Έντυπη Έκδοση

Το χωρίς προϋπόθεση βλέμμα του ταξιδιώτη

ή Γιατί ένα ταξιδιωτικό οδοιπορικό είναι αληθινή λογοτεχνία

Colin Thubron

Στη σκιά του δρόμου του μεταξιού

μτφρ: Αθανάσιος Ζάβαλος

εκδόσεις Πάπυρος, σ. 428, 22 ευρώ

Ο μόνος σκοπός που έχει στη ζωή της η πεταλούδα του μεταξοσκώληκα είναι η αναπαραγωγή του είδους. Στη διάρκεια της ζωής της, δηλαδή για δύο εβδομάδες, ούτε τρώει ούτε πετάει. Το μόνο που κάνει η εντυπωσιακή Bombyx mori είναι να γεννάει αβγά, από τα οποία βγαίνουν προνύμφες λεπτές όσο οι τρίχες των μαλλιών: οι απόγονοι αυτοί είναι τόσο ελαφρείς, που από μια ουγκιά αβγά μπορούν να βγουν μέχρι και σαράντα κάμπιες. Αμέσως μόλις γεννηθούν, οι κάμπιες αρχίζουν να τρώνε λαίμαργα. Το μόνο τους γεύμα είναι τα φύλλα της άσπρης μουριάς, οι κλαδεμένοι κορμοί των οποίων υψώνονται σαν ακίνητοι σκελετοί γύρω γύρω σε όλα τα χωράφια του Χοτάν...Μέσα σε πέντε εβδομάδες ακατάπαυστου ταΐσματος καταβροχθίζουν τροφή τριάντα χιλιάδες φορές περισσότερη από το βάρος που είχαν όταν γεννήθηκαν. Ο θόρυβος από τα ασταμάτητα σαγόνια τους μοιάζει με τον θόρυβο της βροχής. Εδώ και αιώνες οι Κινέζοι έχουν καταλάβει ότι το χρώμα που έχουν τα μπροστινά τους πόδια φανερώνει την απόχρωση που θα έχει το μετάξι που θα βγάλουν. Απότομες αλλαγές της θερμοκρασίας, ξαφνικοί θόρυβοι ή μυρωδιές τις ταράζουν πάρα πολύ και μπορεί να πεθάνουν. Ομως ύστερα από έναν μήνα ο μεταξοσκώληκας έχει πολλαπλασιάσει το βάρος του κατά τέσσερις χιλιάδες φορές κι έχει γίνει ένα παραφουσκωμένο μικρό μπαλόνι, με το δέρμα τεντωμένο σαν τύμπανο κι ένα μικροσκοπικό κεφάλι στην άκρη. Τότε ξαφνικά, και ενώ το σώμα του έχει αποκτήσει ένα διαφανές κρεμώδες σώμα, ο μεταξοσκώληκας σταματάει να τρώει. Για τρεις ημέρες το μελλοντικό μετάξι ρέει από τους σιελογόνους αδένες του σαν δύο άχρωμες κλωστές που ενώνονται στιγμιαία σε μία, την οποία τυλίγει γύρω από το σώμα του με μια παράξενη κίνηση του κεφαλιού του που μοιάζει να σχηματίζει τον αριθμό 8. Ακόμα και όταν ο μεταξοσκώληκας έχει κλειστεί ολόκληρος μέσα στο κουκούλι του, μερικές φορές ακούγεται να υφαίνει. Τότε ακολουθεί το «μεγάλο ξύπνημα», όπως λένε οι Κινέζοι. Επί δώδεκα ημέρες η χρυσαλλίδα παραμένει ακίνητη με τα φτερά και τα πόδια διπλωμένα πάνω στο στήθος της. Υστερα ξυπνάει, σπάζει το κουκούλι και ξεπετάγεται προς το φως. («Στη σκιά του δρόμου του μεταξιού»: 153-55)

Εχω τελειώσει το βιβλίο και ρίχνω μια ματιά έξω από το νοτισμένο παράθυρο του τρένου - σχεδόν καλυμμένο από μια τεμαχισμένη σε μικρές ψηφίδες κρούστα πάγου. Βλέπω την πόλη της Βαρσοβίας να με υποδέχεται σαν πίνακας από τη λεγόμενη βυζαντινή περίοδο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Πολύχρωμη από τα φώτα και τις γιγαντιαίες διαφημίσεις στις οροφές των μεταπολεμικών κτηρίων της, που ύστερα από 20 χρόνια φαίνονται να έχουν μπει κι αυτά για τα καλά στο πάρτι της Δύσης, ο τόπος θαρρείς ξετυλίγεται μέσα σε μικρά ιμπρεσιονιστικά καρό, αλλού κόκκινα κι αλλού κιτρινοπράσινα, που μια αδιόρατη δύναμη, ίσως αυτή του ζωγράφου μέσα μου, τα έχει συνενώσει για να γεννηθεί η τοιχοποιία της πολωνικής πόλης. Αν λίγο αφεθώ στα λόγια της φίλης που με φιλοξενεί στη χώρα της, αν στρέψω την απειροελάχιστη προσοχή που μου έχει απομείνει μετά το 32ωρο ταξίδι από το Βουκουρέστι στα νέα που φέρνει από κοινούς γνωστούς, ξέρω πως το ταξίδι μου θα έχει αποβεί μάταιο. Η κούρασή μου είναι τέτοια, λέω νοερά, που αν τώρα δεν βάλω όλες μου τις δυνάμεις να ορίσω τα μέρη που κοιτάζω σε σχέση με το όλον που αντιλαμβάνομαι διαισθητικά -όπως ο ζωγράφος ή ο καλός τεχνίτης του λόγου- η πρώτη εντύπωση του νέου μου προορισμού μέσα από το παγωμένο παράθυρο του τρένου, αυτή η θρυμματισμένη ολότητα που στο θαμπό μου βλέμμα χοροπηδά σαν ιριδισμός πάνω στη μουχρή παλέτα του ουρανού, θα σταθεί σίγουρα εμπόδιο στη μετέπειτα προσπάθειά μου να συλλάβω το γενικό περίγραμμα του ταξιδιού μου· προτού δοθούν οι πρώτοι ορισμοί, προτού καλά καλά σχηματιστούν οι πρώτες εντυπώσεις, ο τόπος για έναν ταξιδιώτη δεν είναι παρά η σκηνή, έστω και η λιγότερη δική του, όπου θα δει να ξετυλίγεται το πιο σχετικό με εκείνον και τη ζωή του δράμα. Εξ αυτού αισθάνεται δέσμιος της επιμονής του να συνεχίζει, ολοένα να συνεχίζει .

Μέχρι τώρα γνώριζα τα βασικά. Ο Κόλιν Θέμπρον, ο σημαντικότερος εν ζωή άγγλος συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, μυθιστοριογράφος, κι ένας από τους τελευταίους ευγενείς-ταξιδιώτες (gentlemen-travellers) που συνεχίζει την παράδοση των άγγλων περιηγητών, κάλυψε μέσα σε 8 μήνες 11.000 χιλιόμετρα ακολουθώντας τις διακλαδώσεις του δρόμου του μεταξιού μέσα από εφτά χώρες-τόπους: Κίνα, Κιργισία, Ουζμπεκιστάν, Αφγανιστάν, Ιράν, Κουρδιστάν, Τουρκία. Με τοπικά λεωφορεία, φορτηγά, αυτοκίνητα και κάρα που τα έσερναν σκυφτά γαϊδουράκια και καμήλες, κατάφερε να πραγματοποιήσει το πιο φιλόδοξο ίσως ταξίδι του μέσα σε 40 χρόνια περιηγήσεων, το 2005. Και να γράψει τούτο το εντυπωσιακό βιβλίο που καταγράφει τα βιώματά του.

Μεμιάς, σαν να είναι γραμμένο απ' την αρχή τι μέλλει να συμβεί*, κοιτάζω αλλεπάλληλα τον τίτλο του βιβλίου. Διαβάζω δυνατά: Στη σκιά του δρόμου του μεταξιού. Η ώρα έχει περάσει. Είναι περασμένες δύο. Βρίσκομαι ξαπλωμένος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Οι συσχετισμοί που πλέον δημιουργώ ανάμεσα στο περιεχόμενο του και τη λέξη «σκιά» αρχίζουν να αγγίζουν το πεδίο της μεταφοράς, αφομοιώνοντας και ξεπερνώντας αυτό της κυριολεξίας. Αν, σκέφτομαι, η λέξη σκιά υποδηλώνει το πέρασμα του Θέμπρον μέσα από δρόμους κατά παραλληλία προς το μήκος της κύριας αρτηρίας του δρόμου τού μεταξιού, τότε η χρήση της λέξης νομιμοποιείται από αυτή καθεαυτήν την εμπειρία της περιήγησης. Το ίδιο υποθέτω ισχύει και στην περίπτωση που μια τέτοια κεντρική αρτηρία ουδέποτε έχει υπάρξει στην πραγματικότητα, όπως ακριβώς ο συγγραφέας εύλογα ισχυρίζεται λόγω της ανώμαλης γεωμορφίας τής υπο-σιβηρικής Ασίας, με τους απόκρημνους γκρεμούς και τα θεόρατα βουνά, οπότε και η έκφρασή του στη σκιά σημαίνει πολύ απλά πλησίον της ιδέας του δρόμου του μεταξιού, της νοητής δηλαδή γραμμής που θα φαντάζονταν πως γεφύρωνε την Ανατολή με τη Δύση οι έμποροι και οι στρατιώτες καθώς παρήλαυναν, άλλοτε νωχελικοί κι άλλοτε νευρώδεις, τις αμέτρητες διακλαδώσεις του.

Οπως και να έχει το πράγμα, τώρα που έχω κλείσει μπροστά μου το βιβλίο και αφήνομαι να κοιτάζω το εξώφυλλό του -τον συγγραφέα να στέκεται αποκαμωμένος από την κούραση, κι όμως εν πλήρει εγρηγόρσει, στις νότιες παρυφές της τρομακτικής ερήμου της δυτικής Κίνας Τάκλα Μακάν-, η κυριολεκτική χρήση της λέξης συμφύεται με τη γνωστή, πάντοτε αρνητικώς φορτισμένη, μεταφορική-αφηγηματική χρήση της σε τέτοιο βαθμό που φέρνει στον νου μου την ανάμνηση του προ ολίγων ωρών ταξιδιού μου από το Βουκουρέστι στη Βαρσοβία. Γιατί, κατά αναλογία προς το παράλληλο στο μήκος του Δούναβη οδοιπορικού μου με το τρένο, στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης -Ρουμανία, Σερβία, Ουγγαρία, Τσεχία, Πολωνία-, το ταξίδι του Θέμπρον μού μοιάζει στην αίσθηση οικείο. Οπως κι εκείνο, έτσι και το δικό μου ανασαίνει κοντά στις ένδοξες λεωφόρους του παρελθόντος, σε ένα όμως κυνηγημένο και μουντό παρόν που «θυμάται» τις εποχές που η ανατολική Ευρώπη, με τους δικούς της κρυμμένους θησαυρούς, τις πορσελάνες, τα περίφημα βιτρό, τα κρασιά, τα πεντανόστιμα αλλαντικά και στάρια της, αλλά και τους οργισμένους από τις κοινωνικές αδικίες λαούς της, ανεβοκατέβαινε τους υδάτινους δρόμους της καρδιάς, τον Δούναβη και τους παραποτάμους του, που ένωναν τον μυστικισμό του Μέλανα Δρυμού με τον ελαφρύ μετα-αναγεννησιακό ιταλινισμό της Αυστροουγγαρίας. Οπως κι εκείνο, έτσι και το δικό μου περνά μέσα από σκοτεινά χωριά και εγκαταλειμμένες αγροικίες, που λιώνουν πάνω από την κάθυγρη γη του ευρωπαϊκού χειμώνα 20 χρόνια μετά την πτώση του σοβιετισμού. Οπως κι εκείνο, έτσι και το δικό μου περνά μέσα από τα αισθησιακά κορμιά νέων ανθρώπων που ζουν υπό το καθεστώς του φόβου, της αμφισβήτησης και του μετεωρισμού. Τα μεγέθη είναι σίγουρα διαφορετικά, οι τόποι άλλοι, και οι προθέσεις διαφορετικές, όμως αν κάτι μπορώ να διακριβώσω, τούτο είναι η αξία του βιβλίου που κρατώ στα χέρια μου, ισχυροποιώντας την κρίση μου με την αρωγή των προσωπικών μου υποψιών ως κάποιου που του αρέσει να καταγράφει τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις. Εξηγούμαι: Αν ο ταξιδιώτης οφείλει να εφαρμόζει μία αρχή, αυτή πρέπει να είναι η αρχή της συμμετρίας ανάμεσα στα αφηγηματικά μέρη και της νατουραλιστικής αντικειμενικότητας, ώστε το προϊόν του μόχθου του να αντικαθρεφτίζει με απόλυτη πιστότητα τόσο τον ίδιο όσο και τον τόπο/ους της περιήγησης .

Το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι διόλου αυτονόητο, γιατί πολύ συχνά συμβαίνει ο τόπος να μας υποβάλει σε τέτοιο βαθμό που ο γράφων αδυνατεί να τον περιγράψει έτσι όπως ακριβώς είναι· καταφεύγει σε ποιητικούς συναισθηματισμούς ή ενίοτε ακόμη ξεχνά το πώς αισθάνθηκε να τον επηρεάζει η πρώτη οπτική εντύπωση του πράγματος (άνθρωπος ή τόπος) που αντίκρισε. Ομως το Στη σκιά του δρόμου του μεταξιού δεν είναι μια τέτοια περίπτωση: Το υποκειμενικό εγώ του αφηγητή σχεδόν αποσιωπάται και η θέση του παραχωρείται στη θέληση του συγγραφέα να σκιαγραφήσει το συμβάν, το βίωμα, την οπτική του αίσθηση (με γνώμονα ίσως τον δυτικό του κανόνα), και στη συνέχεια, ακριβώς με την ίδια μέθοδο της αποσιώπησης, το ιστορικό παρελθόν ως φόντο αλλά και ως ζωντανό κομμάτι της αισθητηριακής του αντίληψης. Παράλληλα αποδίδεται ενεργός ρόλος στους ανθρώπους που αυτός έχει συναντήσει στο οδοιπορικό του, και με τα λόγια τους εκείνοι μιλάνε για τη ζωή τους, υποβοηθώντας με αυτό τον τρόπο την πρόθεση του ταξιδιώτη Θέμπρον να παρουσιάσει όσο αντικειμενικά γίνεται τον κόσμο που απλώνεται γύρω από τις πολλές διακλαδώσεις του δρόμου του μεταξιού. Τέλος, τα κεφάλαια που αυτός αφιερώνει σε κάθε τόπο είναι ισομεγέθη. Σε κανέναν τόπο δεν δίνεται ιστορική ή πολιτιστική προτεραιότητα:

Η Σιάν εγέννησε το Λαν-τσόου, Λαντ-τσόου δε εγέννησε τη Λίνξια, Λίνξια δε εγέννησε το Λαμπράνγκ, Λαμπράνγκ δε εγέννησε την Τζια-γιου-γκουάν, Τζιά-γιου-γκουάν δε εγέννησε την Ντουνχουάγκ, Ντουνχουάγκ δε εγέννησε το Μανγκνάι, Μανγκνάι δε εγέννησε το Τσαρλίκ, Τσαρλίκ δε, το Τσιε-μο, Τσιε-μο εγέννησε το Χοτάν, Χοτάν δε εγέννησε το Γιαρκάντ, Γιαρκάντ δε εγέννησε το Κάσγκαρ, Κάσγκαρ δε εγέννησε το Τας Ραμπάτ, Τας Ραμπάτ δε εγέννησε το Ναρίν, Ναρίν δε εγέννησε το Κοτσκόρ, Κοτσκόρ δε εγέννησε το Ουστκουργκάν, Ουστκουργκάν δε εγέννησε το Μαργκιλάν, Μαργκιλάν δε εγέννησε τη Σαμαρκάνδη, Σαμαρκάνδη δε εγέννησε τη Μπουχάρα, Μπουχάρα δε την Μπαλχ, Μπαλχ δε εγέννησε το Μαζάρ-ε-Σαρίφ, Μαζάρ-ε-Σαρίφ δε εγέννησε τη Μεϊμάνα, Μεϊμάνα δε εγέννησε το Χεράτ, Χεράτ δε εγέννησε τη Μασάντ, Μασάντ δε εγέννησε την Τεχεράνη, Τεχεράνη δε εγέννησε την Ταυρίδα, Ταυρίδα δε εγέννησε το Χακάρι, το Κιζιλτεπέ, Κιζιλτεπέ δε εγέννησε το Γκαζιαντέπ, Γκαζιαντέπ δε εγέννησε την Αντάκια (Αντιόχεια). Ολες λοιπόν οι πόλεις από Σιάν έως Τας Ραμπάτ είναι πόλεις, δεκατέσσερις, και από Τας Ραμπάτ, έως Αντιόχεια, πόλεις δεκατέσσερις. Ή, διαφορετικά, οι σημαντικότεροι σταθμοί στο ταξίδι του άγγλου συγγραφέα.

Ενας ολόκληρος κόσμος ξεδιπλώνεται, αυτός της ετερότητας, και ο αναγνώστης αισθάνεται ότι μετέχει της αλήθειας του. Για τον αναγνώστη δεν έχει τόση σημασία αν αυτός ο κόσμος είναι ένας κόσμος θρυμματισμένος ανάμεσα στις σκιές της Πολιτιστικής Επανάστασης, της σοβιετικής κυριαρχίας, του Μωάμεθ, του Βούδα, του Ταμερλάνου και των Ταλιμπάν, ένας κόσμος εγκατάλειψης, νωχέλειας, θρησκευτικού φανατισμού, αλλά και αμφισβήτησης των παραδομένων αξιών. Οσο σημαντικές μπορεί να είναι αυτές οι πληροφορίες, είτε για εμάς είτε για έναν εθνολόγο, ιστορικό ή δημοσιογράφο, αυτό που πρωτίστως μετρά είναι η συνθετική ικανότητα του συγγραφέα. Με άλλα λόγια, η μοναδική ικανότητά του να επιτηρεί τα πάντα και να τα συναρμολογεί σε ένα πελώριο ψηφιδωτό, όπου το κάθε ψηφίο λειτουργεί ως στοιχείο παρά ως μέρος, ικανό να αποσπασθεί από το σύνολο. Και για να επιστρέψω σε προειρημένο λόγο μου: αν υπάρχει κάτι που εμψυχώνει αυτή την ικανότητα, αυτό δεν είναι τόσο το συγγραφικό τάλαντο όσο η ανάγκη, που σαν δύναμη έλκει αενάως όλους τους χορευτές του πνεύματος προς το α-κεντρο κέντρο του κόσμου, να θεωρούν τον κόσμο ως τη σκηνή όπου παίζεται το πιο δικό τους δράμα. Σε αυτό το παιχνίδι μετρούν τα πάντα!

Ετσι, μόνον η χρήση του ρήματος γεννώ μπορεί να αποδώσει με απόλυτη πιστότητα τον ενθουσιασμό του ταξιδευτή Κόλιν Θέμπρον, ο οποίος, όχι μία, αλλά δύο και τρεις φορές ακόμη δεν διστάζει να εκφράσει την ανυπομονησία του να συνεχίσει το ταξίδι του τόσο στη φυσική όσο και στην ερμηνευτική του διάσταση, και γι' αυτόν άλλωστε τον λόγο διαλέγει ως μέσο έκφρασης την οξεία και ευαίσθητη γραφή, που με σχεδόν νατουραλιστικές πινελιές -επίγονες του μεσαιωνικού αγγλικού dictum «μην πολλάπλασιάζεις τα όντα πέραν του αναγκαίου»-, απηχεί το ιδεώδες ενός ταξιδιωτικού χρονικογράφου: τη διεύρυνση της αντικειμενικής γνώσης. Ενα διαλεκτικό ταξίδι, λοιπόν, έκθετο σε πολλούς κινδύνους -των ληστών, της πανδημίας Sars, των ανταρτών που λυμαίνονταν τα υψίπεδα του Αφγανιστάν μετά τις πρώτες ελεύθερες εκλογές του 2004, της καχύποπτης αστυνομίας στις χώρες της πρώην σοβιετικής ομοσπονδίας (Κιργισία και Ουζμπεκιστάν)-, που σαν αυτό της κάμπιας, από το σκοτεινό κουκούλι της έως το φως της ημέρας και του μεταξιού, μαρτυρά τον πόθο του ίδιου του συγγραφέα να αγγίξει και να αισθανθεί στο πετσί του τις μεταμορφώσεις μιας ιστορικής περιοχής τής γης!

Αναρωτιόμαστε: Σε τι μοιάζει ο σημερινός δρόμος του μεταξιού με τον αρχαίο; «Το μετάξι δεν ταξίδευε μόνο του», μας πληροφορεί ο Θέμπρον. Και συνεχίζει: «Τα καραβάνια που ξεκινούσαν αργά από την Τσανγκ-αν -πολλές φορές με περίπου χίλιες καμήλες το καθένα -ήταν φορτωμένα με σίδηρο και μπρούντζο και επισμαλτωμένα κεραμικά, ενώ αυτά που επέστρεφαν από τη Δύση μετέφεραν χειροτεχνήματα από γυαλί, χρυσάφι και ασήμι, μπαχαρικά και πετράδια από την Ινδία, μάλλινα και λινά υφάσματα, μερικές φορές σκλάβους και τις εκπληκτικές δυτικές επινοήσεις που ονομάζονταν καρέκλες. Φρούτα και λουλούδια άρχισαν επίσης να ανταλλάσσονται κατά μήκος τού δρόμου του μεταξιού. Από την Κίνα ξεκίνησαν και έφτασαν στη Δύση το πορτοκάλι και το βερίκοκο, η μουριά και η αχλαδιά, μαζί με τα πρώτα τριαντάφυλλα, τις καμέλιες, τις παιωνίες, τις αζαλέες και τα χρυσάνθεμα. Από την Περσία και την κεντρική Ασία έκαναν ένα ταξίδι προς την αντίθετη κατεύθυνση το σταφύλι και το σύκο, το ρόδι, το γιασεμί, το λινάρι, οι χουρμάδες, οι ελιές και ένα σωρό άλλα λαχανικά και χόρτα... Ενα καραβάνι δεν έκανε ποτέ ολόκληρη τη διαδρομή. Ποτέ κανένας Ρωμαίος δεν έφτασε στις αλέες της Τσανγκ-αν και κανένας Κινέζος έμπορος δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στον Παλατινό Λόφο της Ρώμης... Στη σκιά των γιγάντιων καμηλιέρηδων -Σογδιανοί από την κεντρική Ασία, που κυριαρχούσαν στον δρόμο του μεταξιού για μισή χιλιετία- οποιοδήποτε σημερινό ταξίδι σίγουρα θα φάνταζε μικρό... Τα δικά τους ταξίδια διαρκούσαν πολλές φορές χρόνια» (σ. 30-31). Στον κόσμο αυτόν αντιπαραθέτει τον σύγχρονο. Αυτό άλλωστε είναι το θέμα του. Στο βλέμμα του γηραιού Χου Τσι, παλιού ερυθρού φρουρού στα χρόνια της Πολιτιστικής Επανάστασης, βλέπει μια ολόκληρη γενιά, «μια μαύρη τρύπα στην καρδιά της Κίνας», που ο σύγχρονος κόσμος έχει αρχίσει να ξεχνάει». Εκεί που κάποτε το μάτι πλημμύριζε από τη θέα των χωματόδρομων και των πλινθόκτιστων σπιτιών, τώρα ουρανοξύστες τρυπούν τον ουρανό και εργατικές πολυκατοικίες, γκρίζες και σταχτιές, απομυζούν το υδάτινο χνότο του μολυσμένου Χουάνγκ χε ή Κίτρινου ποταμού. Ο Μου Λι, που ο Θέμπρον, νέος ακόμη, είχε γνωρίσει μέσα από γλυκόπικρα γράμματα που έκαναν λόγο για τη χαμένη του αγάπη και τον δυστυχή του γάμο, τώρα κοιτάζει τη σύζυγό του με γλυκιά ευγνωμοσύνη, και στο πρόσωπό του αποτυπώνεται το ταξίδι της χώρας του «από το πάθος στη σταθερότητα». Την ίδια στιγμή ο εικοσάχρονος Χουάγκ «βασανίζεται από το πάθος για αυτοβελτίωση... Το μυαλό του είναι μια μηχανή που κάνει δαιμονισμένους μαθηματικούς μηχανισμούς». Δεν ξέρει καλά αγγλικά, δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική, σιχαίνεται την πατρίδα του, και θέλει να φύγει για τη Βραζιλία, να γίνει επιχειρηματίας και πλούσιος. Ο ζωντανός Βούδας τού Τιεν-σούι ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα στο φυλασσόμενο συγκρότημα του Λαϊκού Πανεπιστημίου των Εθνικών Μειονοτήτων, όπου διδάσκει βουδισμό. Οι κινήσεις του παρακολουθούνται. Στο Θιβέτ ένας βουδιστής μοναχός θα τον πάρει ξωπίσω ζητώντας του να τον ακολουθήσει. Θέλει κι αυτός να φύγει. Ομως τελικά χάνεται μέσα στο πορτοκαλί πλήθος και τους ήχους από τα μάντρα. Οι Ουιγούροι της δυτικής Κίνας είναι απελπισμένοι. Η γλώσσα τους κινδυνεύει, τα έθιμα και οι παραδόσεις τους. Μισούν τους Κινέζους, που έρχονται να κατοικήσουν στον τόπο τους και κλέβουν τις δουλειές τους. Οι ίδιοι δεν έχουν πρόσβαση στο κινεζικό θαύμα. Ομως ξέρουν ότι είναι διαφορετικοί. Αυτοί χορεύουν και τραγουδούν. Οι Κινέζοι είναι σκληροί και άψυχοι. Για τη Ναζίρα, την όμορφη κιργισιανή χωριατοπούλα, η ζωή είναι δύσκολη. «Τον χειμώνα κάνει πολύ κρύο», ακούγεται να λέει, «όμως είναι όμορφα. Εγώ, η γάτα μου και τα γαϊδουράκια μου μέσα σε απόλυτη ησυχία. Μόνη μου εδώ, στο σπιτάκι μου...και τώρα κι εσύ!». Μέσα στα λόγια της καθρεφτίζεται η ειρήνη που δεσπόζει πάνω από την Κιργισία (τουλάχιστον μετά το 1991 και αφότου οι ταραχές με τους Ουζμπέκους άφησαν πίσω τους τριακόσιους νεκρούς). Είναι μια χώρα που ποτέ δεν πολέμησε για την ανεξαρτησία της, αλλά μετά την πτώση των Σοβιετικών την απέκτησε αναίμακτα και τώρα ζει ευτυχισμένη αναπνέοντας τον καθαρό αέρα των βουνών! Στο Ουζμπεκιστάν, στο Αφγανιστάν και στο Ιράν, έστω και με διαφορετικούς όρους, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί κυριαρχεί ο αντιαμερικανισμός, το αντιαγγλικό ιστορικό μίσος, οι μουλάδες, το κυνήγι των ομοφυλόφιλων, η έντονη, κρυμμένη όμως αμφισβήτηση των νέων, και μερικές φορές, ο θρήνος πάνω από τους αδικοσκοτωμένους. Στη Τουρκία ο αέρας δείχνει πως κάπου εκεί κοντά ξυπνά και κοιμάται η Ευρώπη, όμως αν κάτι έχει εντυπωθεί στο μυαλό του αναγνώστη ύστερα από μια σωρεία μαρτυριών και εμβριθών εθνολογικών και ιστορικών παραπομπών, είναι πως η σύγχρονη πραγματικότητα της κεντρικής Ασίας σε τίποτε δεν θυμίζει το επικοινωνιακό χάρισμα των λαών που κάποτε, πριν από πολλά, χρόνια πρωταγωνίστησαν στο άθλημα της σκυταλοδρομίας επί των χιλιάδων διακλαδώσεων του δρόμου του μεταξιού.

Ο τίτλος αυτού του άρθρου προετοιμάζει τον αναγνώστη να βρει μέσα σε αυτό την απάντηση στο ερώτημα γιατί ένα ταξιδιωτικό οδοιπορικό είναι αληθινή λογοτεχνία. Σας έχει τύχει ποτέ να ανοίξετε κατά λάθος την πόρτα μιας κλινάμαξας; Με έκπληξη θα διαπιστώσετε πως, αντίθετα με την ασφυκτική σιωπή των στενών διαδρόμων του τρένου, η ζωή στο εσωτερικό της μικρής κλίνης σπαρταρά από χρώματα και διαθέσεις· έστω κι αν το θέαμα που θα αντικρίσετε δεν είναι μια ερωτική σκηνή αλλά κάποιος χοντρός κύριος που ροχαλίζει. Δεν ξέρω αν η κεντρική Ασία είναι μια περιοχή του κόσμου που κοιμάται ή βρίσκεται σε αναβρασμό. Μπορεί και τα δύο μαζί. Ευθύς όμως καταλαβαίνω, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, πως η δύναμη του λόγου του είναι τέτοια που μπορεί σε λίγες ώρες μόνο να μας βγάλει από τον ληθαργικό ύπνο των βεβαιοτήτων μας και τη μονολιθική αντίληψη που κουβαλούμε όλοι μας για τη ζωή, θεωρώντας λίγο-πολύ πως ο κόσμος είναι αυτός που βλέπουμε ή έχουμε μάθει να βλέπουμε, και να ανοιχτούμε σε έναν κόσμο άλλο, που σαν τον δικό μας έχει το προνόμιο να πάλλει από ζωή και ενέργεια. Αν αυτή δεν είναι η υψηλότερη κατάκτηση της λογοτεχνίας, τότε ποια άραγε είναι; Θα πρόσθετα μάλιστα το σχόλιο πως η ταξιδιωτική λογοτεχνία του μεγέθους Θέμπρον, με τη νατουραλιστική απλότητα της γραφής της, και τον μειλίχιο αλλά δυνατό ρομαντισμό που διαπερνά σε σημεία καίρια της σελίδες της, δείχνει πως ο μονομερής νατουραλισμός, ένα ρεύμα κατά τα άλλα μουσειακό, έχει ακόμη τη λειτουργικότητά του, αφού διαρρηγνύει το βλέμμα του δυτικού ανθρώπου σε πραγματικότητες ελάχιστα υποψιασμένες.

Θα ήθελα από καρδιάς να αφιερώσω αυτό το άρθρο στους εκδότες της χώρας μας, που δεν έχουν ακόμη καταφέρει να εντοπίσουν τις αναπάντεχες φλέβες χρυσού της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Θα ήθελα να τους πληροφορήσω πως περιδιαβαίνω τα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία και με λύπη βλέπω πόσο άδεια είναι τα ράφια που αντιστοιχούν σ' αυτό το είδος. Ρωτώ: Μήπως η έκδοση τέτοιων βιβλίων δεν θα ήταν επικερδής; Ισως. Είναι γεγονός πως εμείς, οι απόγονοι του Οδυσσέα, δεν ταξιδεύουμε αρκετά. Είναι επίσης γεγονός πως νέα παιδιά που σπουδάζουν στην Αγγλία(!) είναι δυστυχισμένα, επειδή βρίσκονται «μακριά» από το σπίτι τους. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, στο χέρι τους είναι να κοινωνήσουν νέες συνήθειες. Ως τότε όμως ας αφεθούμε στα λόγια του σογδιανού έμπορου: Και στο τέλος, αν είσαι τυχερός, θα τα θυμάσαι όλα όσα είδες. Υπαρχει ένας γέρος στο χωριό μου που πέρασε όλη του τη ζωή καθισμένος δίπλα στο πηγάδι. Είναι ευτυχισμένος, αλλά έχει τρελαθεί. Ομως εσύ άκουσες τα νερά που τρέχουν στους κήπους του Κασμίρ, έφαγες τα γλυκά πεπόνια της Κουμούλ και περπάτησες ανάμεσα στις τουλίπες στην Ουράνια Οροσειρά. Δεν είναι αυτό αρκετό;

ΥΓ.:Ξημέρωμα. Η πόλη της Βαρσοβίας ξυπνά. Η φίλη μου με περιμένει.

* Ο πρώτος στίχος ενός τετράστιχου του πέρση ποιητή Ομάρ Καγιάμ (12ος αιώνας).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Ενα βιβλίο σχεδόν «αχειροποίητο» - Ενα θεατρικό έργο με «μηδέν λιπαρά»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
Αμήν
Βιβλία για τις πασχαλινές ημέρες
Μία λίμνη δίχως βάθος!
Η κρίση του γραπτού Τύπου, η δύναμη της Ιστορίας και η μαγεία της Πόλης
Βιβλίο
Ενα βιβλίο σχεδόν «αχειροποίητο» - Ενα θεατρικό έργο με «μηδέν λιπαρά»
Το χωρίς προϋπόθεση βλέμμα του ταξιδιώτη
Κριτική βιβλίου
Παπαδιαμαντικό μετάφρασμα
Ο Ζακ Ντεριντά και «το φάρμακον» ενός εκπατρισμένου υποκειμένου
Εις κεκοιμημένους...
Λεονάρντο ντα Βίντσι Οι σημειώσεις μιας μεγαλοφυΐας
Η εποχή των μπολιβαριανών;
Μουσική
Εγινε σταρ από σύμπτωση
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς