Έντυπη Έκδοση

Πολιτική

Η άποψή μου

  • Ερωτήματα προς τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς

    Οι καιροί είναι κρίσιμοι και οι αρνητικές εξελίξεις -ραγδαία ένταση της ρεφορμιστικής ενσωμάτωσης, από τη μια, και του σεχταρισμού, από την άλλη- στα κόμματα της κοινοβουλευτικής Αριστεράς δεδομένες.

    Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν είναι πια δυνατόν στο όνομα της διατήρησης των μικρόκοσμών μας -απόρροια και αυτή της διάβρωσής μας από την κυρίαρχη ιδεολογία- οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς να μη βρίσκουν τον κοινό τους τόπο για να συγκροτήσουν ένα πολιτικό πόλο με αντιιμπεριαλιστικό-αντικαπιταλιστικό-δημοκρατικό και λαϊκό-πατριωτικό (όπως το προσδιόριζε ο Γκράμσι) περιεχόμενο, που αγωνιωδώς αναμένουν και απαιτούν χιλιάδες ενταγμένοι και ανένταχτοι αγωνιστές της Αριστεράς.

    Αμεσα λοιπόν και δίχως υπεκφυγές καλούνται να απαντήσουν στα παρακάτω πέντε ερωτήματα:

    * Πρώτο (που αφορά τις δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστικές): Θεωρούν ή όχι αναγκαία την ύπαρξη ενός πολιτικού υποκειμένου, δηλαδή ενός πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος της σύγχρονης εργατικής τάξης, ή αρκούνται μόνον στο λαϊκό κίνημα; Και αν ναι, μήπως έφτασε η ώρα να προχωρήσουμε θαρραλέα στη συγκρότησή του;

    * Δεύτερο: Δέχονται ή όχι ότι υπάρχουν μεταρρυθμίσεις-κατακτήσεις, όπως π.χ. η έξοδος από την Ευρωζώνη και την Ε.Ε. ή οι κοινωνικοποιήσεις σημαντικών τομέων της οικονομίας ή, ακόμη, μια προοδευτική αναθεώρηση του Συντάγματος, που συμβάλλουν στην επίτευξη του σοσιαλιστικού στρατηγικού στόχου, ή θεωρούν ότι όλα αυτά έχουν νόημα μόνον αν κατακτηθεί προηγουμένως η πολιτική εξουσία;

    * Τρίτο: Θεωρούν ή όχι αναγκαία για την προώθηση αυτών των μεταρρυθμίσεων τη συγκρότηση μιας μετωπικής πολιτικής συμπαράταξης που θα συσπειρώνει αυτές τις δυνάμεις και η οποία μπορεί να προσλάβει και το χαρακτήρα μιας εκλογικής συνεργασίας; Ή πιστεύουν ότι τα υπάρχοντα σχήματα από μόνα τους είναι ικανά να έχουν μια ουσιαστική παρέμβαση στην αντιμετώπιση της σημερινής βαρβαρότητας;

    * Τέταρτο: Δέχονται ότι αυτό το Μέτωπο θα μπορούσε να συγκροτήσει μια κυβέρνηση -η οποία αποδυναμώνοντας την αστική εξουσία θα στοχεύει στη συντριβή της- ή θέτουν ως προϋπόθεση συμμετοχής τους στην όποια κυβέρνηση την κατάκτηση και της πολιτικής εξουσίας; Και αν συμβαίνει αυτό το τελευταίο, τότε η κυβέρνηση ποιων δυνάμεων θεωρούν ότι μπορεί να εφαρμόσει το όποιο μετωπικό τους πρόγραμμα;

    * Πέμπτο: Πιστεύουν ότι αυτό το Μέτωπο μπορεί να συμπεριλάβει τον ΣΥΡΙΖΑ ή τον αποκλείουν εφ' όσον είναι πια σαφές ότι η εξουσιομανία του τείνει να εξαφανίσει και τα τελευταία ίχνη αριστεροσύνης του και καταδηλώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο, διά στόματος του προέδρου του, ότι είναι ο καλύτερος θεματοφύλακας του ευρώ, της Ε.Ε. και των ιδιωτικών επενδύσεων, ενώ δεν αποκλείει την κυβερνητική συνεργασία με νυν κυβερνητικές ή και εθνικιστικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης;

    Και ακόμη, πιστεύουν ότι μπορεί σε αυτήν τη συμπαράταξη να συμμετέχει το ΚΚΕ, όταν με τις θέσεις για το 19ο συνέδριό του και τα λεγόμενα της Αλέκας Παπαρήγα αποκλείει κάθε συνεργασία σε πολιτικό επίπεδο και -σε παγκόσμια πρώτη- κάθε εκλογική συνεργασία (θέση 67) όχι με προγραμματικό κριτήριο, αλλά με κριτήριο το αν ήταν κάποιος κάποτε μέλος του ΚΚΕ ή αν αποδέχεται ή όχι την περί «υπαρκτού σοσιαλισμού» ανάλυσή του;

    Και για να μην κοροϊδευόμαστε. Επειδή αυτή η ιστορία του Ριζοσπαστικού Αριστερού Πόλου, παρά τις σημαντικές υπαρκτές συγκλίσεις, σέρνεται ήδη πολύ καιρό, δεν έχει κανένα νόημα οι διάφορες δυνάμεις να διακηρύσσουν στα λόγια ότι τοποθετούνται υπέρ του, αλλά θα πρέπει να το υλοποιήσουν στην πράξη.

    Εκτιμώ ότι ήλθε πια η ώρα να περάσουμε στην πρώτη από τις «δυο κατηγορίες πάντα: δρώντες και θεατές» -που λέει και ο ποιητής- της μετωπικής πολιτικής; Ηλθε η ώρα να ξεπεράσουμε τους «εαυτούς» μας;

    Να 'στε σίγουροι ότι αν δεν το πράξουμε άμεσα, όταν στο μέλλον θα κάνουμε αυτοκριτικά και πάλι λόγο για άλλη μια χαμένη ευκαιρία, θα είναι πια αργά.

  • Μια φορά κι έναν καιρό...

    ...Ενα υπερήφανο έθνος, με παράδοση στη φιλοσοφία, στην ποίηση, στο θέατρο, βρέθηκε στη δίνη του οικονομικού κυκλώνα, χτυπημένο από ένα διεθνές οικονομικό κραχ.

    Τα τέσσερα χρόνια που προηγήθηκαν του κραχ, η οικονομία της χώρας μεγεθύνθηκε κατά 14% - παρόλο που πολλοί προειδοποιούσαν ότι επρόκειτο για το είδος της οικονομικής μεγέθυνσης που οφείλεται σε «φούσκα».

    Ξάφνου, ως κεραυνός εν αιθρία, ξέσπασε το τραπεζικό κραχ στη Γουόλ Στριτ. Πολύ γρήγορα οι ζωές των ανθρώπων δηλητηριάστηκαν. Μέσα σε τρία χρόνια, το 17% του εθνικού εισοδήματος χάθηκε στη μαύρη τρύπα της Κρίσης.

    Ο πρώτος χρόνος μετά το χρηματιστηριακό κραχ της Νέας Υόρκης ήταν υποφερτός. Το εθνικό εισόδημα μειώθηκε μεν κατά τι, -2% «άνοδο» του ΑΕΠ κατέγραψε η στατιστική υπηρεσία, αλλά την ίδια χρονιά οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν σημαντικά, 3%, καθώς η υφέρπουσα Κρίση καθιστούσε αναγκαία την αύξηση της κοινωνικής πρόνοιας των νέων ανέργων, από τη μία, και τη χρηματοδότηση των τραπεζών που κινδύνευαν με λουκέτο, από την άλλη.

    Παράλληλα, τα δημόσια έσοδα επλήγησαν από την Υφεση, με το δημόσιο έλλειμμα να αυξάνεται. Θορυβημένη, και υπό την πίεση των δανειστών, η κυβέρνηση επιδόθηκε σε σκληρή λιτότητα, μειώνοντας -τον δεύτερο χρόνο μετά το κραχ- τις δημόσιες δαπάνες κατά 17% και τη μεθεπόμενη χρονιά κατά άλλο ένα 15%. Το αποτέλεσμα ήταν να φουντώσει η Υφεση, να θεριέψει η Κρίση και οι ναζί να εξαγριωθούν πλήρως.

    Προφανώς, η πιο πάνω αφήγηση μπορεί να χρησιμεύσει ακριβώς το ίδιο για δύο ευρωπαϊκές χώρες σε δύο διαφορετικές στιγμές. Τις παραπάνω γραμμές τις συνέγραψα με τη Γερμανία της Βαϊμάρης κατά νου. Παρατηρήστε, όμως, πόσο πιστά αποδίδει τη δική μας, πρόσφατη, πικρή εμπειρία. Το μόνο που πρέπει να αντικαταστήσετε είναι το δικό τους 1929 με το δικό μας 2008.

    Κι όμως. Ούτε η κυβέρνηση του Βερολίνου ούτε των Αθηνών φαίνονται διατεθειμένες να διδαχθούν από την Ιστορία. Οπότε και την επαναλαμβάνουν, καθιστώντας πάντα επίκαιρα τα συμπεράσματα των σοβαρών αναλυτών της εποχής. Για κοιτάξτε τι έγραφε ο Τζον Μέιναρντ Κέινς για την Ελλάδα, προτού καν ξεσπάσει το Κραχ του 1929:

    Ορμώμενοι από παρανοϊκές ψευδαισθήσεις «μεγαλείου» και μια ριψοκίνδυνη απώλεια της αίσθησης του ίδιου του του συμφέροντος, ο ελληνικός λαός ανέτρεψε τα θεμέλια στα οποία όλοι μας ζούσαμε και χτίζαμε. Ομως οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ενωσης πήραν το ρίσκο να ολοκληρώσουν την καταστροφή την οποία ξεκίνησε η Ελλάδα με μια δανειακή συμφωνία που, αν εφαρμοστεί, σίγουρα θα χειροτερέψει περισσότερο -αντί να αναζωογονήσει- το ευαίσθητο, περίπλοκο οργανικό σύνολο, το οποίο τόσο έχει ταραχτεί και θρυμματιστεί από την Κρίση του 2008, και το οποίο είναι το μοναδικό πλαίσιο στο οποίο οι λαοί της Ευρώπης δύνανται να εργαστούν και να ζήσουν. (*)

    Προφανώς δεν είναι αυτές οι ακριβείς φράσεις του Κέινς. Δεν απέχουν όμως παρά ελάχιστα! (**)

    (*) Βλ. «Οι Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης», Harcourt Brace, Νέα Υόρκη, 1920.

    (**) Για να δείτε τα πραγματικά λόγια του Κέινς, να προβείτε στις εξής απλές αντικαταστάσεις των μαυρισμένων λέξεων: «γερμανικό» αντί για «ελληνικό», «Γαλλίας και Βρετανίας» αντί για «Ευρωπαϊκής Ενωσης», «Ελλάδα» αντί για «Γερμανία», «Ειρήνη» αντί για «δανειακή συμφωνία», «τον πόλεμο» αντί «για την Κρίση του 2008».

  • Πώς να μείνετε στο ευρώ

    Η πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ δηλώνει ότι η αντιμετώπιση της κρίσης εντός της ΟΝΕ είναι η καλύτερη επιλογή για τη χώρα μας, όπως επίσης και για την Ευρωζώνη.

    Παράλληλα όμως λέει ότι η έξοδος από την ΟΝΕ μαζί με την αθέτηση πληρωμών στο χρέος και τη γενική αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας συνιστούν εφικτή εναλλακτική λύση.

    Η σύγκριση με το όργιο καταστροφολογίας και λασπολογίας που επιφύλαξαν στην εναλλακτική λύση οι κρατούντες στη χώρα μας είναι εντυπωσιακή. Οι υποστηρικτές της θεωρήθηκαν γραφικοί, περιθωριακοί και αγράμματοι. Βαρύγδουποι δημοσιογράφοι, που συγχέουν την κακεντρέχεια με το πνεύμα, υπαινίχθηκαν ακόμη και σχέσεις με μυστικές υπηρεσίες, κατά κανόνα αγγλοσαξονικές. Ερχονται τώρα οι ψύχραιμοι τεχνοκράτες του ΔΝΤ να μας πουν ότι, ξέρετε, η εναλλακτική λύση υφίσταται.

    Ηκυβέρνηση και όσοι νέμονται την εξουσία αποφάσισαν όμως ότι η Ελλάδα θα κρατηθεί πάση θυσία στην ΟΝΕ. Αρα τι μπορούμε να περιμένουμε; Το ΔΝΤ μας το λέει ξεκάθαρα. Το 2013 θα έχουμε ύφεση 4,2%, αλλά από το 2014 ώς το 2020 θα περάσουμε σε ανάπτυξη με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 2,8%. Αρα το 2020 η ελληνική οικονομία θα έχει μεγεθυνθεί κατά περίπου 20%. Με άλλα λόγια, δεν θα έχει καν καλύψει τις απώλειες από την ύφεση του 2008-2013 που θα είναι γύρω στο 25% του ΑΕΠ.

    Μήπως όμως η «εξυγίανση» και οι «μεταρρυθμίσεις» μάς βάλουν σε καλύτερο δρόμο, οπότε μετά το 2020 η Ελλάδα θα αρχίσει να αναπτύσσεται ταχύρρυθμα; Δυστυχώς όχι. Το ΔΝΤ περιμένει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα πέσει μετά το 2020. Δηλαδή η Ελλάδα θα καλύψει την απώλεια εθνικού εισοδήματος ίσως το 2022 και μετά θα πηγαίνει ασθμαίνοντας. Θα μεταβληθεί σε μια μικρή, φτωχή και ασήμαντη χώρα. Εν τω μεταξύ θα συνεχίζεται η κοσμογονία της ανάπτυξης σε άλλες χώρες και στη γειτονιά μας.

    Ολοι βέβαια γνωρίζουμε ότι οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ δεν είναι οι πλέον αξιόπιστες. Η έκθεση όμως είναι η βάση πάνω στην οποία εγκρίθηκε η νέα δόση. Συμπυκνώνει ατόφια τη λογική του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης και ολόκληρης της παράταξης του ευρώ. Μας λέει, χωρίς περιστροφές, ότι για να έρθει ανάπτυξη πρέπει να συντριβούν οι μισθοί και να συρρικνωθεί ο μικρομεσαίος τομέας. Στο πλαίσιο αυτό θα ανακάμψει η εμπιστοσύνη των κεφαλαιούχων και θα υπάρξει τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτή είναι η λογική της, τίποτε βαθύτερο.

    Οι φοιτητές των οικονομικών διδάσκονται ότι το ύψος των ιδιωτικών επενδύσεων είναι πρακτικώς αδύνατον να προβλεφθεί. Δεν υπάρχει θεωρία που να μπορεί να εκτιμήσει αξιόπιστα τη συμπεριφορά των κεφαλαιούχων. Συνεπώς οι προβλέψεις ανάπτυξης της κυβέρνησης και του ΔΝΤ βασίζονται σε αυθαίρετες υποθέσεις. Οι πιθανοί λόγοι αποτυχίας του προγράμματος είναι πολλοί, για παράδειγμα, χαμηλά έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις ή τους φόρους. Στην περίπτωση αυτή, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι η ανάπτυξη θα είναι ακόμη χαμηλότερη.

    Ηπαραμονή στην ΟΝΕ είναι, λοιπόν, ο δρόμος του μαρασμού. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να ήταν όταν η τρόικα απαιτεί από την Ελλάδα να μετατρέψει το πρωτογενές έλλειμμα 1,5% του ΑΕΠ το 2012 σε πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ το 2016; Η μεταβολή είναι τεράστια, ιδίου μεγέθους με τη συρρίκνωση του 2009-2012 που έφερε καταστροφική ύφεση και άνοδο της ανεργίας. Ο στόχος είναι να δημιουργηθούν δημόσια πλεονάσματα που θα εξυπηρετούν το χρέος, κρατώντας τη χώρα στο ευρώ. Πολύ φυσιολογικά, το τίμημα θα είναι κι άλλη ύφεση και μετά χαμηλή ανάπτυξη και υψηλή ανεργία για χρόνια. Η τραγωδία αυτή παρουσιάζεται στα ΜΜΕ ως θρίαμβος.

    Οι κρατούντες έχουν κάνει την επιλογή τους: η Ελλάδα θα γίνει μια χώρα φτωχή, άνιση και περιθωριακή, αλλά μέσα στην ΟΝΕ. Δεν έχουν άλλο σχέδιο, δεν βλέπουν άλλη προοπτική, δεν έχουν την πυγμή για ανεξάρτητη πορεία. Οσοι πρεσβεύουν την εναλλακτική λύση, οφείλουν κατ' αρχάς να δώσουν πλήρη εικόνα στον ελληνικό λαό.

  • Επιστροφή στο παρελθόν;

    Τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν τα φαινόμενα πολιτικής αντιπαράθεσης χωρίς σοβαρό και ουσιαστικό περιεχόμενο, τα οποία θυμίζουν τις χειρότερες στιγμές του παρελθόντος.

    Το παρελθόν αυτό των ανούσιων πολιτικών αψιμαχιών έχει καταδικάσει η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών, γιατί θεωρεί ότι -μεταξύ πολλών άλλων- έχουν οδηγήσει τη χώρα στη σημερινή πολύπλευρη κρίση.

    Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, που δεν ανταποκρίνονται σε σοβαρά πολιτικά διακυβεύματα σχετικά με τη βελτίωση της ζωής των πολιτών στις σημερινές συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας και συχνά ανοιχτής φτώχειας ή/και σε μείζονα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, απαξιώνουν ακόμη περισσότερο το ήδη απαξιωμένο πολιτικό σύστημα.

    Αυτή η κατάσταση, όπου η πολιτική τάξη κυβερνά ή αντιπολιτεύεται, χωρίς να αντιμετωπίζει τα σοβαρά προβλήματα της χώρας και όπου το κοινό παρακολουθεί δωρεάν θέαμα στα τηλεοπτικά παράθυρα, έχει επανειλημμένα συμβεί στο παρελθόν κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνταν η αίσθηση στους πολίτες ότι η πολιτική διαμάχη ήταν έντονη επειδή διακυβεύονταν πολύ σοβαρά ζητήματα και ότι γινόταν πραγματική προσπάθεια να λυθούν μεγάλα θέματα, τα οποία λόγω της σοβαρότητάς τους προκαλούσαν τόσο μεγάλες αντιπαραθέσεις.

    Δυστυχώς, όμως, τις περισσότερες φορές επρόκειτο για μια ψευδαίσθηση, γιατί στην πραγματικότητα πολλά από τα μεγάλα ζητήματα του τόπου έμεναν άλυτα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η χώρα στη σημερινή κατάσταση, όπου έχουν συσσωρευτεί όλα αυτά τα άλυτα ζητήματα τόσο στην οικονομία όσο και σε πολλούς άλλους τομείς της δημόσιας ζωής.

    Σήμερα ένα μέρος των πολιτών, ενώ αντιλαμβάνονται ότι τέτοιες αντιπαραθέσεις είναι στην ουσία σκηνοθετημένες, χαμηλού επιπέδου, θεατρικές παραστάσεις, επειδή είναι αποκαρδιωμένοι και συχνά στα πρόθυρα της κατάθλιψης από την οικονομική τους κατάσταση, άλλοτε δικαιολογημένα άλλοτε αδικαιολόγητα, απλώς παρακολουθούν με ανάμικτα αισθήματα θυμού και απογοήτευσης.

    Ομως ένα άλλο σημαντικό μέρος των Ελλήνων πολιτών, μετά την εμπειρία του παρελθόντος, έχουν αντιληφθεί ότι με θεατρικού τύπου πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν μπορούν να λυθούν τα σοβαρά προβλήματα της χώρας και επειδή η ευημερία τους, ή/και η επιβίωσή τους βρίσκεται σε κίνδυνο, δεν μπορούν να αδιαφορήσουν, όπως γινόταν στο παρελθόν και να «απολαύσουν» το θέαμα. Οι πολίτες αυτοί ενεργοποιούνται και απαιτούν πλέον από το πολιτικό σύστημα περισσότερη σοβαρότητα, μεγαλύτερη ενασχόληση με τα πραγματικά προβλήματα και ζητούν να εγκαταλειφθούν οι πρακτικές του παρελθόντος.

    Το ερώτημα προφανώς είναι πόσο θα μπορέσουν οι πολίτες αυτοί να επηρεάσουν το σημερινό πολιτικό σύστημα ή/και να το ανανεώσουν προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σήμερα κάτω από την πίεση της κρίσης και το ίδιο το πολιτικό σύστημα θα έπρεπε να συναισθάνεται πως δεν έχει την «πολυτέλεια» των ανούσιων αντιπαραθέσεων, όμως το βάρος του παρελθόντος είναι πολύ μεγάλο.

    Είναι προφανές ότι από την αλλαγή της συμπεριφοράς του πολιτικού συστήματος προς μια πιο ώριμη και αποτελεσματική λειτουργία, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και η επιβίωσή του στις σημερινές συνθήκες. Αν δεν μπορέσει να αλλάξει ώστε οι πολίτες να αισθανθούν ότι οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, που είναι η ουσία της δημοκρατίας, αφορούν πραγματικά μεγάλα προβλήματα, για τα οποία δεν πρέπει να αδιαφορούν, αλλά αξίζει τον κόπο να παίρνουν θέση, τότε το μέλλον της χώρας μας δεν προοιωνίζεται ευοίωνο και η έξοδος από τη σημερινή κρίση μπορεί να μην είναι ούτε σύντομη ούτε να πραγματοποιηθεί σε συνθήκες κοινωνικής ειρήνης και δημοκρατικής ομαλότητας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Κυβέρνηση
Σκληροί δεξιοί, με σιδηρά πυγμή
Νεύμα σε «καρχαρίες» να ορμήσουν στα δημόσια φιλέτα
Στρατηγική επιλογή η μηδενική ανοχή
Ελληνική Στατιστική Αρχή
10 χρόνια λογιστικές αλχημείες με ξένες πλάτες
Η ώρα της αλήθειας για το φούσκωμα
Νέα Δημοκρατία
Ο κύριος «Νόμος και Τάξη»
Οι ιντερνετικοί «ταλιμπάν» του Σαμαρά
Μνημόνιο
Τότε υπερθεμάτιζαν, τώρα τα μασάνε...
Συγκοινωνίες-Μεταφορές
Τα Μνημόνια εκτροχιάζουν και τη δημόσια συγκοινωνία
«Προκλητική παραβίαση του Συντάγματος»
«Αντιδημοκρατικές εκτροπές της κυβέρνησης»
Δικαιοσύνη
Ένταλμα σύλληψης για τον Αλ Ζαγιάτ, που εμπλέκεται με μίζες Άκη
ΣΥΡΙΖΑ
Ο Νέος Κόσμος φλερτάρει με το νέο ηγέτη Αλέξη
ΔΗΜΑΡ
ΔΗΜΑΡ: η διαφωνούσα κυβερνώσα Αριστερά
Οικονομική κρίση
Αλλο το «κλίμα» και άλλο η πραγματική οικονομία...
Ευρωζώνη
Καθήκοντα γεφυροποιού αναλαμβάνει ο «κ. Euro»
Άλλες ειδήσεις
Ο Αθανασίου επιμένει να ζητάει ιδιώνυμο για την κουκούλα
Η ολέθρια σχέση Θέμιδας-Μαξίμου
«Κεντροαριστερά με αριστερό κορμό»
Χωνευτήρι κομματικών πρακτικών τα μέσα σταθερής τροχιάς
«Δεν θα πέσουμε, δεν θα λυγίσουμε»
Ενεργειακή διπλωματία για την πώληση ΔΕΠΑ - ΔΕΣΦΑ
Το κόμμα του είχε υποστηρίξει την Ελλάδα
«Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο δρόμο της ανάκαμψης»
«Μια πιθανή ύφεση το 2013 θα αλλάξει την πορεία των γεγονότων»