Έντυπη Έκδοση

Πολιτική

Ιδεογραφήματα

  • Βία, πολιτική και κράτος

    Η πολιτική βία, «καυτό» θέμα στην πολιτική φιλοσοφία και τις δημόσιες συζητήσεις τις δεκαετίες του 1960 και 1970, παραμένει ένα δύσκολο και αμφιλεγόμενο θέμα, καθώς και μια δυσνόητη έννοια. Για χώρες με προβληματικούς ή άκρως ελαττωματικούς δημοκρατικούς θεσμούς, παραμένει επίκαιρο ακόμη και σήμερα...

    Από την άποψη της πολιτικής φιλοσοφίας, η ουσία και η σημασία της βίας μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο στο πλαίσιο μιας αναφοράς σχετικά με τη σχέση της βίας προς την εξουσία, το κράτος και τη νομιμότητα. Στην περίπτωση του Γερμανού πολιτικού κοινωνιολόγου Μαξ Βέμπερ (1864-1920), για παράδειγμα, ο οποίος χαρακτηρίζει την πολιτική ως την «ηγεσία» σε μια πολιτική οντότητα, που στη σύγχρονη εποχή είναι το κράτος, η βία αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του κράτους και είναι, ως εκ τούτου, η μοναδική νόμιμη μορφή βίας.

    Η άποψη του Βέμπερ αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από πολλούς μετέπειτα κοινωνιολόγους και πολιτικούς φιλόσοφους και απορρίφθηκε από πολλούς άλλους. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1960, ο Αμερικανός πολιτικός φιλόσοφος Ρόμπερτ Πολ Γουλφ, για παράδειγμα, έθεσε μια σειρά από καίρια ερωτήματα γύρω από τη νομιμότητα του κράτους, σε ένα μικρό αλλά ιδιαίτερα δημοφιλές βιβλίο που έφερε τον τίτλο «In Defense of Anarchism» (1970), που κάνουν την άποψη του Βέμπερ να φαίνεται τουλάχιστον απλοϊκή. (Την επόμενη Κυριακή η στήλη θα αφιερωθεί σε μια συζήτηση με τον Ρόμπερτ Πολ Γουλφ για τον φιλοσοφικό αναρχισμό.)

    Ενάρετος βίος

    Η Χάνα Αρεντ, από την άλλη μεριά, γράφοντας σχεδόν την ίδια περίοδο με τον Ρόμπερτ Πολ Γουλφ, απορρίπτει επίσης την άποψη της νόμιμης βίας του κράτους, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η βία δεν μπορεί ποτέ να είναι νόμιμη. Η φιλοσοφία της Αρεντ για τη βία εμπνέεται από το εννοιολογικό περιεχόμενο της κλασικής πολιτικής φιλοσοφίας, όπου η πολιτική δεν ταυτίζεται ούτε με το κράτος ούτε με την ηγεσία, αλλά αποτελεί όχημα για έναν ενάρετο και δίκαιο βίο. (Η πολιτικο-φιλοσοφική σκέψη της Αρεντ αναπτύσσεται εκτενώς στο σημαντικότερο ίσως έργο της, που φέρει τον τίτλο «The Human Condition», το οποίο εκδόθηκε το 1958, και η θέση της για τη βία, με έμφαση τις πολιτικές εξελίξεις στον 20ό αιώνα, προβάλλεται μέσα από ένα μικρό βιβλίο με τον τίτλο «On Violence», που δημοσιεύθηκε το 1970.) Γι' αυτό και η βία δεν μπορεί να είναι ποτέ νόμιμη ως πολιτική πράξη, επειδή δηλαδή ακυρώνει την ίδια την ουσία της πολιτικής.

    Την άποψη της Αρεντ για τη βία απέρριψε κατηγορηματικά ο Νόαμ Τσόμσκι σε μια δημόσια συζήτηση που διεξήχθη το 1967 με τη Χάνα Αρεντ, τη Σούζαν Σόνταγκ και άλλους. Χαρακτηρίζοντας τη θέση της Αρεντ ως «απόλυτη», ο Τσόμσκι έθεσε το ζήτημα της βίας (με τον γνωστό ορθολογικό τρόπο σκέψης του, αλλά ταυτόχρονα προσηλωμένο στο «εμπειρικό», που τις περισσότερες φορές κάνει τους συνομιλητές του να νιώθουν αμήχανοι και στη συνέχεια να καταλαμβάνονται από θυμό), τόσο σε ιστορικο-πολιτικό όσο και σε ηθικό επίπεδο.

    Εξάλειψη του κακού

    Η τοποθέτηση του Τσόμσκι γύρω από τη βία ήταν η εξής: «Κάθε λογικός άνθρωπος θα συμφωνούσε ότι η βία δεν είναι νόμιμη, εκτός και αν οι συνέπειες μιας τέτοιας δράσης είναι να εξαλειφθεί ένα ακόμη μεγαλύτερο κακό.

    »Τώρα, υπάρχουν άνθρωποι, βέβαια, που πηγαίνουν ακόμη πιο μακριά και λένε ότι θα πρέπει να αντιτάσσεται κανείς στη βία γενικότερα, πέρα από τις πιθανές συνέπειες.

    »Νομίζω ότι ένα τέτοιο άτομο ισχυρίζεται δύο πράγματα: είτε λέει ότι η προσφυγή στη βία είναι παράνομη ακόμη και αν οι συνέπειες είναι η εξάλειψη ενός μεγαλύτερου κακού, είτε ότι κάτω από καμία περίπτωση δεν θα υπάρξουν συνέπειες που θα οδηγήσουν στην εξάλειψη ενός μεγαλύτερου κακού. Το δεύτερο από αυτά είναι μια εμπειρική υπόθεση και είναι σχεδόν σίγουρα λανθασμένη. Κάποιος μπορεί εύκολα να φανταστεί και να βρει συνθήκες στις οποίες η βία εξαλείφει ένα μεγαλύτερο κακό. Οσον αφορά το πρώτο, είναι ένα είδος αναφαίρετης ηθικής αξιολόγησης, που δηλώνει ότι κανείς δεν πρέπει να καταφεύγει στη βία ακόμη και αν αυτό θα εξαλείψει ένα μεγαλύτερο κακό. Και αυτές είναι ηθικολογίες που πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να στηρίξει. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι, στα δικά μου τα μάτια, αυτό φαίνεται σαν μια ανήθικη άποψη».

    Ο Βρετανός φιλόσοφος Ted Honderich, ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας του Νου και της Λογικής στην έδρα «Grote» στο University College London, πάει ακόμη πιο πέρα, προβάλλοντας επιχειρήματα υπέρ της άποψης ότι οι αδικημένοι και πολιτικά καταπιεσμένοι λαοί, όπως οι Παλαιστίνιοι, έχουν ηθικό δικαίωμα στη χρήση της τρομοκρατίας - μια τοποθέτηση που, όπως θα περίμενε κανείς, τον έχει καταστήσει «persona non grata» σε πολλούς ακαδημαϊκούς κύκλους. Αυτό φυσικά που εννοεί ο Honderich με το «ηθικό δικαίωμα των Παλαιστινίων στην τρομοκρατία τους» είναι ότι έχουν δικαίωμα στην «αυτοάμυνα, σε έναν αγώνα ελευθερίας [...] στην κατάληξη ενός επιχειρήματος βασισμένου στην πραγματική ανθρωπότητα».

    Φαινομενική δημοκρατία

    Ωστόσο, ίσως το πιο προβληματικό ερώτημα είναι εάν μπορεί να δικαιολογηθεί η βία σε ένα φαινομενικά δημοκρατικό πολίτευμα. Διότι ο όρος «φαινομενικά δημοκρατικό πολίτευμα» (λέγε με Ελλάδα) υποδηλώνει, εξ ορισμού, ότι υπάρχουν σκοτεινές πτυχές όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ της νόμιμης και της μη νόμιμης άσκησης της εξουσίας.

    Ο Ιωάννης του Σαλίσμπερι, στο έργο του «Polycraticus», βιβλίο IV, κεφάλαιο Ι, γράφει: «Ανάμεσα στον τύραννο και τον ηγεμόνα υπάρχει αυτή η μοναδική ή κορυφαία διαφορά, ότι ο ηγεμόνας υπακούει στο νόμο και εξουσιάζει το λαό με βάση τις εντολές του, θεωρώντας τον εαυτό του τίποτα παραπάνω από έναν υπηρέτη του».

    Σε μια σύγχρονη «δημοκρατική» κοινωνία, αυτή η διάκριση έχει ακόμη μεγαλύτερη ισχύ. Παρά ταύτα, η χρήση της βίας είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να δικαιολογηθεί από τη στιγμή που υπάρχουν δημοκρατικές διαδικασίες ανοικτές προς τους πολίτες, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής ανυπακοής.

    Σε τέτοιες περιπτώσεις, το πολιτικό και ηθικό πράγμα που πρέπει να κάνουν όλοι οι ενεργοί πολίτες, οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες και τα εργατικά συνδικάτα, δεν είναι να καταφύγουν στη βία, ούτε φυσικά να αρκεστούν στα θλιβερά, τελετουργικά πολιτικά μηνύματα για τη δημοκρατία, όπως αυτά που συνηθίζει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά να επιδιώξουν τρόπους και μέσα για την αναζωογόνηση της δημοκρατίας και των θεσμών της, για την επαναφορά της πολιτικής και αστικής αρετής, για τη μεταφορά της εξουσίας στις συλλογικότητες. Η χρήση βίας, ακόμη και σε ένα φαινομενικά δημοκρατικό καθεστώς, μπορεί να έχει μόνο μια λογική κατάληξη: τη διάλυση της ίδιας της ιδέας της δημοκρατίας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Κυβέρνηση
Σκληροί δεξιοί, με σιδηρά πυγμή
Νεύμα σε «καρχαρίες» να ορμήσουν στα δημόσια φιλέτα
Στρατηγική επιλογή η μηδενική ανοχή
Ελληνική Στατιστική Αρχή
10 χρόνια λογιστικές αλχημείες με ξένες πλάτες
Η ώρα της αλήθειας για το φούσκωμα
Νέα Δημοκρατία
Ο κύριος «Νόμος και Τάξη»
Οι ιντερνετικοί «ταλιμπάν» του Σαμαρά
Μνημόνιο
Τότε υπερθεμάτιζαν, τώρα τα μασάνε...
Συγκοινωνίες-Μεταφορές
Τα Μνημόνια εκτροχιάζουν και τη δημόσια συγκοινωνία
«Προκλητική παραβίαση του Συντάγματος»
«Αντιδημοκρατικές εκτροπές της κυβέρνησης»
Δικαιοσύνη
Ένταλμα σύλληψης για τον Αλ Ζαγιάτ, που εμπλέκεται με μίζες Άκη
ΣΥΡΙΖΑ
Ο Νέος Κόσμος φλερτάρει με το νέο ηγέτη Αλέξη
ΔΗΜΑΡ
ΔΗΜΑΡ: η διαφωνούσα κυβερνώσα Αριστερά
Οικονομική κρίση
Αλλο το «κλίμα» και άλλο η πραγματική οικονομία...
Ευρωζώνη
Καθήκοντα γεφυροποιού αναλαμβάνει ο «κ. Euro»
Άλλες ειδήσεις
Ο Αθανασίου επιμένει να ζητάει ιδιώνυμο για την κουκούλα
Η ολέθρια σχέση Θέμιδας-Μαξίμου
«Κεντροαριστερά με αριστερό κορμό»
Χωνευτήρι κομματικών πρακτικών τα μέσα σταθερής τροχιάς
«Δεν θα πέσουμε, δεν θα λυγίσουμε»
Ενεργειακή διπλωματία για την πώληση ΔΕΠΑ - ΔΕΣΦΑ
Το κόμμα του είχε υποστηρίξει την Ελλάδα
«Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο δρόμο της ανάκαμψης»
«Μια πιθανή ύφεση το 2013 θα αλλάξει την πορεία των γεγονότων»