1. Mariano Jose de Larra [1809-1837]. Ισπανός συγγραφέας, ποιητής και αρθρογράφος, εκπρόσωπος του ρομαντισμού.

2. Jose Escobar Arronis, Larra durante la ominosa decada, Anales de Literatura Espa~nola (1983), Πανεπιστήμιο Αλικάντε, Τμήμα Ισπανικής Λογοτεχνίας, 1982.

3. Αρχαία ελληνική ονομασία της Αγγλίας.

4. Estanislao de Cosca Vayo y Lamarca [1804-1864]. Ελάσσων, πολυγραφότατος ισπανός συγγραφέας του ρομαντισμού.

5. Grecia ο La doncella de Missolonghi.

Περισσότερα για τον συγγραφέα και το έργο θα βρείτε στην αξιόλογη μελέτη της Πηνελόπης Σταυριανοπούλου, Απόηχοι του ελληνικού αγώνα του 1821 για την ανεξαρτησία στην ισπανική λογοτεχνία του 19ου αιώνα: Grecia ο La doncella de Missolonghi. Γ' Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών.

6. Ονόματα Ρωμαίων στρατηγών και πολιτικών.

7. Louis Antonio de Villena, El burdel de Lord Byron, PLANETA, Βαρκελώνη, (1995)

8. Joaquίn Lorenzo Luaces [1826-1867]. Σημαντικός κουβανός ποιητής. Εγραψε, επίσης, έμμετρα θεατρικά έργα.

9. Caίda de Missolonghi. Jose Lezama Lima, Antologίa de la poesίa cubana, Tomo ΙΙ, siglo ΧΙΧ (1), VERBUM, Μαδρίτη, (2002)

10. Λατινική ονομασία -επίσης, Lutetia Parisiotum- της προρωμαϊκής και ρωμαϊκής πόλης που προϋπήρξε του σημερινού Παρισιού.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
Αμήν
Βιβλία για τις πασχαλινές ημέρες
Μία λίμνη δίχως βάθος!
Η κρίση του γραπτού Τύπου, η δύναμη της Ιστορίας και η μαγεία της Πόλης
Βιβλίο
Ενα βιβλίο σχεδόν «αχειροποίητο» - Ενα θεατρικό έργο με «μηδέν λιπαρά»
Το χωρίς προϋπόθεση βλέμμα του ταξιδιώτη
Κριτική βιβλίου
Παπαδιαμαντικό μετάφρασμα
Ο Ζακ Ντεριντά και «το φάρμακον» ενός εκπατρισμένου υποκειμένου
Εις κεκοιμημένους...
Λεονάρντο ντα Βίντσι Οι σημειώσεις μιας μεγαλοφυΐας
Η εποχή των μπολιβαριανών;
Μουσική
Εγινε σταρ από σύμπτωση
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς