Έντυπη Έκδοση

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ και η πατρίδα του η Αυστρία

Ατιμες τιμές για έναν σπάνιο συγγραφέα

Τόμας Μπέρνχαρντ

Τα βραβεία μου

μτφρ.: Σπύρος Μοσκόβου

εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», σ. 134, ευρώ 16,15

Είναι οπωσδήποτε απολαυστικό ένας σπουδαίος συγγραφέας να εκφράζεται, με ορμητήριο την κεκτημένη αυτοπεποίθησή του, για τον λογοτεχνικό χώρο της χώρας του. Η εγνωσμένη αξία προτείνει ακόμα και τον πιο δριμύ κυνισμό, την πιο πνευματώδη κακία, σαν αναφαίρετο δικαίωμα. Ασχετα αν ο κυνισμός και το απαξιωτικό ύφος έχουν πια καταντήσει απαραίτητα αξεσουάρ για κάθε επίδοξη ή υποτιθέμενη σπουδαιότητα. Αντιθέτως, συγγραφείς εφάμιλλου ύψους με τον Τόμας Μπέρνχαρντ (1931-1989) δικαιούνται τόσο την αλαζονεία όσο και τη μεγαλομανία, όπως επίσης δικαιούνται να προασπίζονται αυτές τις μομφές σαν καύχημά τους. Το κακό είναι ότι υπάρχει έλλειψη Μπέρνχαρντ και πλεόνασμα κούφιας οίησης. Τα κείμενα του παρόντος τόμου, δημοσιευμένου το 2009, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του Μπέρνχαρντ, προκαλούν να διαβαστούν σαν μια κάτοψη του πνευματικού χώρου διά χειρός ενός οξύστομου πνεύματος. Στα εννέα από τα έντεκα κείμενα του βιβλίου ο αυστριακός συγγραφέας μιλάει για κάποιες από τις τιμητικές διακρίσεις που απέσπασε τη δεκαετία του '60, μιλώντας κυρίως για την αποστροφή του προς αυτές. Ομως άλλοτε ήθελε να αλλάξει τα παντζούρια του σπιτιού του, άλλοτε σχεδίαζε να αγοράσει τέσσερις τοίχους για να κλειδωθεί μέσα τους, άλλοτε προσδοκούσε να αποκτήσει ένα αγγλικό αυτοκίνητο και σχεδόν πάντα είχε χρέη που εκκρεμούσαν, γι' αυτό αποδεχόταν τις τιμές που, κατά την κρίση του, τον ατίμωναν, αλλά οι οποίες ταυτόχρονα τον αποζημίωναν για την ταπείνωσή του με χρηματικά έπαθλα. Στις κρίσεις αυτοϋποτίμησης εν όψει μιας ακόμα τιμητικής εκδήλωσης, όπου από παντού θα ξεχείλιζαν «ιδρώτας και αξιοπρέπεια», αποκρινόταν στον εαυτό του πως ως χαρακτήρας μάλλον ήταν λίγος.

Από τα πιο σπαρταριστά και έξω φρενών κείμενα είναι εκείνο που αναφέρεται στο Μικρό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας που του απονεμήθηκε το 1967, ένα βραβείο «το οποίο ήδη είχε πάρει το κάθε καθίκι που κάτι έγραφε». Ο Μπέρνχαρντ θεωρούσε πως η απόφαση της κριτικής επιτροπής να απονείμει σε εκείνον, που τότε κόντευε τα σαράντα, αυτό το επαίσχυντο βραβείο, προορισμένο για εικοσάρηδες, ήταν «μια μεγάλη απρέπεια», μια «τιμωρία», σε κάθε περίπτωση τίποτα ελαφρύτερο από κακεντρέχεια. Ενας τρόπος της ασημαντότητας να του δείξει την περιφρόνησή της. Υπό αυτό το καχύποπτο πρίσμα η αποδοχή του βραβείου θα σήμαινε για τον συγγραφέα τη συγκατάθεσή του στην όλη κοροϊδία, κάτι εντελώς ακατανόητο, παρά το δέλεαρ της επιταγής. Θα επέτρεπε σε εκείνους που τον βράβευαν και που σιχαινόταν να τον γελοιοποιήσουν προσφέροντάς του το μικρό τους βραβείο. Υστερα από τέτοιους συλλογισμούς, επόμενο ήταν την ημέρα της απονομής να νιώθει «φόβο ενώπιον μιας διαστροφής» και «μιας έσχατης ντροπής». Από το άλλο μέρος, πίστευε πως δεν θα ήταν άτοπο να τον τιμήσουν με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο για το έργο της ζωής του, μιας ζωής που αριθμούσε μόλις 36 χρόνια. Προσβεβλημένος από την υπόγεια δολιότητα της βράβευσής του, ο Μπέρνχαρντ βουτάει σε δηλητήριο τα βέλη της ειρωνείας προτού τα εξακοντίσει στην επιτροπή του υπουργείου Πολιτισμού, στην οποία συμμετείχαν «μόνο καθίκια, και μάλιστα μόνο καθολικά και εθνικοσοσιαλιστικά καθίκια και μερικοί Εβραίοι για άλλοθι». Σε άλλο σημείο του βιβλίου, περιδιαβαίνοντας το Σάλτσμπουργκ, λίγο πριν από την απονομή ενός άλλου βραβείου, ο Μπέρνχαρντ διερωτάται, διόλου αθώα: «Αλλά πού είναι ο Χίτλερ;». Απορία που σημαδεύει κατάστηθα την Αυστρία, η οποία ξέχασε πολύ γρήγορα, αλλά επί της ουσίας ποτέ, τον ναζισμό. Αλλού, ένα μέλος μιας ακόμα κριτικής επιτροπής δυσανασχετεί όταν ο Μπέρνχαρντ προτείνει ως υποψήφιο για το προκείμενο αυστριακό βραβείο τον Ελίας Κανέτι, ανταπαντώντας πως «αυτός είναι και Εβραίος». Μια φράση που, όπως γράφει ο συγγραφέας, είχε βγει «από μια πολύ ερεβώδη γωνιά».

Ο αναγνώστης των εν λόγω πεζών συνειδητοποιεί εξαρχής πως το τελευταίο πράγμα που ενδιαφέρεται να συζητήσει ο Μπέρνχαρντ είναι τα βραβεία του. Τα τελευταία λειτουργούν σαν θεματικό πρόσχημα για να αποτυπωθεί η οπτική του πάνω στην εποχή του και τα λογοτεχνικά της ήθη. Το απηυδισμένο του βλέμμα πόρρω απέχει από την ελαφρότητα και την επίπλαστη αφέλεια της εκφραστικής του αποτύπωσης. Μπορεί το απερίφραστα καυστικό ύφος των κειμένων να δημιουργεί ιλαρότητα, αλλά πίσω από αυτή φανερώνεται μια βαθύτατη και επώδυνη ρήξη με την ηθική του καιρού του. Οι τρεις ομιλίες που εκφωνήθηκαν κατά την παραλαβή τριών από τα βραβεία και οι οποίες παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, συμμορφώνονται μόνο κατ' επίφαση με τη σοβαρότητα των περιστάσεων, για να αποκαλύψουν πλαγίως ένα συντριπτικό αίσθημα απελπισίας με συλλογικό αποδέκτη. Αυτοί οι σύντομοι λόγοι ακούγονται σαν μηδενιστικά μανιφέστα, γραμμένα υπό την έντονη ψυχική πίεση που προκαλεί στον συγγραφέα κάθε επικείμενη βράβευση, ισοδύναμη για εκείνον με υπαρξιακή δοκιμασία, και σε έναν τόνο ζοφερά ποιητικό, σε σημεία παραληρηματικό. Οι ομιλίες δεν έχουν τίποτα το ευχαριστήριο, ενώ ελάχιστα ίχνη επιείκειας και συμπάθειας εντοπίζονται στην πρόθεση του ομιλητή να επωμιστεί μέρος της ευθύνης για την αποτυχία της ανθρωπότητας στις μείζονες υποθέσεις του ανθρώπου, πνευματικές, ιδεολογικές, υλιστικές. Κάποιοι Γερμανοί, παραδείγματος χάριν, άκουσαν ένα πρωί στο δημαρχείο της Βρέμης τον τιμώμενο Μπέρνχαρντ να τους λέει πως η διανοητική κατάσταση του μεταπολεμικού κόσμου είναι ο πόνος και πως αυτός ο κόσμος, που εναποθέτει στη γνώση τις υψηλές του προσδοκίες, είναι καταδικασμένος να υποφέρει από τη διαύγεια και το κρύο. Το μέλλον θα έχει «τη γεύση μιας διαρκώς διαυγούς και διαρκώς παγερής ημέρας».

Εξαλλοι εγκατέλειψαν την αίθουσα του υπουργείου Πολιτισμού, όπου έλαβε χώρα η απονομή του Κρατικού Βραβείου Λογοτεχνίας, οι διακεκριμένοι εκπρόσωποι των αυστριακών γραμμάτων, όταν ο μόλις βραβευθείς ομοεθνής τούς προκάλεσε από το βήμα να αντιμετρηθούν με την ξεδιαντροπιά, την αχρειότητα και την αβελτηρία τους, που ως «ευσυνείδητα ασυνείδητοι» μεταμφίεζαν σε μεγαλορρημοσύνη. Ακόμα και αν η άκρατη απαισιοδοξία γίνεται κάποιες φορές παραμορφωτική, καλό θα ήταν οι απανταχού μεγαλόσχημοι λογοτέχνες και ακαδημαϊκοί να έχουν υπόψη τους πως μέσα στην αυταρέσκειά τους φαίνονται συχνά «έτοιμοι για όλα και ικανοί για τίποτα», με μια λέξη φαιδροί. Προφανώς ο Μπέρνχαρντ ξέρει πολύ καλά σε ποιους απευθύνεται, όταν κρατώντας στα χέρια του το Μικρό Κρατικό Βραβείο δηλώνει, ενώπιον των απαστραπτόντων επίσημων προσκεκλημένων, πως δεν είμαστε παρά «μέσα για τον σκοπό της παρακμής, δημιουργήματα του επιθανάτιου ρόγχου, ακόμα και τα πάντα να μας αποκαλύψουν το νόημά τους, εμείς δεν καταλαβαίνουμε τίποτα».

«Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε, αλλά δεν είμαστε απολύτως τίποτα και δεν αξίζουμε τίποτα παραπάνω από το χάος».

Το «εμείς» στα παραπάνω παραθέματα ενδεχομένως να φαίνεται υποκριτικό σε σχέση με την καταφανή υψηλοφροσύνη του ομιλητή, αλλά ο Τόμας Μπέρνχαρντ δεν εξαιρούσε τον εαυτό του από όσα προσήπτε στους παροικούντες τον ίδιο με εκείνον χώρο. Το αίσθημα της αποτυχίας τού ήταν απόλυτα οικείο, μολονότι είχε να κάνει περισσότερο με μια ιδιοσυγκρασιακή ταραχή. Για παράδειγμα, την ημέρα που προανήγγειλε στη Βρέμη ένα παγερό μέλλον, ο ίδιος ένιωθε να τον παγώνει η σκέψη πως η λογοτεχνία δεν θα τον έκανε ποτέ ευτυχισμένο και πως όλες οι ελπίδες που του είχε εμπνεύσει ήταν μια πλάνη. Οσο και αν απελπίζει ο εξωκειμενικός κόσμος, το ζήτημα απέναντι στην άθλια, επιδημική και γελοιωδώς περισπούδαστη αμεριμνησία των πολλών είναι κατά πόσο κανείς προτίθεται να αντισταθεί στην «εσωτερική απροθυμία και την εξωτερική ανοησία». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν πρέπει και να το διασκεδάζει.

Σε ένα βιτριολικό στιγμιότυπο του βιβλίου βλέπουμε τον Μπέρνχαρντ να ξεναγεί στο Σάλτσμπουργκ έναν επιφανή μυθιστοριογράφο, εξαντλημένος από τη λογιότατη λογοδιάρροια του συνοδοιπόρου του, ο οποίος επί ένα πεντάωρο του εξέθετε θεωρίες περί μυθιστορήματος. Ανακαλώντας έπειτα από χρόνια τη συνάντησή τους, ο συγγραφέας φέρνει στο μυαλό του με χαμόγελο τον φλύαρο μυθιστοριογράφο, ο οποίος, μεταξύ πολλών άλλων, τον είχε συμβουλεύσει να μην αγοράζει ποτέ παπούτσια πριν από τις τέσσερις το απόγευμα. Θεωρία απολύτως ωφέλιμη, καθότι εμπειρικά επιβεβαιωμένη. Κάπου αλλού, ο ίδιος ο Μπέρνχαρντ διαπιστώνει έκπληκτος τη χρηστικότητα της γραφής του, όταν σε ένα κατάστημα υποδημάτων βλέπει αναρτημένα στους τοίχους αποσπάσματα από ένα βιβλίο του, όπου διατύπωνε παραινέσεις προς μαθητευόμενους εμπόρους.

Πιθανόν στον γερμανόφωνο χώρο του βιβλίου τα πράγματα να βρίσκονται σε ανώτερο επίπεδο από αυτό της Ελλάδας, δεν νομίζω όμως ότι στους εκδοτικούς οίκους της Αυστρίας απασχολούνται λέκτορες, όπως πολλάκις (σ. 28, 35, 48, 62) αναφέρει η μετάφραση, αλλά αναγνώστες, όπως στα καθ' ημάς. Κάτι που ασφαλώς δεν θίγει τη σοβαρή δουλειά του Σπύρου Μοσκόβου, ο οποίος μετέφερε αράγιστο στη γλώσσα μας το γερμανικό κείμενο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο κοντούλης και ο βαρύς
«Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί»
Μια θεατρική «ξένη γλώσσα»
Επιστολές, δισταγμοί και πτώσεις δίπλα μας
Τα διηγήματα κατοικούνται από μουρμουρητά και ψιθύρους
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο κοντούλης και ο βαρύς
Ατιμες τιμές για έναν σπάνιο συγγραφέα
«Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί»
Μια θεατρική «ξένη γλώσσα»
Επιστολές, δισταγμοί και πτώσεις δίπλα μας
Τα διηγήματα κατοικούνται από μουρμουρητά και ψιθύρους
Από τις 4:00 στις 6:00
Ατλαντίς, μια διαρκής αναζήτηση
Οι σύγχρονοι κιθαρίστες τού οφείλουν πολλά
Αφανής αναγνώστης
«διά του νοός αναγινώσκων»
Λογοτεχνία
Η ανθοδέσμη
Παπαγάλοι στον αστικό ουρανό
Συνταγές επιβίωσης σε αραβόφωνους καιρούς
Ο χρόνος του μυθιστορήματος είναι μια μέρα
Μια χαρτογράφηση του ντόπιου μηδενισμού
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Άλλες ειδήσεις
Ο Μανώλης Ρασούλης με αξιοπρέπεια και ελευθερία