Έντυπη Έκδοση

Μια ταινία που άνοιξε δρόμους

Στην Αμερική των μέσων του '60 δύσκολα μπορούσες να βρεις πνευματική τροφή στις δεκάδες ταινίες που μονοπωλούσαν το μαζικό ενδιαφέρον, εκείνη την εποχή.

Την ίδια ώρα που στην Ευρώπη μεσουρανούσαν ή γαλλική νουβέλ βαγκ, το αγγλικό φρι σίνεμα, η τσέχικη κινηματογραφία, ο Μπέργκμαν και το ιταλικό σινεμά του Φελίνι και του Αντονιόνι, τις αίθουσες των ΗΠΑ κατέκλυζαν θρησκευτικά έπη, χαρωπά οικογενειακά μιούζικαλ, εξωτικές περιπέτειες και πολεμικά φιλμ φορτωμένα παλαίμαχους πρωταγωνιστές.

Εξω από τους κινηματογράφους, όμως, ο κόσμος άλλαζε. Από τη φεμινιστική χειραφέτηση και το κίνημα για τα φυλετικά δικαιώματα μέχρι τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις φοιτητικές εξεγέρσεις, τη σεξουαλική επανάσταση και τον πειραματισμό με τα ναρκωτικά, η κοινωνία τίναζε από επάνω της τον εφησυχασμό και τον παλαιό καθωσπρεπισμό.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα μεταρρυθμιστικού παροξυσμού, ελάχιστα είχαν, πλέον, να πουν στο ανήσυχο κοινό τα δαπανηρά καπρίτσια της «Κλεοπάτρας», οι διδαχές της «Βίβλου» και τα πληθωρικά φορέματα του «Ωραία μου κυρία».

Παράθυρο στους νέους

Με τη μαζική εισβολή της τηλεόρασης στα περισσότερα νοικοκυριά της χώρας, την κατακόρυφη πτώση των εισιτηρίων χρονιά με τη χρονιά και τη διογκούμενη αδυναμία του σινεμά να προσεγγίσει το νεαρόκοσμο, το Χόλιγουντ αποφάσισε να ανοίξει κι αυτό τις πόρτες του σε μια ολόκληρη σειρά νέων ανθρώπων.

Στην απόφαση συνετέλεσε, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μια πάμφθηνη ταινία με ήρωες δύο περιπλανώμενους μηχανόβιους που στοίχισε μόλις 500.000 δολάρια, γυρίστηκε με υποτυπώδη μέσα και ξάφνου γονάτιζε στα ταμεία στουντιακές υπερπαραγωγές που στοίχιζαν πέντε φορές όσο αυτή!

Η ταινία ονομαζόταν «Ξένοιαστος καβαλάρης», έσκασε σαν πολιτιστική χειροβομβίδα στις αίθουσες το καλοκαίρι του 1969, και μέχρι το τέλος εκείνης της χρονιάς συγκέντρωσε το ποσό-ρεκόρ των 20 εκατομμυρίων δολαρίων.

Το φιλμ αναγόρευε τους περιθωριοποιημένους σε ήρωες, την πιο αντικομφορμιστική πλευρά της νεολαίας σε υπολογίσιμο κοινό, τους δύο τριαντάρηδες δημιουργούς της σε εναλλακτικά είδωλα και κατέλυε ένα ολόκληρο καθεστώς συντηρητισμού στο σινεμά.

Είκοσι εννέα ετών τότε, ο Πίτερ Φόντα εμπνεύστηκε την ιδέα όταν έπεσε στα χέρια του μια φωτογραφία που απεικόνιζε εκείνον και τον ηθοποιό και φίλο του, Μπρους Ντερν, ανεβασμένους στις μοτοσικλέτες τους.

Τηλεφώνησε αμέσως στον Ντένις Χόπερ, ο οποίος εκείνη την περίοδο σκεφτόταν να εγκαταλείψει την ηθοποιία για να γίνει δάσκαλος και, τελικά, τον έπεισε να σκηνοθετήσει το φιλμ.

Η κατάλληλη στιγμή

Χωρίς ολοκληρωμένο σενάριο, αλλά με δομή που βασίστηκε σε αυτοσχεδιασμούς της τελευταίας στιγμής, η ιστορία του «Ξένοιαστου Καβαλάρη» ακολουθούσε το φιλήσυχο ταξίδι δύο νεαρών μοτοσικλετιστών στην αμερικανική ενδοχώρα, μετατρέποντας τη διαδρομή τους σε ένα άκρως αποκαλυπτικό, όσο και πεσιμιστικό, πανόραμα των Ηνωμένων Πολιτειών του '60. Μιας χώρας μοιρασμένης ανάμεσα στη φιλελεύθερη αντίληψη που πρέσβευαν τα μέλη των χίπικων κινημάτων και την οπισθοδρομική και μισαλλόδοξη Αμερική που εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει με εχθρότητα και βία το καινούριο και το διαφορετικό, καταλήγοντας να δολοφονήσει τους δύο ήρωες.

Κόντρα στις επικρατούσες συνθήκες πίσω από την πραγματοποίηση οποιασδήποτε ταινίας εκείνη την εποχή, ο Φόντα και ο Χόπερ γύρισαν το φιλμ με φίλους και μέλη κοινοβίων ολόκληρης της χώρας. Οταν ολοκληρώθηκε, κατάφεραν να το πουλήσουν στην Columbia Pictures, ένα από τα αυτοκρατορικά στούντιο του Χόλιγουντ. Γιατί; Διότι το στούντιο όμως είχε μόλις περιέλθει σε νεαρά και προοδευτικά χέρια.

Ο «Ξένοιαστος Καβαλάρης» προκάλεσε αμέσως τεράστιο αντίκτυπο, προσελκύοντας μέλη της αντι-κουλτούρας, ταλαντούχους απόφοιτους κινηματογραφικών σχολών και, προτού κανείς το καταλάβει, ένα ολόκληρο κίνημα σκηνοθετών ξεπήδησε με το όνειρο να κάνει ταινίες που να μετρούν και την απαίτηση να έχει τον απόλυτο έλεγχό τους.

Ενας από αυτούς, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ιδρύει το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς -μαζί με τον νεαρό προστατευόμενό του Τζορτζ Λούκας- την ανεξάρτητη εταιρεία American Zoetrope, προσελκύοντας γύρω του μια ενθουσιώδη γενιά νέων δημιουργών που περιλάμβανε τον Μάρτιν Σκορσέζε, τον Μπράιαν Ντε Πάλμα και τον Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Γύρω τους ξεκινά μια εκπληκτική σοδειά ταινιών, τα στούντιο αρχίζουν να χρηματοδοτούν άφοβα τα πιο παράτολμα σχέδια και, για μια ολόκληρη δεκαετία, η αμερικανική οθόνη εισέρχεται σε μια χρυσή εποχή.

Για κάθε «Νονό» και «Ταξιτζή» που ακολούθησαν, αξίζει να μνημονεύει κανείς την περιπέτεια των Ντένις Χόπερ και Πίτερ Φόντα στις αμερικανικές λεωφόρους και στις αίθουσες. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Σχετικά θέματα: Αφιέρωμα
1969: η χρονιά που θ' άλλαζε τον κόσμο
Love, drugs and rock and roll
«Πώς έζησα το '69»
Οι συνταξιούχοι του Γούντστοκ
Ο Ανγκ Λι στα χωράφια του φεστιβάλ
«Να σταματήσει η ανωμαλία»
Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια
Ο ήχος της ρήξης
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
1969: η χρονιά που θ' άλλαζε τον κόσμο
Love, drugs and rock and roll
«Πώς έζησα το '69»
Οι συνταξιούχοι του Γούντστοκ
Ο Ανγκ Λι στα χωράφια του φεστιβάλ
«Να σταματήσει η ανωμαλία»
Σπασμένα πιάτα, κομμένα τραγούδια
Ο ήχος της ρήξης
Μια ταινία που άνοιξε δρόμους
Μουσική
Και του χρόνου στην Αθήνα;
Συνέντευξη: Βιμ Βέντερς
«Σεβόμαστε υπερβολικά τον θάνατο»
Κινηματογράφος
Πρώτη προβολή σε DVD
Θέατρο
Κάθε Πέρσες και καλύτερα
Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών
Το γεφύρι της Πάτρας
Βιβλίο
Πάρε τα λεφτά και τρέχα...
Γυναίκες μυστήριο
Εικαστικά
Ζωγραφίζοντας τη δημοκρατία
Εκθεση φωτογραφίας
Στην μπανιέρα του Χίτλερ
Τυπογραφία
Η εικόνα των λέξεων