Έντυπη Έκδοση

«Δεν με γοητεύουν τα κακά παιδιά»

Εχοντας απέναντί σου τον Ζαν Ρενό, το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι μη βγάλει από την τσέπη κάνα εξάσφαιρο. Το πιστολίδι και το ξύλο που έχει ρίξει στο σινεμά δεν ξεχνιούνται εύκολα. Και ο ίδιος ξέρει ότι ο ομώνυμος ρόλος στο «Λεόν» του Λικ Μπεσόν έχει γίνει το κινηματογραφικό του alter ego.

Σε μια σκηνή από τις «22 σφαίρες» του Ρισάρ Μπερί, με το πιστόλι στο χέρι. «Περισσότερο μ' ενδιαφέρει η μόδα και η μουσική, παρά τα όπλα», λέει ο Ζαν Ρενό Σε μια σκηνή από τις «22 σφαίρες» του Ρισάρ Μπερί, με το πιστόλι στο χέρι. «Περισσότερο μ' ενδιαφέρει η μόδα και η μουσική, παρά τα όπλα», λέει ο Ζαν Ρενό Εχει υποδυθεί τον κακό, τον δολοφόνο, τον διεφθαρμένο αστυνομικό. Στην Αθήνα ήρθε ως... αρχιμαφιόζος. Πρωταγωνιστεί στην ταινία «22 σφαίρες» του Ρισάρ Μπερί (το καλοκαίρι στις αίθουσες), που προβλήθηκε χθες στη λήξη του 11ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Υποδύεται τον Σαρλί Ματέι, μαφιόζο της Μασσαλίας, που έχει εγκαταλείψει τον υπόκοσμο για να αφοσιωθεί στην οικογένειά του. Μέχρι που τον βρίσκουν σε ένα πάρκινγκ με 22 σφαίρες στο σώμα του. Δεν πεθαίνει, αλλά ζητά εκδίκηση. Κάπως έτσι αρχίζει η δράση και το κυνηγητό, που φυσικά στάζουν... αίμα.

Ο ρόλος είναι εντελώς... Ζαν Ρενό. Γι' αυτό σπεύδει να μας ξεκαθαρίσει γελώντας ότι «δεν έχει καμιά σχέση με μένα. Το κοινό με έχει συνδυάσει με τέτοιους τύπους. Μετά από ένα σημείο, δεν μπορείς να ελέγξεις το image σου». Το κίνητρό του για να δεχτεί τον ρόλο ήταν το γεγονός ότι, όπως λέει, «αυτός ο άνθρωπος αναζητά την εξιλέωση».

Ο χαρακτήρας του είναι βασισμένος στον μαφιόζο της Μασσαλίας Ζακί Λε Μαλ, που είναι σήμερα 80 χρόνων. Ο σκηνοθέτης τον συνάντησε αρκετές φορές, ο Ζαν Ρενό μόνο μία. «Και να σας πω την αλήθεια, δεν ήθελα να τον γνωρίσω», ομολογεί. «Δεν με γοητεύουν καθόλου τα κακά παιδιά, παρ' όλο που τα υποδύομαι. Πιο πολύ με ενδιαφέρει η μουσική και η μόδα, παρά τα όπλα».

Είναι φυσικά προετοιμασμένος για την «κλισέ» ερώτηση, αν έχει βαρεθεί να παίζει τον κακό. «Για μένα είναι μεγαλύτερο πρόβλημα να βρω ένα συναρπαστικό σενάριο και να συναντήσω ενδιαφέροντες ανθρώπους, με τους οποίους θα μπορώ να δουλέψω τρεις μήνες. Δεν κάνω πάντα αυτό που περιμένουν από μένα. Αυτός θα ήταν ο γρηγορότερος δρόμος για να γίνω... προϊόν», λέει.

Εχει και ακόμα ένα καλό επιχείρημα. Τον ρόλο του Εβραίου γιατρού, προστάτη των παιδιών, στην ταινία «Τη νύχτα που χάθηκαν τα αστέρια», της Ροζελίν Μπος (την Πέμπτη στις αίθουσες). Είναι βασισμένη στη μεγαλύτερη μαζική σύλληψη Εβραίων, που έγινε στη Γαλλία το 1942, με διαταγή του καθεστώτος Πετέν. Κρατήθηκαν στο ποδηλατοδρόμιο του Παρισιού πέντε μέρες χωρίς νερό και τροφή και στη συνέχεια οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

«Τα παιδιά μου κλαίνε όταν με βλέπουν»

Είναι από τις λίγες φορές που τον βλέπουμε γερασμένο και τρωτό. Είναι και από τις ελάχιστες φορές που οι Γάλλοι ανοίγουν στο σινεμά το κεφάλαιο της συνεργασίας τους με τους ναζί. Η ταινία έχει κόψει ήδη 2,5 εκατομμύρια εισιτήρια στη Γαλλία.

«Εχω παιδικούς φίλους Εβραίους και ξέρω τι έχουν ζήσει. Είναι καιρός να μιλήσουμε για αυτά τα θέματα. Αλλά και να δούμε μια ταινία που δείχνει πόσο υπέφεραν τα παιδιά από αυτή την ιστορία. Θα ήθελα να τη δουν τα παιδιά μου», λέει. Πώς τους φαίνονται άραγε οι δικές του ταινίες, όπως το «22 σφαίρες», όπου τρώει συνεχώς ξύλο και είναι στα αίματα από την κορφή έως τα νύχια; «Την είδαν. Αλλά κλαίνε συνέχεια γιατί δεν θέλουν να με βλέπουν να πεθαίνω», λέει.

Ο Ρενό έχει την πολυτέλεια να είναι με το ένα πόδι στο γαλλικό σινεμά και με το άλλο στο αμερικανικό. Εχει παίξει στις ταινίες «Επικίνδυνες αποστολές», «Κώδικας Ντα Βίντσι», «Ροζ Πάνθηρας». Θα μπορούσε να βγάζει περισσότερα λεφτά στην Αμερική. «Δεν κάνεις ταινίες για τα λεφτά. Αφήστε που όσο περνούν τα χρόνια, βγάζεις λιγότερα, γιατί παύεις να είσαι περιζήτητος. Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι δεν μπορούμε να έχουμε εθνικό σινεμά επειδή κυριαρχεί η αμερικανική βιομηχανία. Αυτά είναι δικαιολογίες για τους τεμπέληδες, που τα ρίχνουν όλα στους... Αμερικανούς», λέει.

Αυτό είναι το μόνο έμμεσο κοινωνικό σχόλιο που κάνει. Για τον Νικολά Σαρκοζί, που είναι και κουμπάρος του, δεν θέλει να μιλήσει. Το χαμόγελο εμφανίζεται πάλι στο πρόσωπό του, όταν θυμάται το «Απέραντο γαλάζιο» του Μπεσόν. «Εμεινα δύο μήνες στην Αμοργό. Ηταν παραπάνω από φανταστικά. Ηταν... απέραντα γαλάζια», λέει. Η σχέση του με την Ελλάδα είχε ξεκινήσει το 1978, στο Παρίσι, όπου είχε δάσκαλο τον Αντρέα Βουτσινά. Και για να πείσει για την ελληνική του «διάθεση», μας αποχαιρετά με τα λιγοστά ελληνικά που θυμάται: «Ευχαριστώ πολύ. Καλημέρα». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Πρωτάρης μες στου Βοσπόρου τα στενά
Εικαστικά
Το έργο τέχνης και τα διαμάντια του
Συνέντευξη: Ζαν Ρενό
«Δεν με γοητεύουν τα κακά παιδιά»
Αλαν Σίλιτοου
«Οργισμένος» συγγραφέας ξεχασμένων ανθρώπων
Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης
30% κάτω ο προϋπολογισμός 35% πάνω οι επισκέπτες
Οι Κινέζοι θέλουν αρχαίους και ντετέκτιβ
Αρχαιολογία
«Στον Μαραθώνα η δημοκρατία νίκησε τη θεοκρατική απολυταρχία»
Τηλεόραση
Εκστρατεία ενίσχυσης της δημοσιογραφίας
Ιστορίες οικονομικής κρίσης
Οι «στιγμές» του Μαλέλη