Έντυπη Έκδοση

Μια σύγχρονη πριγκίπισσα

Κριτικός του κινηματογράφου στην αρχή της καριέρας του, συγγραφέας βιβλίων για τον κινηματογράφο, ο Μπερτράν Ταβερνιέ στράφηκε στη σκηνοθεσία το 1974, με την ταινία «Ο ωρολογοποιός του Αγίου Παύλου», που του χάρισε την Αργυρή Αρκτο του Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Θα ακολουθήσουν μια σειρά ταινίες, με ποικίλα θέματα αλλά και διάφορα στιλ, από ιστορικά δράματα και αστυνομικά θρίλερ μέχρι σύγχρονα κοινωνικά δράματα, περιπέτειες επιστημονικής φαντασίας αλλά και φιλμ νουάρ: «Και η γιορτή αρχίζει», «Ο ανακριτής και ο δολοφόνος», «Το ξεκαθάρισμα», «Μια Κυριακή στην εξοχή», «Μεσάνυχτα και... κάτι», «Η ζωή και τίποτε άλλο», «Γλυκιά νοσταλγία», «Νόμος 627», «Η κόρη του Ντ' Αρτανιάν», «Το δόλωμα», «Καταιγίδα στην ομίχλη» κ.ά. Χωρίς να ξεχνάμε και μια σειρά από εξαιρετικά μουσικά και άλλα ντοκιμαντέρ, ανάμεσά τους και το θαυμάσιο «Mississippi Blues» (1983).

Στη νέα του ταινία «Η πριγκίπισσα του Μονπανσιέ» (στις αίθουσες από τις 7 Ιουλίου) καταπιάνεται, με βάση μια νουβέλα της Μαντάμ ντε Λαφαγέτ, με μια ερωτική ιστορία με φόντο τους φανατικούς, θρησκευτικούς πολέμους που είχαν διχάσει τη Γαλλία τον 16ο αιώνα. Επίκεντρο της ιστορίας είναι ο έρωτας της νεαρής Μαρί ντε Μεζιέρ (Μελανί Τιερί) για τον ξάδερφό της Ανρί ντε Γκιζ, ενώ, για πολιτικούς λόγους, ο πατέρας της την αναγκάζει να παντρευτεί τον δούκα Φιλίπ ντε Μονπανσιέ, γεγονός που, όταν ξεσπά ο πόλεμος, τη φέρνει αντιμέτωπη με τις σεξουαλικές και πολιτικές ίντριγκες του παλατιού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ταβερνιέ αντλεί από το ιστορικό παρελθόν. Ο λόγος είναι, όπως μου είπε στην πρόσφατη συνάντησή μας, πως «όταν κοιτάξεις μια τέτοια ιστορία βρίσκεις πράγματα που φωτίζουν το παρόν και σε κάνουν να το καταλάβεις. Αυτό που ζούμε σήμερα, με την οικονομική κρίση, τις τράπεζες και το ρόλο τους, αν το συγκρίνεις με την κρίση του 1929, θα δεις πόσο καταπληκτικά ίδιο είναι. Γιατί και οι κυβερνήσεις μετά από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και οι σημερινές αποτελούνται από ανθρώπους αμαθείς και αυθάδεις, υπεύθυνους για την καταστροφή εκατομμυρίων ανθρώπων».

Για τον Ταβερνιέ, «ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι φτιαγμένη από σάρκα και αίμα. Αυτό προσπαθώ να δώσω στις ταινίες μου. Και το κάνω συνήθως μέσα από τους χαρακτήρες. Πάντα αρχίζω από τους χαρακτήρες. Και θέλω να περάσω μαζί τους ένα μεγάλο διάστημα: να φάω πρωινό μαζί τους, να ονειρευτώ γι' αυτόν ή γι' αυτήν. Το 1920, υπήρχαν 254.000 αγνοούμενοι. Περισσότεροι από ό,τι είναι σήμερα ο γαλλικός στρατός. Και σκέφτομαι μια γυναίκα που προσπαθεί να βρει τον άντρα της που είναι ένας από αυτούς. Και αμέσως αποφασίζω πως αξίζει να περάσω δυο χρόνια μ' αυτή τη γυναίκα. Και διερωτώμαι: Πού είναι ο άντρας της; Τι θα της συμβεί; Ετσι έγινε η πρώτη μου ταινία που γύρισα με σεναριογράφο τον Ζακ Κοσμός» (σ.σ.: πρόκειται για την ταινία «Η ζωή και τίποτε άλλο»).

Από εικαστικής πλευράς, ο Ταβερνιέ είχε υπόψη του «σκηνοθέτες όπως ο Γκρίφιθ. Αλλά υπήρχαν και αρκετές άλλες καλές ταινίες εποχής, όπως για παράδειγμα «Η Μασσαλιώτιδα» του Ζαν Ρενουάρ και μερικές ιταλικές ταινίες, όπως αυτές του Ροσελίνι, τα Fioretti, ή «Η βασίλισσα Μαργκό» του Πατρίς Σερό.

Παρ' όλο που από πλευράς στιλ η ταινία αντλεί από το φιλμ νουάρ, ο σκηνοθέτης αρνείται οποιαδήποτε θεματική σχέση με το είδος αυτό. «Η ταινία μας δεν έχει τέτοια θέματα», επιμένει. «Γιατί στα περισσότερα φιλμ νουάρ κυριαρχεί ο μισογυνισμός. Ενώ η γυναίκα στην ταινία μου δεν είναι femme fatale, δεν προσπαθεί ποτέ να ξελογιάσει τους άντρες. Αντιστέκεται σ' αυτά που της συμβαίνουν. Εχει έναν αισθησιασμό και σεξουαλική επιθυμία αλλά αντιστέκεται σ' αυτό. Οι διάφοροι άντρες την ερωτεύονται αλλά αυτή δεν προσπαθεί να τους ξελογιάσει. Είναι το αντίθετο των μοιραίων γυναικών, που είναι σατανικοί χαρακτήρες - όχι βέβαια όλες. Και ήμουν ξεκάθαρος στη Μελανί, της έλεγα πως δεν είσαι ο τύπος της γυναίκας που ξελογιάζει. Παρά τη στάση της, συμβαίνουν πολλά γύρω της κι αυτά την κάνουν ευάλωτη και γι' αυτό πολύ πιο ενδιαφέρουσα».

Για το ιστορικό φόντο ο Ταβερνιέ, εκτός από βιβλία, απευθύνθηκε σε ιστορικούς, γιατί, όπως τονίζει, «αυτοί σου λένε διάφορες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τα δωμάτια, τους ανθρώπους, πώς κοιμόντουσαν... Πώς ξεχωρίζεις τους ανθρώπους σε μια μάχη; Οι περισσότεροι δεν είχαν στολές. Οπως μου είπε ένας ιστορικός, το ένα τρίτο του αριθμού των στρατιωτών που σκοτώνονταν ήταν από το ίδιο στρατόπεδο. Οταν πολεμάς στη λάσπη, μετά από πέντε λεπτά πώς θα ξεχωρίσεις τον καθολικό από τον προτεστάντη; Αυτό μου έδωσε την ιδέα να δώσω τη μάχη ώστε να μην ξέρεις ποιος μάχεται ποιον. Είναι όπως στις ταινίες του Κουροσάβα».

Παρά τα 70 του χρόνια, ο Ταβερνιέ δείχνει να έχει το ίδιο πάθος για τον κινηματογράφο: «Προσπαθώ να γυρίζω όλες τις ταινίες μου σαν να ήταν η πρώτη μου ταινία. Θέλω να γυρίζω τις ταινίες μου μέσα από τους χαρακτήρες που πρέπει να πείθουν ότι είναι ζωντανοί. Προσπαθώ να βρω ένα ρυθμό, που θα είναι ο ρυθμός του συγκεκριμένου χαρακτήρα. Και γι' αυτό πρέπει να είσαι παθιασμένος, να ξέρεις πώς πρέπει να χειριστείς την κάμερα και στην περίπτωση μιας ταινίας εποχής να ξέρεις πώς να γυρίσεις την ταινία χωρίς να δίνεις την εντύπωση πως το εκμεταλλεύεσαι για να φτιάξεις μια ταινία τουριστική».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Θεατρικό ψηφιδωτό
Ο Αγαμέμνονας στον Β' Παγκόσμιο
Ταξίδι στο μύθο
Μουσική
Δαμάζοντας τα κύματα της ροκ
Συνέντευξη:Νικ Κέιβ
«Τα τραγούδια είναι η σκοτεινή πλευρά μου»
Χορός
Φορσάιθ στο Φεστιβάλ Αθηνών
Κινηματογράφος
Μια σύγχρονη πριγκίπισσα
Αφιέρωμα "Αγανακτισμένοι"
Η πλατεία ήταν γεμάτη
Μια ιστορική τριλογία
Φωτογραφία
Ο φωτογράφος του αντικατοπτρισμού
Εικαστικά
Εκατό έργα του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα στην Ανδρο
Λογοτεχνία
Στο καταφύγιο της λογοτεχνίας
Η φιλοσοφία στο διάστημα
Παγωμένο νουάρ
Υπουργείο Πολιτισμού
Ο νόμος για το σινεμά ακόμα στην ομίχλη
Διαδίκτυο
Διανοούμενοι στο You Tube
Άλλες ειδήσεις
Αγάπη ενάντια στο νόμο