Έντυπη Έκδοση

Ο κοντούλης και ο βαρύς

Ν. Καββαδίας Ν. Καββαδίας Αλληλογραφία  Νίκου Καββαδία-Μ.Καραγάτση

εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια: Μαίρη Μικέ

εκδόσεις Αγρα, σ. 152, ευρώ 14,13

Παίρνοντας κανείς στα χέριά του την αλληλογραφία Καββαδία - Καραγάτση, αναρωτιέται τι κοινά στοιχεία μπορεί να συνέδεαν αυτούς τους δύο ανθρώπους της λογοτεχνίας, που φαίνονται, από κάθε άποψη, να διαφέρουν. Ούτε ταξικά ούτε κοινωνικά ούτε ιδεολογικά υπάρχει, φαινομενικά τουλάχιστον, κάτι κοινό. Ναυτικός ο Καββαδίας, νομικός σύμβουλος ο Καραγάτσης. Εργένης και μονίμως απένταρος ο πρώτος, ευκατάστατος οικογενειάρχης πριν ακόμη τριανταρίσει ο δεύτερος. Και επιπλέον, αριστερόστροφος ο Καββαδίας, μέλος του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής, δεξιόφρων από καταγωγή ο Καραγάτσης, γλίτωσε τη σύλληψη και την ομηρία στα Δεκεμβριανά χάρη στη μεσολάβηση του Καββαδία. Αλλά και ως συγγραφικά ταμπεραμέντα κινούνται σε διαφορετικά πεδία: ο ένας στην ποίηση, ο άλλος στην πεζογραφία, ο ένας ολιγογράφος, ο άλλος, αντιθέτως, πολυγραφότατος, επαγγελματίας συγγραφέας πολύ πριν καθιερωθεί το είδος. Εν ολίγοις, δύο τελείως διαφορετικές προσωπικότητες. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες χρονολογικές συμπτώσεις. Είναι περίπου συνομήλικοι, μόλις ενάμιση χρόνο μεγαλύτερος ο Καραγάτσης. Εμφανίζονται στα γράμματα σχεδόν ταυτόχρονα και τον ίδιο χρόνο, το 1933, εκδίδουν το πρώτο τους βιβλίο. Και τα δύο είναι βιβλία σημαντικά: το Μαραμπού και Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν. Μόνο που το πρώτο εκδόθηκε ιδίοις αναλώμασιν, ενώ το δεύτερο από μεγάλο εκδοτικό οίκο της εποχής. Μπορεί, πάντως, να είναι συνομήλικοι και στην αρχή να συμβαδίζουν ως συγγραφείς, πολύ γρήγορα, όμως, και πριν αρχίσει η αλληλογραφία τους, ο Καραγάτσης αναγνωρίστηκε ως συγγραφέας, σε αντίθεση με τον Καββαδία, που παρέμεινε σε σχετική αφάνεια.

Ως αφορμή για την έκδοση της αλληλογραφίας τους αναφέρεται μια διπλή επέτειος. Το 2010 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση του Καββαδία, στις 11 Ιανουαρίου 1910 στη Μαντζουρία, και 50 χρόνια από τον θάνατο του Καραγάτση, στις 14 Σεπτεμβρίου 1960 στην Αθήνα. Η αλληλογραφία τους αριθμεί μόλις 35 επιστολές, άνισα κατανεμημένες: 25 του Καββαδία, 10 του Καραγάτση. Οχι, όμως, γιατί ο δεύτερος ολιγωρούσε να απαντήσει. Οπως δείχνουν οι επιστολές του Καββαδία, πολλές επιστολές του Καραγάτση θα πρέπει να χάθηκαν. Και για τους δύο, αυτή είναι η πρώτη αλληλογραφία τους που εκδίδεται. Δεν διευκρινίζεται αν, στα αρχεία τους, φυλάσσονται και άλλα επιστολικά σώματα, ίσως μεγαλύτερα και πιθανώς με φίλους περισσότερο συγγενικούς με αυτούς. Πάντως, θα αναμενόταν να πρόκειται για μεγάλους αλληλογράφους. Ο Καββαδίας ως ναυτικός και ο Καραγάτσης ως πληθωρικός της γραφής. Οπως και να έχει, τις όποιες απορίες για τη δική τους δυσδιάκριτη πνευματική συγγένεια έρχεται να τις απαντήσει η αλληλογραφία τους.

Η εμπεριστατωμένη εισαγωγή και οι εκτενείς υποσελίδιες σημειώσεις της Μαίρης Μικέ αναδεικνύουν τον διάλογο των δύο λογοτεχνών, όπως αυτός γίνεται, κατά ένα μεγάλο τμήμα του, μέσα από το έργο τους. Επισημαίνει τους μυθιστορηματικούς ήρωες του Καραγάτση και τους στίχους του Καββαδία, που αναφέρονται. Ενώ σχολιάζει ενδελεχώς την έμπνευση που δίνουν οι μεν πρώτοι στον ποιητή Καββαδία οι δε δεύτεροι στον πεζογράφο Καραγάτση. Επουσιώδεις φαίνεται ότι κρίθηκαν οι βιογραφικού τύπου πληροφορίες, που έχουν, όμως, κι αυτές το ενδιαφέρον τους. Για παράδειγμα, πότε ακριβώς και υπό ποιες συνθήκες γνωρίστηκαν. Η οικογένεια Καββαδία μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα το 1934. Κατά μια εκδοχή, σε σύναξη λογοτεχνών και καλλιτεχνών στο σπίτι του Καββαδία έγινε η γνωριμία τους. Χωρίς να αποκλείεται να πρωτοσυναντήθηκαν στον Πειραιά, όπου εργαζόταν ο Καραγάτσης, στην ασφαλιστική εταιρεία που διηύθυνε ο αδελφός του, Νίκος Ροδόπουλος. Μένει, όμως, ζητούμενο πώς έδεσε αυτή «η ζωντανή, γερή και μακρόχρονη φιλία», που μαρτυρείται ήδη από το πρώτο γράμμα της αλληλογραφίας τους, με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου 1939. Είναι η πρώτη επιστολή του Καββαδία, σταλμένη από την Ξάνθη, όπου είχε κληθεί για στρατιωτική εκπαίδευση, καθώς, ως προστάτης οικογενείας, είχε απαλλαγεί της στρατιωτικής θητείας.

Ο Καββαδίας απευθύνεται στον Καραγάτση με σεβαστικό θαυμασμό, φτάνοντας συχνά να υποτιμά εαυτόν. Ενώ ο Καραγάτσης, από την πλευρά του, τον αντιμετωπίζει με σχεδόν πατρική τρυφερότητα. Τότε, μετά δηλαδή την έκδοση του Μαραμπού, αλλά ακόμη και μέχρι σήμερα, ορισμένοι γραμματολόγοι τον εντάσσουν στους επιγόνους του Ουράνη και του Καρυωτάκη, καταχωρίζοντας τη θαλασσινή ποίησή του στην «ανανεωμένη παράδοση». Ο Καραγάτσης, όμως, ήδη από το 1937, σε συνέντευξή του, τον ξεχωρίζει. Η επιμελήτρια παραθέτει το σχετικό απόσπασμα. Μόνο που παραλλάσσει ελαφρώς τα λόγια του Καραγάτση, μειώνοντας την εξαιρετική θέση που εκείνος δίνει στον φίλο του.

Ετσι ξεκινά η αλληλογραφία τους, με αφορμή την αναχώρηση του Καββαδία από την Αθήνα, και συνεχίζεται κατά τις μεταγενέστερες απομακρύνσεις του. Διακρίνονται τρεις περίοδοι. Η πρώτη, της Ξάνθης, διαρκεί μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου του 1939, καθώς, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο Καραγάτσης τον περιμένει να έχει επιστρέψει στην Αθήνα. Δώδεκα επιστολές, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ισομερώς κατανεμημένες. Σε αυτές, αναφέρονται τα βράδια που περνούσαν μαζί στην Αθήνα, οι φάρσες που σκαρώναν, ακόμη αρρώστιες συγγενών του Καραγάτση, σκοπιές και φυλακίσεις του Καββαδία. Η δεύτερη περίοδος είναι εκείνη του αλβανικού Μετώπου. Ο Καββαδίας επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στην ΙΙΙ Μεραρχία ως ημιονηγός και τραυματιοφορέας και αργότερα, ως ασυρματιστής, καθώς η τελευταία επιστολή στέλνεται από τον Λόχο Διαβιβάσεων. Για το Μέτωπο έφυγε τον Οκτώβριο του 1940 και η αλληλογραφία τους αρχίζει 29.1.41, με γράμμα και πάλι του Καββαδία, σε απάντηση επιστολής του Καραγάτση που χάθηκε, όπως και όλα τα άλλα γράμματα που του έστειλε. Σώζονται μόλις τέσσερις επιστολές του Καββαδία από το Μέτωπο, απ' όπου γυρίζει πεζή και από τους τελευταίους. Στις επιστολές υπερισχύουν οι αναφορές στα παλιά. Μόνο σε μια μνημονεύει «τον παλαβό ποιητή που κουβαλά τραυματίες». Αυτή η ενότητα συμπληρώνεται με τρεις επιστολές από τις αρχές καλοκαιριού του 1941. Ο Καββαδίας μένει Αγίου Μελετίου 10 και ο Καραγάτσης παραθερίζει στην Κύμη Ευβοίας. Τέλος, στην τρίτη ενότητα, ο Καββαδίας έχει μπαρκάρει ασυρματιστής, αρχικά στο επιβατικό «Κυρήνεια», κάνοντας το δρομολόγιο Ιταλία- Ελλάδα-Αυστραλία, και μετά σε άλλα καράβια και άλλες διαδρομές, μέχρι τέλους. Αυτή η ενότητα, με 5 καρτ-ποστάλ και 5 επιστολές Καββαδία προς Καραγάτση, συν δύο επιστολές προς τη σύζυγό του, Νίκη Καραγάτση, και μια καρτ-ποστάλ στην κόρη του, Μαρίνα, καθώς και τρεις επιστολές Καραγάτση προς Καββαδία, έχει το μεγαλύτερο αριθμό επιστολών και το μεγαλύτερο χρονικό άνοιγμα, από τον Σεπτέμβριο του 1949 μέχρι τέλη 1955. Ενώ η καταληκτική επιστολή προς τη Νίκη Καραγάτση φέρει ημερομηνία 24.1.65. Ωστόσο, σε αυτήν, η συνομιλία των δύο αλληλογράφων έχει αλλάξει μορφή. Σε αραιά διαστήματα οι επιστολές τους, είναι εκτενείς, και δείχνουν σαν παράλληλοι μονόλογοι.

Η αλληλογραφία, εκτός από πολύτιμο ερμηνευτικό εργαλείο, αποκαλύπτει και δύο επικούρειους χαρακτήρες, που δεν αποκρύπτουν την αδυναμία τους στις υλικές απολαύσεις. Στις επιστολές τους επανέρχονται το τσιγάρο, το ποτό, οι γυναίκες. «Τρύγα την ηδονή όπου και όπως τη βρεις, κάτω απ' οποιαδήποτε μορφή της...», όπως γράφει ο Καραγάτσης. Διονυσιακή ιδιοσυγκρασία τον έχουν χαρακτηρίσει. Ο Καρούζος, μάλιστα, τον αποκάλεσε «ερωτοσαρκικό» συγγραφέα. Για τον Καββαδία, η γυναίκα ήταν σαν τη θάλασσα, που την αγαπούσε με πάθος. Ο ερωτισμός του ήταν διάχυτος. «Από τους πιο ερωτικούς ανθρώπους που συνάντησα», έλεγε ένας φίλος του ναυτικός.

Σημείο συνάντησης στάθηκε η μανία τους για τα ταξίδια. «Την έχω από γεννησιμιού μου», εξομολογείται ο Καραγάτσης το 1937, σε συνέντευξή του. Και επανέρχεται σε μια από τις τελευταίες του, ισχυριζόμενος ότι του άρεσε να σχεδιάζει κάθε είδους πλοία, εμπορικά και πολεμικά, προσθέτοντας ότι είχε μεγάλη μανία με «τη στρατηγική του ναυτικού πολέμου». Τόσο αγαπούσε τα πλοία, που το όνειρό του ήταν να γίνει ναύαρχος. Δεν έγινε. Εμεινε κλεισμένος σε μια κάμαρα να γράφει. Μεταξύ άλλων και «την ιστορία της φυλής των Ελλήνων», το φθινόπωρο του 1949, όταν έστελνε τις τρεις τελευταίες επιστολές, όπου αναμειγνύει γοργόνες και πόρνες, αρχαίους και σύγχρονους Ελληνες. Ως αυτοτελείς αφηγήσεις έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, ιδίως σήμερα, που οι μυθιστοριογράφοι έχουν ανοίξει μόνιμες παρτίδες με την Ιστορία. Αντιστοίχως, σαν αυτοτελή λογοτεχνικά πεζά διαβάζονται οι τελευταίες επιστολές του Καββαδία.

Τελικά, αυτή η ισχνή σε αριθμό σελίδων αλληλογραφία ανάμεσα στον «κοντούλη και ομιλητικότατο» κεφαλονίτη ποιητή και τον «βαρύ και λιγομίλητο» θεσσαλό μυθιστοριογράφο, εκτός από τις ανεκδοτολογικές πτυχές που αποκαλύπτει, φωτίζει και το συγγραφικό τους υπέδαφος. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ατιμες τιμές για έναν σπάνιο συγγραφέα
«Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί»
Μια θεατρική «ξένη γλώσσα»
Επιστολές, δισταγμοί και πτώσεις δίπλα μας
Τα διηγήματα κατοικούνται από μουρμουρητά και ψιθύρους
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο κοντούλης και ο βαρύς
Ατιμες τιμές για έναν σπάνιο συγγραφέα
«Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί»
Μια θεατρική «ξένη γλώσσα»
Επιστολές, δισταγμοί και πτώσεις δίπλα μας
Τα διηγήματα κατοικούνται από μουρμουρητά και ψιθύρους
Από τις 4:00 στις 6:00
Ατλαντίς, μια διαρκής αναζήτηση
Οι σύγχρονοι κιθαρίστες τού οφείλουν πολλά
Αφανής αναγνώστης
«διά του νοός αναγινώσκων»
Λογοτεχνία
Η ανθοδέσμη
Παπαγάλοι στον αστικό ουρανό
Συνταγές επιβίωσης σε αραβόφωνους καιρούς
Ο χρόνος του μυθιστορήματος είναι μια μέρα
Μια χαρτογράφηση του ντόπιου μηδενισμού
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Άλλες ειδήσεις
Ο Μανώλης Ρασούλης με αξιοπρέπεια και ελευθερία