Έντυπη Έκδοση

Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού

(Συνέχεια από το προηγούμενο φ. 647) Αν στρέψουμε τώρα το βλέμμα προς τα έσω, τότε αυτά που είναι για μας γινόμενα του έξω κόσμου, μας παρίστανται ως βουλητικά ενεργήματα. Ο εποπτικός τύπος του χώρου και οι κατηγορίες έχουν αρθεί, ανάμεσα σε μας και το πράγμα καθεαυτό, που είναι ο εαυτός μας, παραμένει μόνον ο υποκειμενικός εποπτικός τύπος της εσωτερικής αίσθησης, ο χρόνος.

Η βούληση είναι ένα πηγαίο γεγονός, δεν μπορεί ν' αναχθεί σε κάτι προηγούμενο, είναι αφετηρία. Στη βούληση αποκαλύπτεται το δέον, και τούτο γίνεται αντιληπτό ως νόμος, ως προσταγή, με την οποία πρέπει να συμμορφωθούν οι πράξεις. Υπάρχουν ηθικά αξιώματα που είναι αποδεκτά από μεμονωμένα άτομα· τέτοια αξιώματα έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα, στερούνται καθολικού κύρους. Υπάρχουν πρακτικές καθ' ύλην αρχές που θέτουν ένα αντικείμενο ως κίνητρο της επιθυμίας μας· αυτές δεν συντάσσουν νόμους καθολικού κύρους, διότι απορρέουν από τη φιλαυτία ή τον ευδαιμονισμό του ατόμου. Υπάρχουν ακόμη αξιώματα που με μορφή εντολών εκπορεύονται από ένα ον έξω από εμάς, όπως είναι τα αξιώματα της ετερονομίας της θρησκευτικής ηθικής. Ομως τούτο γεννά το ερώτημα, γιατί θα πρέπει να υπακούσουμε σ' αυτό το ον; Αν αποφασίζαμε να υπακούσουμε, θα δεσμευόμασταν σε μιαν επαγγελία αμοιβής ή σε μιαν απειλή τιμωρίας. Η πράξη μας θα ήταν τότε μόνο μέσον για την επίτευξη ενός άλλου σκοπού, και τούτο θα διέστρεφε την απόλυτη δεοντολογία της ηθικής εντολής, μετατρέποντάς τη σε εξαρτημένη υποθετική προσταγή ενός κανόνα φρονήσεως του τύπου: «εάν θέλεις τούτο, πρέπει να κάνεις εκείνο». Υπάρχουν, τέλος, ηθικοί νόμοι, αντικειμενικά αξιώματα απόλυτης ισχύος, έγκυρα για κάθε έλλογο ον και επίγνωστα από αυτό, που εμπεριέχουν τον λόγο τους, προσταγές που εκπορεύονται από τα ενδόμυχά μας, με τις οποίες είμαστε υποκείμενα και συνάμα αντικείμενα των προσταγών, όπως ο πολίτης του ρουσοϊκού κράτους της «γενικής βούλησης». Ενας τέτοιος νόμος επιτάσσει: «Πράττε έτσι, ώστε το αξίωμα της βούλησής σου να μπορεί να ισχύει πάντοτε ταυτόχρονα ως αρχή μιας γενικής νομοθεσίας», αυτή είναι η κατηγορική προσταγή της καντιανής ηθικής. Ιδού ένα παράδειγμα που φέρνει ο Καντ: μου επιτρέπεται να υποσχεθώ κάτι, όταν ξέρω ότι δεν θα μπορέσω να τηρήσω την υπόσχεσή μου; Αν όλοι έπρατταν έτσι, η υπόσχεση θα έχανε κάθε νόημα, ούτε θα δινόταν ούτε θα γινόταν αποδεκτή. Οταν δίνω μιαν υπόσχεση, όταν θέλω λοιπόν να υπάρχει υπόσχεση, θα πρέπει και να θέλω να δίνεται όταν υπάρχει η θέληση να τηρηθεί. Αν εγώ δεν έχω αυτή τη θέληση, τότε εξαιρώ τον εαυτό μου από τον γενικό κανόνα, το οποίο θέλω και πρέπει να θέλω. Εδώ έγκειται η ανηθικότητα.

Από τα βάθη του εσωτερικού μας κόσμου αναβλύζει ο ηθικός νόμος, στο φως του έλλογου προσλαμβάνει το χρώμα του φωτός, και εκφαίνεται ως πρόταση με αφηρημένες έννοιες. Αυτός ο νόμος δεν μπορεί να παραχθεί εκ των υστέρων, δηλ. από τον φυσικό νόμο της εμπειρίας, διότι αυτός επενεργεί πάνω μας προκαλώντας συναισθήματα ηδονής ή λύπης. Ο Καντ απορρίπτει τον ευδαιμονισμό. «Είναι εύκολο», γράφει, «να κρίνουμε ποια είναι η αξία που έχει η ζωή για μας, αν αυτή η αξία αποτιμηθεί από αυτό που απολαμβάνουμε (τον φυσικό σκοπό του συνόλου των κλίσεων, την ευδαιμονία). Αυτή η αξία πέφτει κάτω από το μηδέν. Διότι ποιος θα ήθελε δα να ξαναρχίσει τη ζωή με τους ίδιους όρους ή ακόμη και μ' ένα νέο, δικό του σχέδιο (όμως σύμφωνο με τη φυσική πορεία), που όμως θα είχε στηθεί μόνο πάνω στην απόλαυση;... Δεν μένει λοιπόν άλλη από την αξία που δίνουμε εμείς οι ίδιοι στη ζωή μας μ' αυτό που δεν κάνουμε απλώς, αλλά κάνουμε σκόπιμα τόσο ανεξάρτητα από τη φύση, ώστε ακόμη και η ύπαρξη της φύσης να μπορεί να είναι σκοπός μόνο μ' αυτό τον όρο».

Ετσι, λοιπόν, ο Καντ παράγει τον ηθικό νόμο από το καθαρό έλλογο εκ των προτέρων, ώστε να μη χρειαστεί να δανειστεί κάτι από την εμπειρία, να μη χρειαστεί ν' αποδειχθεί ο νόμος διά της εμπειρίας, αλλά να μπορέσει ν' αποδείξει το κύρος του μέσα σ' αυτήν. Μ' αυτήν την παραγωγή της κατηγορικής προσταγής ο άνθρωπος αντιπαρατίθεται στη φύση και την αποθεωρεί με την πρακτική δύναμη της κρίσης: «Ρώτα τον εαυτό σου, αν την πράξη που προτίθεσαι να κάμεις, εφ' όσον αυτήν γινόταν σύμφωνα μ' ένα νόμο της φύσης, μέρος της οποίας είσαι εσύ ο ίδιος, θα μπορούσες ν' αναγνωρίσεις ως δυνατή με τη δική σου βούληση».

Ο άνθρωπος είναι αντικείμενο σεβασμού, είναι σκοπός, δεν είναι μέσον. Ο ηθικός νόμος αποκτά και νέα διατύπωση: «Πράττε έτσι, ώστε να φέρεσαι στην ανθρωπότητα, τόσο στο πρόσωπό σου όσο και στο πρόσωπο κάθε άλλου, κάθε στιγμή, ως προς σκοπό, ποτέ απλώς ως σε μέσον».

Ο ηθικός νόμος, που εγκλείει τη συνείδηση του καθορισμού μας, έχει ως προϋπόθεση την ικανότητά μας ν' αυτοκαθορισθούμε. Τούτη είναι η αιτιότητα δι' ελευθερίας. Είναι αιτιότητα διότι υπακούομε σε νόμο, και είναι ελευθερία επειδή είμαστε ανεξάρτητοι από φυσικό καταναγκασμό.

Ενας τέτοιος νόμος χρειάζεται «μια δύναμη κρίσης που να έχει οξυνθεί από την εμπειρία, για να καταστεί δυνατή η διάκριση των περιπτώσεων της εφαρμογής, η εισδοχή του στη βούληση του ανθρώπου και η επιτακτικότητα κατά την εκτέλεση».

Στην ηθική του ο Καντ ακολουθεί τη διδασκαλία του Λούθηρου για την ελευθερία κατά τούτο, ότι η κατάσταση του ανθρώπου χαρακτηρίζεται, αφ' ενός, από εσωτερική δέσμευση στον νοητό κόσμο (Λούθηρος: στον θεό), αφ' ετέρου, από εξωτερική ελευθερία στον αισθητό κόσμο (Λούθηρος: γήινο κόσμο). «Δεν είναι κάτι μικρό», λέει ο Καντ, «αυτό που ανυψώνει τον άνθρωπο (ως μέρος του αισθητού κόσμου) πάνω από αυτόν τον ίδιο, αυτό που τον συνδέει με μια τάξη, την οποία μπορεί να στοχαστεί μόνον η διάνοια, και ταυτόχρονα έχει από κάτω το όλον τον αισθητό κόσμο, και μαζί μ' αυτόν την εμπειρικά καθοριζόμενη ύπαρξη του ανθρώπου μέσα στον χρόνο και το σύνολο των σκοπών (το οποίο είναι σύμμετρο μόνο τέτοιων απόλυτων πρακτικών νόμων, όπως είναι ο ηθικός). Δεν είναι άλλο από την προσωπικότητα, δηλ. την ελευθερία και ανεξαρτησία από τον μηχανισμό του συνόλου της φύσης -όμως ταυτόχρονα θεωρούμενη ως την ικανότητα ενός όντος που υπόκειται σε ιδιάζουσες, δηλ. σε δοσμένες από το δικό του έλλογο καθαρές πρακτικές επιταγές- το πρόσωπο λοιπόν ως ανήκον στον αισθητό κόσμο, υποκείμενο στη δική του προσωπικότητα, εφόσον αυτή ανήκει ταυτόχρονα στον νοητό κόσμο».

Η αγαθή κλίση είναι βέβαια αξιοσέβαστη, όμως μπορούμε να στηριχτούμε στις παρορμήσεις της μόνον όταν είμαστε σε θέση να καταστήσουμε νοητό αυτό που επιτάσσουν: «Ο τρόπος της σκέψης που κολακεύει με μιαν οικειοθελή αγαθότητα του θυμικού, που δεν χρειάζεται ούτε παραίνεση ούτε επίσχεση, για τον οποίο δεν απαιτείται ούτε καν εντολή, και με τούτα ξεχνά το χρέος του, είναι τυχάρπαστος, αιθεροβάμων και φαντασιώδης». Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Σίλερ δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να ακολουθήσει εδώ τον Καντ και τον ειρωνεύτηκε με το επίγραμμα: «Μ' αρέσει να εξυπηρετώ τους φίλους, μόνο που δυστυχώς το κάνω από κλίση, κι έτσι με τρώει το σαράκι που δεν είμαι ενάρετος». Σε κριτικές της κατηγορικής προσταγής από άλλους, ότι δηλ. κάθε ηθική πράξη προέρχεται από κλίση, δεν θ' αναφερθώ.

Το ότι ο άνθρωπος απαρνείται τον νόμο του καθορισμού του, ενώ γνωρίζει ότι πρέπει να υπακούει σ' αυτόν, το ότι υποτάσσει τον ηθικό νόμο στον νόμο της φιλαυτίας του, τούτο οφείλεται σε μιαν έμφυτη ροπή προς το «ριζικά κακό», που η θρησκεία ονομάζει προπατορικό αμάρτημα. Μ' αυτό το θέμα ο Καντ περνά στη φιλοσοφία της θρησκείας, την οποία συγκροτεί υπό την επήρεια τού μη δογματικού χριστιανισμού τής ευσεβιστικής οικογενειακής εστίας του.

Η έμφυτη ροπή προς το κακό επιδέχεται για τον Καντ πειθάρχηση, διότι το «έμφυτο προς το αγαθό» μπορεί να καλλιεργηθεί και να επιβληθεί από την αυτόνομη ανθρώπινη ελευθερία. Με την ενσωμάτωση της χριστιανικής αντίληψης για το προπατορικό αμάρτημα στην αυτονομία του έλλογου ο Καντ προσφέρει στον χριστιανισμό τη δυνατότητα του συμβιβασμού θρησκείας και φιλοσοφίας. Για τον φιλόσοφό μας ο χριστιανισμός είναι η κατ' εξοχήν ηθική θρησκεία, που συνάδει προς ένα αυτόνομο έλλογο υποχρεωμένο στον ηθικό νόμο. Αυτή όμως η προσφορά συνοδεύεται από κριτική της ουσιαρχίας (substantia lismus) της χριστιανικής θεολογίας.

Ο Καντ ζητεί από το Κράτος και την Εκκλησία ελευθερία της κριτικής της θρησκείας: για την αλήθεια της θρησκείας πρέπει ν' αποφασίζει το έλλογο και όχι η Εκκλησία· για το σύμφορο της θρησκευτικής αλήθειας για την κοινωνία πρέπει ν' αποφασίζει πάλι το έλλογο και όχι το Κράτος.

Ερχόμενος ακολούθως στο πρόσωπο που Ιησού ο Καντ θεωρεί το μυθολόγημα «Υιός του Θεού» ως χαρακτηριστικό του αξιώματος του ανθρώπου Ιησού και δέχεται αυτό το αξίωμα ως την παραδειγματικότητα του ιδανικού της τέλειας ηθικότητας. Ετσι απορρίπτεται από τον Καντ το δόγμα της εκκλησιαστικής χριστολογίας για τη θεότητα του Ναζωραίου. *

ΤΕΛΟΣ

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Η ανθοδέσμη
Παπαγάλοι στον αστικό ουρανό
Συνταγές επιβίωσης σε αραβόφωνους καιρούς
Ο χρόνος του μυθιστορήματος είναι μια μέρα
Μια χαρτογράφηση του ντόπιου μηδενισμού
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο κοντούλης και ο βαρύς
Ατιμες τιμές για έναν σπάνιο συγγραφέα
«Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί»
Μια θεατρική «ξένη γλώσσα»
Επιστολές, δισταγμοί και πτώσεις δίπλα μας
Τα διηγήματα κατοικούνται από μουρμουρητά και ψιθύρους
Από τις 4:00 στις 6:00
Ατλαντίς, μια διαρκής αναζήτηση
Οι σύγχρονοι κιθαρίστες τού οφείλουν πολλά
Αφανής αναγνώστης
«διά του νοός αναγινώσκων»
Λογοτεχνία
Η ανθοδέσμη
Παπαγάλοι στον αστικό ουρανό
Συνταγές επιβίωσης σε αραβόφωνους καιρούς
Ο χρόνος του μυθιστορήματος είναι μια μέρα
Μια χαρτογράφηση του ντόπιου μηδενισμού
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Άλλες ειδήσεις
Ο Μανώλης Ρασούλης με αξιοπρέπεια και ελευθερία