Έντυπη Έκδοση

Ενας «Βενιαμίν» πρωθυπουργός

Ούτε στο χειρότερό του εφιάλτη δεν περίμενε ο Νετανιάχου ότι η νέα κυβέρνηση του Ισραήλ θα είναι τόσο... πολυκομματική

Σε περίοδο έντονων πολιτικών διαβουλεύσεων οδηγεί το Ισραήλ το εκλογικό αποτέλεσμα της Τρίτης, με την οριακή νίκη του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου να επιτάσσει έναν ευρύτερο κυβερνητικό συνασπισμό από εκείνον που ο ίδιος υπολόγιζε.

Το βέβαιο είναι ότι το στίγμα της κυβερνητικής πολιτικής θα είναι στο εξής αποτέλεσμα σκληρού κομματικού παζαριού.

Μπορεί ο δεξιός συνασπισμός του κόμματος Λικούντ, του Νετανιάχου, με το κόμμα Beitenu, του πρώην ΥΠΕΞ Αβιγκντορ Λίμπερμαν, να αναδείχθηκε πρώτος, έχασε ωστόσο το ένα τέταρτο των εδρών του, πέφτοντας από τις 42 στις 31. Με τα δεξιά υπερεθνικιστικά και θρησκευτικά κόμματα να έχουν συγκεντρώσει συνολικά τις μισές από τις 160 έδρες της βουλής και το κεντρώο Yesh Atid να κάνει την έκπληξη, βγαίνοντας δεύτερο κόμμα με 19 έδρες, ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πολύ δύσκολη πολιτική άσκηση. Ο επικεφαλής του Yesh Atid και πρώην δημοσιογράφος, Γιαΐρ Λαπίντ, διεξήγαγε μια πολύ επιτυχημένη προεκλογική εκστρατεία με έμφαση στα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα και στην κατάργηση των προνομίων που απολαμβάνουν οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι (αποτελούν το 10% του ισραηλινού πληθυσμού) και κυρίως της απαλλαγής από το στρατό. Είναι τα ίδια αυτά προνόμια που τα υπερορθόδοξα κόμματα, όπως το Shas, είναι αποφασισμένα να διαφυλάξουν. Για να σχηματίσει κυβέρνηση, ο Νετανιάχου θα χρειαστεί την υποστήριξη και των δύο πλευρών. Και αν κρίνει κανείς από τη μέχρι τώρα συμπεριφορά του Shas, που έχει αποδειχθεί ένας πολύ απαιτητικός κυβερνητικός εταίρος αξιώνοντας συνεχώς ανταλλάγματα για να στηρίζει τις πολιτικές επιλογές του πρωθυπουργού, η λύση δεν είναι εύκολη. Ιδίως από τη στιγμή που μπαίνουν δυναμικά στο πολιτικό παιχνίδι κόμματα όπως το Εβραϊκό Σπίτι, του υπερεθνικιστική Νταφτάλι Μπένετ (11 έδρες), που τάσσεται κατά της ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους και υπέρ της επέκτασης της εποικιστικής δραστηριότητας.

Κυβερνά η αστάθεια

Δεδομένων αυτών των τάσεων, το ερώτημα δεν είναι μόνο από ποιους θα απαρτίζεται ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός, αλλά κυρίως πόσο σταθερός θα είναι. Γιατί η αστάθεια στο Ισραήλ οδηγεί παραδοσιακά τα πολιτικά πράγματα σε μια πιο σκληροπυρηνική κατεύθυνση. Η ανάδειξη πάντως της κεντρώας τάσης μέσω του Yesh Atid («Υπάρχει Μέλλον») προσμετράται στα θετικά των εκλογών, αφού θεωρητικώς θα μπορούσε, αν όχι να φέρει μια στροφή στη μετριοπάθεια, τουλάχιστον να προδώσει μια χροιά μετριοπάθειας στην ισραηλινή πολιτική. Οι μετεκλογικές επαφές των Νετανιάχου και Λαπίντ αφήνουν να διαφανεί μια τέτοια προοπτική, αν και από την πλευρά του Νετανιάχου εντάσσονται αναπόφευκτα στην προσπάθεια επίτευξης ενός συμβιβασμού.

Ανεξαρτήτως της πολυπλοκότητας και της διάρκειας των διαπραγματεύσεων (ο Νετανιάχου έχει στη διάθεσή του 28 μέρες από τη λήψη εντολής σχηματισμού κυβέρνησης, με δυνατότητα παράτασης 14 ημερών), η νέα κυβέρνηση έχει μπροστά της μια βαριά πολιτική ατζέντα. Από την οικονομία, τις εσωτερικές κοινωνικές εντάσεις και τη στρατολόγηση των υπερορθοδόξων μέχρι το Παλαιστινιακό, το Ιράν, τη δύσκολη ισορροπία στις διμερείς σχέσεις με την Αίγυπτο και τις μάλλον ψυχρές σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. Σε ό, τι αφορά το τελευταίο, οι πληροφορίες λένε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είναι απρόθυμος σε αυτή τη φάση να επενδύσει εκ νέου στο Ισραηλοπαλαιστινιακό μπροστά στην αδιαλλαξία του Νετανιάχου και το ντε φάκτο πάγωμα της ειρηνευτικής διαδικασίας με τη συνέχιση της εβραϊκής εποικιστικής δραστηριότητας. Ο Μπαράκ Ομπάμα φαίνεται να προτιμά να αφήσει στην Ε.Ε. τον πρώτο ρόλο στο Ισραηλοπαλαιστινιακό και να επικεντρώσει την αμερικανική προσοχή στην περιφερειακή ασφάλεια και το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες από την πλευρά τους φοβούνται ότι τα περιθώρια για μια λύση δύο κρατών στενεύουν γρήγορα.

Το «αγκάθι» του Ιράν

Οσο για το πλέον δύσκολο κεφάλαιο, που λέγεται Ιράν, οι εκτιμήσεις των Ισραηλινών αξιωματούχων δείχνουν ότι η «κόκκινη γραμμή» της απόκτησης πυρηνικού όπλου ή της απόκτησης των μέσων για την κατασκευή πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη μπορεί να έχει ξεπεραστεί μέχρι τα τέλη της άνοιξης ή τις αρχές του καλοκαιριού. Ορισμένοι επιμένουν ότι θα πρέπει τότε να αναληφθεί στρατιωτική δράση για την ανάσχεση του πυρηνικού προγράμματος. Το ερώτημα είναι αν το Ισραήλ θα είναι διατεθειμένο να προβεί σε μονομερείς ενέργειες σε περίπτωση που οι ΗΠΑ απορρίψουν το στρατιωτικό πλήγμα. Ο ίδιος ο Νετανιάχου έχει ταχθεί υπέρ, παρά τις εύλογες αντιρρήσεις μεγάλης μερίδας στρατιωτικών και στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών της χώρας. Η επιλογή του επόμενου υπουργού Αμυνας του Ισραήλ θα είναι καθοριστικής σημασίας και εδώ το πολιτικό μείγμα που προέκυψε από τις εκλογές έχει να παίξει το ρόλο του.

(Πηγές: Ας.Πρες-Γαλλικό-Ρόιτερς-www.guardian.co.uk)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Ισραήλ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Διεθνή της έντυπης έκδοσης
Γερμανία
Γαλλογερμανική υποκρισία
Η «ρύθμιση τραπεζών» κερδίζει
Πέερ Στάινμπρουκ: η εκδίκηση του «γκαφατζή»
ΗΠΑ
Στη «λίστα» του Ομπάμα υπάρχει και ο νέος Ψυχρός Πόλεμος...
Ενταση
Ο πρόεδρος ωρίμασε και έγινε «ρεαλιστής»
Βρετανία
Η «μπλόφα» του Κάμερον
Ισραήλ
Ενας «Βενιαμίν» πρωθυπουργός
Παγκόσμιος Απειλές
Ο πλανήτης Γη υπό διαρκή απειλή