Έντυπη Έκδοση

Δάνεια από τη ζωή

Μυθοπλασία και πραγματικότητα

Βασιλική Πέτσα

Θυμάμαι

εκδόσεις Πόλις, σ. 90, ευρώ 10

Ακόμη κι αν λάβει κανείς σοβαρά υπόψη του τη διευκρίνιση, που καταχωρίζει καμιά φορά ο συγγραφέας στην μπροστινή σελίδα, με τα εκδοτικά χαρακτηριστικά του βιβλίου, έναντι της σελίδας τίτλου, ότι «το έργο του είναι προϊόν μυθοπλασίας» και ότι «κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή γεγονότα είναι τυχαία», δεν μπορεί να μην απορήσει με την ομοιότητα μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι τόσο πασίδηλη, ώστε σχεδόν αποκλείεται να μην είναι ηθελημένη. Οπότε καθίσταται μάλλον προφανές ότι η διευκρίνιση γίνεται για προφύλαξη από πιθανές διώξεις των άμεσα θιγομένων. Αλλωστε, τα τελευταία χρόνια, σε κάμποσες περιπτώσεις, οι συγγραφείς χρειάστηκε να λογοδοτήσουν στα δικαστήρια ή ακόμη και να αποσύρουν το βιβλίο τους. Παρ' όλα αυτά, όλο και περισσότεροι ελκύονται από το μυθιστόρημα-ντοκουμέντο. Ορισμένοι από αυτούς, ακολουθώντας τους πρώτους διδάξαντες, τον Τρούμαν Καπότε και στα καθ' ημάς, τον Βασίλη Βασιλικό, επιλέγουν αποτρόπαια εγκλήματα, από εκείνα που προβάλλονται στον Τύπο με εκτενή ρεπορτάζ και τα οποία εντυπώνονται στη συλλογική μνήμη. Οταν, μάλιστα, η χρονική απόσταση ανάμεσα σε αυτά και στα βιβλία που εμπνέουν είναι σχετικά μικρή, ο συγγραφέας δεν έχει να αντιμετωπίσει έναν παρθένο αναγνώστη, αλλά τον ήδη γνώστη της υπόθεσης.

Ενα πρωτοφανές για τα ελληνικά χρονικά έγκλημα είχε εμπνεύσει στον Μιχάλη Μιχαηλίδη το δεύτερο μυθιστόρημά του Η πισίνα των αναμνήσεων. Αφορούσε «τον οικογενειοκτόνο της Θάσου» Θεόφιλο Σεχ... Πρόκειται για ένα πενταπλό έγκλημα, που έγινε Αύγουστο του 1996, και το βιβλίο κυκλοφόρησε δυόμισι χρόνια αργότερα. Μια άλλη δολοφονία ενέπνευσε στη Βασιλική Πέτσα το πρώτο της βιβλίο. Εδώ πρόκειται για τη δολοφονία ογδοντάχρονου στην Κερκίνη Σερρών από δύο έφηβες, τον περσινό Ιούνιο. Συμπτωματικά, ο Μιχαηλίδης και η Πέτσα εξέδωσαν το πρώτο τους βιβλίο στην ίδια ηλικία, 28 ετών. Διαφέρουν, ωστόσο, ως προς τον τρόπο γραφής. Ο Μιχαηλίδης στοχεύει στον σκληρό ρεαλισμό και την κυνική σάτιρα, όπως αρκετοί της συγγραφικής ομάδας στην οποία ανήκει. Δηλαδή, όσοι γεννήθηκαν μέσα στη δεκαετία του '60 και πρωτοεμφανίστηκαν με βιβλίο στα τέλη του 20ού με αρχές του 21ου αιώνα. Ενώ η Πέτσα υιοθετεί μια οπτική μάλλον κοινωνιολογίζουσα, στην οποία καταφεύγουν ορισμένοι από τους πρωτοεμφανιζόμενους των τελευταίων χρόνων.

Το κοινό σημείο των δύο μυθιστορημάτων είναι ότι στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στα γεγονότα, αποσιωπώντας τον τόπο αλλά υιοθετώντας, σχεδόν στο ακέραιο, συνθήκες, πράξεις και πρόσωπα. Ο Μιχαηλίδης, ωστόσο, επινοεί έναν ηθικό αυτουργό, ο οποίος ωθεί τον ψυχοπαθή στην επιλογή του άγριου τρόπου δολοφονίας με τσεκούρι, ώστε να βιντεοσκοπήσει το έγκλημα και να το προβάλει στην εκπομπή του, που τιτλοφορείται «Ζοφερά δράματα». Από αυτήν την άποψη, στέκεται πρόδρομος των σναφ ταινιών και των μυθιστορημάτων, που πλέκονται γύρω από αυτές, όπως το περσινό Σναφ της Ελένης Γιαννακάκη. Κατά τα άλλα, το μυθιστόρημα της Γιαννακάκη, με κεντρικό ήρωα έναν δεκαπεντάχρονο και θέμα τη βία των ανηλίκων, συγγενεύει με το βιβλίο τής Πέτσα. Και τα δύο θέτουν το ίδιο ερώτημα: Τι γεννά το παιδί τέρας; Και δίνουν παραπλήσια απάντηση: Η κοινωνία, αρχής γενομένης από την οικογένεια και το σχολείο.

Η Πέτσα δεν προσδιορίζει τον ακριβή χρόνο και τόπο του εγκλήματος. Τα στοιχεία που διατηρεί αυτούσια ή ελαφρώς παραλλαγμένα είναι: Το γεγονός ότι η δολοφονία συμβαίνει μια Κυριακή του Ιουνίου σε χωριό παραθαλάσσιο, κατά παραλλαγή του παραλίμνιου. Το θύμα, που είναι ένας ογδοντάχρονος και χήρος προ τετραετίας αντί διετίας. Τις δύο έφηβες, που είναι παιδιά χωρισμένων γονιών, όπου η μικρότερη είναι γνωστή του θύματος, ενώ η μεγαλύτερη κατοικεί σε άλλο μέρος, αλλά έρχεται τα Σαββατοκύριακα με το λεωφορείο για να δει τη φίλη της. Το γεγονός ότι παίρνουν μόνο λίγα ευρώ (20 ευρώ αντί 10 ευρώ ), ότι κλειδώνουν την πόρτα και βγαίνουν από το παράθυρο, ότι τις βλέπει ο γείτονας και φίλος του θύματος. Επίσης, ότι το όπλο του εγκλήματος είναι ένα μαχαίρι, που το κουβαλάει η μεγαλύτερη, η οποία και καταφέρνει τα πολλαπλά χτυπήματα στην κοιλιακή χώρα του θύματος. Τέλος, οι έφηβες εντοπίζονται εύκολα, λίγο έξω από το χωριό, όπου πηγαίνουν προς συνάντηση με φίλο τους. Δάνειοι είναι και οι λόγοι του εγκλήματος: Η εξεύρεση των αναγκαίων χρημάτων για να πάνε στην Αθήνα, που εξομολογήθηκαν οι έφηβες, και οι ανήθικες προτάσεις του ηλικιωμένου, που επικαλέστηκε ο συνήγορός τους. Μέχρι τη σεξουαλική παρενόχληση στη φυλακή, που υπέστη η ένοχος και την οποία έσπευσαν να σχολιάσουν οι εφημερίδες, δανείστηκε η συγγραφέας, μόνο που, για τις ανάγκες της πλοκής, τη μετέφερε στη μικρότερη.

Τα δάνεια από την πραγματικότητα, όπως και οι διακειμενικές «συνομιλίες», πρέπει μεν να λαμβάνονται υπόψη, χωρίς όμως να θεωρούνται εκ προοιμίου τα πρώτα ως αδυναμίες και οι δεύτερες ως αρετές. Οπως συμβαίνει και στα ιστορικά μυθιστορήματα, το ζητούμενο είναι η περαιτέρω μυθοπλαστική ανάπτυξη και κυρίως, η λογοτεχνική μετουσίωση που επιτυγχάνεται. Σε αντίθεση με το πολυσέλιδο μυθιστόρημα του Μιχαηλίδη, η Πέτσα προτιμά ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα, παρόλο που η ίδια, μάλλον λόγω μικρής έκτασης, σπεύδει να το χαρακτηρίσει νουβέλα. Ως προς τη μορφή, επιλέγει πολυφωνική αφήγηση, χωρισμένη σε 36 κεφάλαια συν τον πρόλογο. Αυτή μοιράζεται σε 23 πρόσωπα, τα οποία διηγούνται όσα θυμούνται γύρω από τον φόνο, υπό μορφή συνομιλίας με κάποιον, μη κατονομαζόμενο, συνεντευξιαστή. Σε πέντε κεφάλαια, αντί αφηγήσεων, παρατίθενται τεκμήρια γραπτής μορφής: η έκθεση της οκτάχρονης εγγονής του θύματος, δύο επιστολές της μικρότερης εφήβου προς τη φίλη της και δύο ποιήματα, το πρώτο, που ενέχει θέση προλόγου, του φίλου τους και το καταληκτικό της μεγαλύτερης εφήβου.

Αυτές οι, τρόπον τινά, μαρτυρίες παρατίθενται κατά χρονική ανέλιξη, ξεκινώντας πριν από τον φόνο και φτάνοντας μέχρι την αρχή του επόμενου σχολικού έτους, τον Σεπτέμβριο. Η επιλογή των προσώπων έχει γίνει με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να δίνεται εικόνα των διαζευγμένων γονιών των εφήβων, του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος του θύματος, καθώς και του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου. Ο λόγος δίνεται σε όλες τις μορφές εξουσίας, όπως επίσης και στους καταπιεζόμενους από το σύστημα. Από τη μια πλευρά, «θυμούνται» η καθηγήτρια, ο ιερέας, οι αστυνομικοί, ο δικηγόρος, η κοινωνική λειτουργός μέχρι και η αθηναία δημοσιογράφος, που έρχεται για επιτόπιο ρεπορτάζ. Και από την άλλη, ο συμμαθητής και η συγκρατούμενη.

Η Πέτσα πλάθει τους λόγους αυτής της πλειάδας προσώπων χωρίς να προδίδει την ιδιαίτερη εκφραστική ενός εκάστου. Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις, όπως της κοινωνικής λειτουργού και της φυλακισμένης, δίνουν την εντύπωση φωνογραφικής πιστότητας. Μέσα από τις αφηγήσεις όλων αυτών κατορθώνει να συνθέσει τους τρεις βασικούς ήρωες, τις δύο έφηβες και τον ηλικιωμένο, διευρύνοντας την τυποποιημένη ταυτότητα του αστυνομικού ρεπορτάζ, που περιορίζεται σε ηλικία και οικογενειακή κατάσταση. Οσον αφορά τις έφηβες, σκιαγραφεί δύο αντιπροσωπευτικούς τύπους. Λιγομίλητη και αναπτυγμένης ευφυΐας η μεγαλύτερη, είναι η περίπτωση του λεγόμενου σήμερα προβληματικού παιδιού. Περισσότερο κοινωνική, αλλά ανασφαλής η μικρότερη, είναι η κλασική περίπτωση παιδιού διαλυμένης οικογένειας, που ζητάει στη φίλη της το γονικό υποκατάστατο. Μεγαλύτερη ελευθερία δείχνει η συγγραφέας στο πλάσιμο του θύματος, προσπαθώντας να συνδυάσει δύο μάλλον ασύμβατα μεταξύ τους κοινωνικά πρότυπα. Αφενός μεν του ηλικιωμένου, που κατοικεί μόνος του και καλεί σπίτι του για βίζιτα Ουκρανές. Και αφετέρου, του χήρου, που λάτρευε τη γυναίκα του και φαντασιοκοπεί την επιστροφή της. Με το πρώτο, δημιουργεί ένα προηγούμενο στις ανήθικες προτάσεις, που εικάζεται ότι έκανε στις ανήλικες. Ενώ με το δεύτερο καλύπτει το κενό τού τι μπορεί να διημείφθη ανάμεσα σε εκείνον και τις έφηβες με μια ευφάνταστη, αν και μάλλον παρατραβηγμένη, εκδοχή.

Η Πέτσα, όμως, δεν αρκείται σε αυτά. Συμμεριζόμενη το όψιμο ενδιαφέρον των νέων πεζογράφων για τη δεκαετία του '40 και τη γενικότερη τάση απομυθοποίησης, εμπλουτίζει το παρελθόν του ηλικιωμένου με αντάρτικη δράση, αφήνοντας ασαφές αν αφορά Κατοχή ή Εμφύλιο, προσδιορίζοντας όμως ότι πρόκειται για κομμουνιστή, πιστό μέχρι τέλους στον Ζαχαριάδη. Προς τούτο, παρατίθεται γλαφυρή περιγραφή της κηδείας του, αλλά και κωμικοτραγικές σκηνές από τη δεκαετία του '50, με τον κομμουνιστή να σκεπάζεται με τα μεσοφόρια της γυναίκας του λόγω αποστροφής για τις κουβέρτες τής Ούνρα. Και είχε πολλά μεσοφόρια η σύζυγος, καθόσον κόρη πλούσιας οικογένειας του χωριού. Πέφτουμε έτσι σε ιδιότυπο ρομάντσο εποχής ανάμεσα σε κομμουνιστή και πλουσιοκόριτσο.

Τελικά, η Πέτσα αντιμετωπίζει με συμπονετική διάθεση κάθε τύπο νεανικής παραβατικότητας, ενώ ως απόσταγμα της αφήγησής της μένει μια κριτική θεώρηση απέναντι στις μορφές εξουσίας του κοινωνικού σώματος. Με άλλα λόγια, απουσιάζει η διείσδυση στους σκοτεινούς λαβυρίνθους του ψυχισμού ή, έστω, μια ουσιαστικότερη προσέγγιση στα βαθύτερα αίτια της νεανικής βίας. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η πρώτη ηδονή στον κρόταφο
Η γοητεία της ρήξης
Ο βρόμικος ρεαλισμός του Ρέιμοντ Κάρβερ
Παλινδρομήσεις αγγλοελληνικών σχέσεων
Εναύσματα ενδοσκόπησης σε εποχές κρίσης
Η θρησκεία ως πολιτική απειλή
Ρηματική ευστοχία
Βασιλιάδες και διάβολοι, ερωτήματα και κραυγές
Η Αμερική, ο κλήρος, η Αντίσταση και τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα
Το ανεκπλήρωτο ίχνος της Βίας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η πρώτη ηδονή στον κρόταφο
Η γοητεία της ρήξης
Μυθοπλασία και πραγματικότητα
Ο βρόμικος ρεαλισμός του Ρέιμοντ Κάρβερ
Παλινδρομήσεις αγγλοελληνικών σχέσεων
Εναύσματα ενδοσκόπησης σε εποχές κρίσης
Η θρησκεία ως πολιτική απειλή
Ρηματική ευστοχία
Βασιλιάδες και διάβολοι, ερωτήματα και κραυγές
Η Αμερική, ο κλήρος, η Αντίσταση και τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα
Το ανεκπλήρωτο ίχνος της Βίας
Κυκλοφορούν επίσης
Κυκλοφορούν επίσης
Κυκλοφορούν επισης
Λογοτεχνία
Ενα σύντομο μυθιστόρημα για την άκακη μανία της λογοτεχνίας
Η «αμαρτωλή» επτάδα
Μουσική
Μουσική και απροσδιοριστία
Η τέχνη της στιχουργικής
Περιοδικά
Περιοδικά
Άλλες ειδήσεις
Αντίλογος για το κτήριο της τριλογίας της Ακαδημίας Αθηνών
Ο φίλος μου ο Σάκης Πεπονής (1924-2011)
Στη μουσική υπάρχει το αύριο...
Πάντα αγαπητός