Έντυπη Έκδοση

Μια ιστορική τριλογία

Πριν από αρκετά χρόνια όταν ακούγαμε σε σατιρικό σκετς της ελληνικής τηλεόρασης τη φράση «πάμε πλατεία» μάλλον θεωρούσαμε ότι η προέλευση του καλέσματος οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην ύπαρξη μιας γενιάς η οποία μέσα σε ένα περιβάλλον ιδεολογικής και πνευματικής «αφασίας» διασκέδαζε τα αδιέξοδά της σπαταλώντας κενό χρόνο.

Στην προκειμένη περίπτωση εκεί αναφερόταν.

Στην πραγματικότητα, όμως, η φράση «πάμε πλατεία» είναι τόσο παλιά όσο είναι και η διαμόρφωση των δυτικών πρωτευουσών, συμπεριλαμβανομένης και της Αθήνας, στο βαθμό που από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους (1834) και έκτοτε η μόνιμη και διαρκής προσπάθεια ήταν η χώρα να αφήσει πίσω της ό,τι τη συνδέει με την Ανατολή και να αποτυπώσει στο περιβάλλον των πόλεων τη δυτική αστική κουλτούρα.

Τις τελευταίες εβδομάδες η πλατεία ως έννοια και χώρος απέκτησε εκ νέου συμβολικές και ιδεολογικές διαστάσεις. Μάλιστα της δόθηκε και χαρακτήρας δρώντος υποκειμένου, αφού συχνά πολιτικοί και ΜΜΕ αναφέρονται σε αυτή λέγοντας «πρέπει να ακούσουμε την πλατεία, να δούμε τι λέει η πλατεία» κ.λπ.

Οι «αγανακτισμένοι» συναντιούνται στις πλατείες, αλλά η πλατεία Συντάγματος αποτελεί το συμβολικό κέντρο όλων αυτών των εκδηλώσεων. Ακόμα κι αν συχνά δίνεται η εντύπωση ότι η διαμαρτυρία είναι ταυτόχρονα και βόλτα και «χάζεμα» και ευκαιρία για κουβέντα, συν περιέργεια των περαστικών και ευκαιρία να πουλήσουν οι μικροπωλητές, σωστά δίνεται, γιατί ανέκαθεν η πλατεία ήταν όλα αυτά μαζί, υπερισχύοντας, ανάλογα με τις συνθήκες, άλλοτε το ένα και άλλοτε το άλλο.

Εντούτοις, κανένα άλλο σημείο της πόλης δεν θα μπορούσε να είναι τόσο προνομιακός υποδοχέας των κοινωνικών αιτημάτων όσο η πλατεία Συντάγματος. Κατ' αρχήν εκ του ονόματος, το οποίο προέρχεται από την πολεοδομική και αρχιτεκτονική ιστορία της, προκύπτει ο διαρκής πολιτικός της χαρακτήρας, ο οποίος υπογραμμίζεται περαιτέρω από τη γειτνίαση με τη Βουλή και το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη. Αλλωστε στο συλλογικό ασυνείδητο η πλατεία Συντάγματος είναι αυτή ακριβώς η τριλογία. Και η ιστορία της στο πέρασμα του χρόνου, οι αλλαγές στον περιβάλλοντα χώρο, οι αναπλάσεις της, τα κτίρια και οι χρήσεις που την περιβάλλουν, οι άνθρωποι που πέρασαν από εκεί συμπυκνώνουν τις πολιτικές, ιδεολογικές, κοινωνικές μεταβολές στην πρωτεύουσα.

Η δημιουργία της συνδέεται αποκλειστικά με την απόφαση να χωροθετηθεί στην ανατολική παρειά της το βασιλικό ανάκτορο. Μια χωροθέτηση που επίσης αποτελεί προϊόν ιδεολογικής αντιπαράθεσης η οποία είχε ως βασικό ερώτημα τη θέση της νέας πόλης σε σχέση με την αρχαία και τη σχέση του παλατιού με την πόλη. Απορρίφθηκε η πρόταση των Κλεάνθη - Schaubert, η οποία πρότεινε το ανάκτορο να χτιστεί στην Ομόνοια, σε αντιπαράθεση με τα αρχαία ερείπια. Απορρίφθηκε και η πρόταση του Leo von Klenze, που επέλεγε τις βορειοδυτικές πλαγιές της Πνύκας, ώστε να είναι σε επαφή με τους αρχαιολογικούς χώρους. Την τελική απόφαση πήρε το 1835 ο Λουδοβίκος Α' (πατέρας του Οθωνα) επιλέγοντας τη σημερινή θέση, η οποία εξασφάλιζε πανοραμική θέα προς το Λυκαβηττό, την Ακρόπολη, το Ολυμπιείο και το Σαρωνικό, βρισκόταν στην περιφέρεια της πόλης, σύμφωνα με τα κεντροευρωπαϊκά πρότυπα, και δέσποζε αυτής, καθώς βρίσκεται σε ύψωμα, αλλά ταυτόχρονα σε γειτνίαση με βασικούς άξονες όπως η οδός Ερμού. Τα σχέδια της βασιλικής κατοικίας ανατέθηκαν στον Φρειδερίκο Γκέρτνερ. Στον υπολοχαγό Hoch ανατέθηκε η πολεοδομική ένταξη της πλατείας στον ιστό της πόλης και σε αυτόν οφείλεται η διάνοιξη της λεωφόρου Αμαλίας, η επέκταση της πλατείας ώς τις οδούς Φιλελλήνων και Σταδίου, η διεύρυνση της οδού Ερμού και γενικότερα η ρυμοτομία της περιοχής ώς τις οδούς Κολοκοτρώνη και Βουλής.

Επειδή η πλατεία καταλάμβανε και οικόπεδα ιδιωτών που απαλλοτριώνονταν, πολλές φορές έγιναν προσπάθειες να ανακληθεί η απόφαση, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Ετσι η πλατεία από τότε κιόλας απέκτησε την έκταση που έχει έως σήμερα, και το όνομα αυτής... πλατεία Ανακτόρων. Η παλιά πόλη ήταν εκείνη που συγκέντρωνε ώς τότε τις κυριότερες αστικές δραστηριότητες, όπως εμπόριο, συναθροίσεις, δημόσιες υπηρεσίες. Ετσι η πλατεία αρχικά, καθώς ήταν εκτός του τότε κέντρου της πόλης, δυσκολεύτηκε να ενταχθεί στην καθημερινότητα. Οσο, όμως, συνδέεται με τα Ανάκτορα τόσο ο χαρακτήρας της αλλάζει. Σιγά σιγά εξελίσσεται σε κομβικό σημείο συνάντησης, επικοινωνίας, κοσμικών εμφανίσεων, πολιτικών ζυμώσεων, κοινωνικών διεκδικήσεων, ενώ παράλληλα κάνουν την εμφάνισή τους και τα πρώτα κτίρια που δίνουν ένα αέρα κοσμοπολίτικο και ευρωπαϊκό. Κυρίως χτίζονται μέγαρα ή μικρότερης αίγλης κατοικίες εύπορων αστών. Η αθηναϊκή αριστοκρατία συχνάζει στις δεξιώσεις του βασιλικού ζεύγους και κάνει τις κοινωνικές απογευματινές της εμφανίσεις στη πλατεία, όπου από το 1849 παιανίζει και η μπάντα της ανακτορικής φρουράς. Ηδη από το 1840 η Αμαλία έχει δώσει εντολή για τη δεντροφύτευση και τη διακόσμηση με κυκλικό σιντριβάνι, κολονάκια και δύο έφιππα αγάλματα. Παράλληλα, ο Οθωνας θέλει να έχει τον έλεγχο ως προς τη μορφολογία των γύρω κτιρίων ώστε να υπάρχει αισθητική ομοιομορφία με το ανάκτορο.

Το μέγαρο Δημητρίου, σε σχέδια του Χάνσεν, (σημερινό ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»), η οικία Πάλλη, το «Ξενοδοχείο των Ξένων», η οικία του εκδότη Ανδρέα Κορομηλά, λίγο αργότερα (1854 - 1860) το «Ξενοδοχείο της Αγγλίας», είναι τα πρώτα κτίρια που περιβάλλουν τη βασιλική κατοικία. Η ενθρόνιση του Γεωργίου Α' (1863), μαζί με επενδύσεις από τους ομογενείς φέρνουν και ανοικοδόμηση πολυτελών κατοικιών γύρω από την πλατεία, η οποία αποκτά μεγαλοαστικό χαρακτήρα. Οσο για τον αρχιτεκτονικό τους ρυθμό, ο αυστηρός νεοκλασικισμός συγκατοικεί με τις γαλλικές επιρροές και το εκλεκτικιστικό ύφος. Στο μεταξύ πληθαίνουν οι χώροι κοινωνικής επαφής όπως καφενεία και ζαχαροπλαστεία, αλλά και ξενοδοχεία. Το καφενείο «Ανατολή», ο «Λυκαβηττός» και το περίφημο καφενείο του Γιαννόπουλου είναι τα πιο πολυσύχναστα. Μάλιστα σε ημερολόγια της εποχής γράφεται πως τα τραπέζια του Γιαννόπουλου καταλάμβαναν τόση έκταση ώστε η πλατεία χρησίμευε ως... προαύλιο του καφενείου. Ενώ σε εφημερίδα το 1888 σημειώνεται ότι στην πλατεία υπάρχουν «1.500 τραπέζια, 150 υπηρέται, σύγκρουσις δικαιοδοσιών, υπερτίμησις ποτών». Το κτίριο Βούρου που για μια εποχή στέγασε το καφενείο του Γιαννόπουλου το οποίο μετέπειτα πέρασε στην ιδιοκτησία Ζαχαράτου κατεδαφίστηκε το 1960 και την ίδια εποχή κατεδαφίστηκε και η οικία Κορομηλά.

Ο βασιλιάς κάνει τον περίπατό του στην πλατεία, η οποία ταυτόχρονα είναι το βήμα για αντιπολιτευόμενους πολιτικούς, ρήτορες και λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Ενα υπαίθριο βουλευτήριο έχει δημιουργηθεί στην καρδιά της πρωτεύουσας. Στο μεταξύ η μπάντα της ανακτορικής φρουράς παιανίζει πάνω σε μαρμάρινο, πλέον, βάθρο. Στα γύρω ξενοδοχεία («Μεγάλη Βρετανία», «Grand Hotel», «Ξενοδοχείο των Ξένων», «Βικτώρια» στην πρώην οικία Κορομηλά) η «καλή» κοινωνία συναθροίζεται σε δεξιώσεις και χορούς.

Τριγύρω οι Αθηναίοι έβρισκαν επίσης εστιατόρια, τεϊοποτεία, μπιραρίες, θερινά θέατρα, καφέ-σαντάν, βιβλιοπωλεία, ταξιδιωτικά γραφεία, τυπογραφεία. Εξάλλου, το Σύνταγμα και το Ζάππειο είναι οι πρώτοι χώροι στην Αθήνα όπου θα στηθεί υπαίθριο σινεμά, από τους ιδιοκτήτες των ζαχαροπλαστείων.

Η πυρκαγιά στα ανάκτορα το 1909, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιαστική Καταστροφή μαζί με τους χιλιάδες πρόσφυγες που έφερε στην Ελλάδα και η απόφαση του Βενιζέλου το 1929 τα Παλαιά Ανάκτορα να στεγάσουν τη Βουλή, είναι τα κύρια γεγονότα που άλλαξαν και το χαρακτήρα της πλατείας. Κρατικές υπηρεσίες, ιδιωτικοί κοινωνικοί φορείς, διεθνείς οργανώσεις που συντονίστηκαν για την αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων που προέκυψαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, μαζί με δημόσιες υπηρεσίες, εγκαταστάθηκαν στα Παλαιά Ανάκτορα. Μέχρι το 1929, οπότε αρχίζουν οι εργασίες στο κτίριο.

Ολα αυτά συμβάλλουν ώστε να απομακρυνθεί σχεδόν ολοκληρωτικά η κατοικία, σταδιακά να γκρεμιστούν πολλά κτίρια, και να πληθύνουν τα εμπορικά καταστήματα, τα ξενοδοχεία και αργότερα οι δημόσιες υπηρεσίες, τα γραφεία, οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες. Μια εικόνα που αντανακλά με ακρίβεια το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, που βασίζεται κυρίως στον τριτογενή τομέα και τις υπηρεσίες και λιγότερα στη βιομηχανική παραγωγή. Σε αυτό το κλίμα σιγά σιγά με αποκορύφωμα τα χρόνια μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τα πολυτελή μέγαρα θα κατεδαφιστούν και θα αντικατασταθούν με νέα πολυώροφα και αμφιβόλου αισθητικής.

Η ίδια η πλατεία κατά καιρούς θα υποστεί αρκετές αναπλάσεις, με τελευταία εκείνη των παραμονών των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ωστόσο, κατά κοινή ομολογία και σε αντίθεση με ό,τι συνέβη σε άλλες πλατείες και κυρίως στην Ομόνοια, η πλατεία Συντάγματος ώς σήμερα δεν έχει απολέσει ούτε το σχήμα της, ούτε τον κυρίαρχο χαρακτήρα της. Δηλαδή παραμένει αστική πλατεία και χώρος συνάντησης, βόλτας, πολιτικών και κοινωνικών διεκδικήσεων και ταυτόχρονα κομβικό τουριστικό πέρασμα και συγκοινωνιακός κόμβος. Εντούτοις, από τα οθωνικά και μεταγενέστερα μέγαρα δεν έχει διασωθεί σχεδόν τίποτα. Και ό,τι έμεινε, όπως το κτίριο της «Μεγάλης Βρετανίας» (τότε μέγαρο Δημητρίου) υπέστη τόσες και τέτοιες επεμβάσεις ώστε δεν θυμίζει τίποτα από το παρελθόν του.

Μνημείο αντιπαράθεσης

«ΠΩΣ ΕΓΕΝΝΗΘΗ το τέρας», «Η εξαμβλωματική παραποίησις ενός αρχαίου αριστουργήματος», «Η εξαπάτησις». Με αυτούς τους τίτλους οι εφημερίδες του έτους 1931 (έναν χρόνο πριν από τα αποκαλυπτήρια του μνημείου), υποδέχονταν τον Αγνωστο Στρατιώτη.

Είναι αλήθεια ότι η δημιουργία του, από την εποχή της σύλληψής του, το 1926, από τον υπουργό Στρατιωτικών και δικτάτορα Θ. Πάγκαλο ώς τα εγκαίνια από τον Ελ. Βενιζέλο, αποτέλεσε αντικείμενο ιδεολογικής, πολιτικής και οικονομικής διαμάχης που άγγιξε τα όρια του σκανδάλου.

Αλλωστε η διαμόρφωσή του αποτελεί τη σημαντικότερη επέμβαση που δέχθηκε ποτέ ο χώρος, αλλάζοντας οριστικά τη σχέση των Παλαιών Ανακτόρων με την πλατεία, αφού το νέο πλάτωμα που δημιουργείται διακόπτει τη μέχρι τότε δυνατότητα άμεσης προσέγγισης προς το κτίριο των Ανακτόρων. Ωστόσο τοποθετείται στο κέντρο της πόλης ένα εμβληματικό σημείο μνήμης και απόδοσης τιμών. Ηταν η εποχή που ένα από τα ζητούμενα ήταν η τόνωση της εθνικής ταυτότητας.

Αλλά το κόμμα των Φιλελευθέρων διαφωνεί με την επιλεγείσα θέση και τη θεωρεί στρατοκρατική, αφού ο Θ. Πάγκαλος σκόπευε στα Παλαιά Ανάκτορα να στεγάσει το υπουργείο Στρατιωτικών. Μάλιστα ανάμεσα στους αντιδρώντες ήταν και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, τότε πρόεδρος της Εθνικής Πινακοθήκης. Παρ' όλα αυτά η μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη παίρνει το πρώτο βραβείο. Στο μεταξύ μεσολαβεί η ανατροπή του Πάγκαλου και το θέμα παγώνει μέχρι να το επαναφέρει ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος το 1928, εμμένοντας στη μελέτη Λαζαρίδη και στην ίδια θέση. Τότε εκδηλώνονται νέες αντιδράσεις, όπως εκείνη του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, που επικαλούμενος τις απόψεις καλλιτεχνών και πνευματικών ανθρώπων της εποχής αντιπροτείνει το Πεδίον του Αρεως.

Το θέμα του γλύπτη υπήρξε το άλλο μεγάλο «αγκάθι», με προεκτάσεις οικονομικές αλλά και πολιτικής διαπλοκής. Ο γλύπτης Θωμάς Θωμόπουλος, με τον οποία αρχικά συνεργάστηκε ο Λαζαρίδης, αποπέμφθηκε από το έργο, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις (του πρώτου) που απέδωσε τον αποκλεισμό του σε οικονομικές διαφορές. Ελεγε μάλιστα ότι η υλοποίηση της πρότασής του κόστιζε 500.000 δρχ., δέχθηκε να το εκτελέσει με 300.000, αλλά ο Λαζαρίδης ζήτησε να περιοριστεί στις 240.000. Ετσι το νέο ανάγλυφο, αυτό που βλέπουμε σήμερα, ανατίθεται στον Φωκίωνα Ρωκ. Ωστόσο, σύμφωνα, με το δημοσιεύματα της εποχής, πίσω από τον Φωκίωνα Ρωκ βρισκόταν ο Κων. Δημητριάδης, διευθυντής της ΑΣΚΤ και με στενές διασυνδέσεις με τα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα, έλεγαν, η εκτέλεση του διακόσμου ανήκε στον Δημητριάδη, ο οποίος κρυβόταν πίσω από το πρόσωπο του βοηθού του Φωκίωνα Ρωκ.

Κι αν όλα αυτά είναι τα μικρά ή μεγάλα σκάνδαλα της εποχής, που ακολουθούν την ιστορία της Ελλάδας μέχρι και σήμερα, εντούτοις τίποτε δεν άλλαξε ως προς την εκτέλεση του έργου. Εγκαινιάστηκε το Μάρτιο του 1932 με όλες τις τιμές, συρροή κόσμου και στρατευμάτων που παρήλασαν.

Περπατούσαμε σε ταφόπλακες

ΤΟ ΟΝΟΜΑ της γιαγιάς που χάσαμε να φιγουράρει στην πλατεία Συντάγματος; Γιατί όχι; Η δημοτική αρχή της Αθήνας το 1990 ανέθεσε την εκ νέου πλακόστρωση της πλατείας Συντάγματος και οι πλάκες που επελέγησαν ήταν μάρμαρα από τα νεκροταφεία του Δήμου Αθηναίων, τα οποία τοποθετούνταν, εννοείται, ανάποδα.

 Αλλά όταν οι εργάτες που δούλευαν για το μετρό άρχισαν να ξηλώνουν τμήμα της πλακόστρωσης προκειμένου να αρχίσουν τα έργα, ανακάλυψαν στο πίσω μέρος το μακάβριο θέαμα. Για το σκάνδαλο αυτό ποτέ δεν δόθηκε μια επαρκής απάντηση.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Απεργίες και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας
Σχετικά θέματα: Αφιέρωμα "Αγανακτισμένοι"
Η πλατεία ήταν γεμάτη
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο
Θεατρικό ψηφιδωτό
Ο Αγαμέμνονας στον Β' Παγκόσμιο
Ταξίδι στο μύθο
Μουσική
Δαμάζοντας τα κύματα της ροκ
Συνέντευξη:Νικ Κέιβ
«Τα τραγούδια είναι η σκοτεινή πλευρά μου»
Χορός
Φορσάιθ στο Φεστιβάλ Αθηνών
Κινηματογράφος
Μια σύγχρονη πριγκίπισσα
Αφιέρωμα "Αγανακτισμένοι"
Η πλατεία ήταν γεμάτη
Μια ιστορική τριλογία
Φωτογραφία
Ο φωτογράφος του αντικατοπτρισμού
Εικαστικά
Εκατό έργα του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα στην Ανδρο
Λογοτεχνία
Στο καταφύγιο της λογοτεχνίας
Η φιλοσοφία στο διάστημα
Παγωμένο νουάρ
Υπουργείο Πολιτισμού
Ο νόμος για το σινεμά ακόμα στην ομίχλη
Διαδίκτυο
Διανοούμενοι στο You Tube
Άλλες ειδήσεις
Αγάπη ενάντια στο νόμο