Έντυπη Έκδοση

Η Γιώτα Νέγκα συμμετέχει στη μουσική παράσταση για τον Μ. Θεοδωράκη στο Badminton

Ο Μίκης με κάνει καμαρωτή

Θέλω να μπλουζάρω, να τζαζάρω, να εντεχνίζω, να έχω λυρικές πλευρές, θέλω να είμαι ολόκληρη, με όλα μου τα χρώματα

Το πλατύ κοινό τη γνώρισε «Με τα μάτια κλειστά». Ηταν η αφετηρία της στη δισκογραφία και το τραγούδι που ούτως ή άλλως απογείωσε την καριέρα της. Πριν φτάσει σ' αυτό όμως η Γιώτα Νέγκα είχε κάνει τα χιλιόμετρά της στο πάλκο και η επιλογή της από το συνθέτη Παναγιώτη Καλαντζόπουλο απλώς επιβεβαίωσε τη δουλειά της πάνω στα εκφραστικά της μέσα, τη φωνή της αλλά και τις επιλογές της.

Από τις 10 Μαΐου η Νέγκα θα συμμετάσχει στη μουσική παράσταση «Μίκης Θεοδωράκης: Ποιος τη ζωή μου...», που ανεβαίνει στο Badminton σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη. Στο σχήμα ο Κώστας Μακεδόνας και ο Κώστας Θωμαΐδης, ενώ του θιάσου ηγούνται ο Γρηγόρης Βαλτινός, η Φιλαρέτη Κομνηνού και ο Αρης Λεμπεσόπουλος.

Η συζήτηση άρχισε με τον υπογράφοντα να ανοίγει εσπευσμένα το μαγνητόφωνο, αφού η ερμηνεύτρια είχε λίγο πριν παρατηρήσει πως «η οντότητα περνά στην ιδιότητα θέλεις δεν θέλεις».

- Εν ολίγοις δεν τραγουδάτε μόνο με τη φωνή σας;

«Φυσικά και το τραγούδι δεν είναι μόνο η φωνή, όπως το ζητούμενο δεν είναι μόνο ο θαυμασμός. Το τραγούδι είναι βεβαίως το όργανο, αλλά πέραν αυτού μετράει το τι νιώθεις. Τι μεταφέρεις και τι μπορείς να στείλεις στο χώρο».

- Τι «αισθάνεστε» μέσα σας όταν ανεβαίνετε στο πάλκο;

«Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δεν μπορώ να πω τραγούδι που δεν έχει μιλήσει σ' εμένα. Και αν επιβάλλεται να το κάνω, θα πάω σπίτι με το τέλος της βραδιάς και θα είμαι άδεια».

- Πρέπει να περνάτε εσείς καλά για να περάσει και το κοινό;

«Ναι! Για τον εαυτό μου τραγουδάω. Δεν ξέρω αν ακούγεται εγωιστικό, αλλά δική μου ανάγκη είναι».

- Είναι και λίγο ψυχανάλυση αυτό;

«Φυσικά και είναι. Γίνεται μέσα απ' όλες οι τέχνες».

- Τι μπόλιασε τις επιλογές σας;

«Το σπίτι κατ' αρχάς. Γλεντάγαμε με Θεοδωράκη, με Σπανό, με Καλδάρα. Γλεντάγαμε και με δημοτικά και με Χριστοδουλόπουλο. Τότε δεν χρησιμοποιούσαμε όρους "πίστα" ή "έντεχνο". Ηταν αλλιώς οι συσχετισμοί και πολύ πιο διαφορετικά τα πράγματα. Μπορούσαν όλα να συνυπάρχουν, γιατί είχαν αφεθεί να μεγαλώνουν φυσιολογικά μέσα σου. Ετσι λοιπόν είχες την ευκαιρία να διαλέξεις και να ισορροπήσεις τη διασκέδαση, την ψυχαγωγία, τον πόνο. Τώρα τα πυρά είναι καταιγιστικά. Βαλλόμεθα από την τηλεόραση, τα ραδιόφωνα, από τις εταιρείες. Μιλάω για όλα αυτά που προωθούν, για τα ριάλιτι που δημιουργούν στο μυαλό των νέων παιδιών μη πραγματικούς λόγους για να βγουν στο τραγούδι. Μιλάω για το "λαϊκοπόπ", το "λαϊκοδημοτικό", για όλα αυτά που είναι θολά και πατέντες. Που είναι σαν ημίονοι».

- Υπήρχε μπουζούκι στο σπίτι;

«Ναι, και έπαιζε ο μπαμπάς. Γρατσουνούσα κι εγώ, όπως κι ο ξάδελφός μου, που είχα κανονίσει κρυφά να έρχεται να μου δείχνει πώς να παίξω το "Γελαστό παιδί", για να το παίξω στον πατέρα μου».

- Αρα γεννηθήκατε μέσα στους ήχους;

«Ναι, και στην ουσία νιώθω ότι με διάλεξε το τραγούδι. Οταν με ρωτούσαν τι θα γίνεις όταν θα μεγαλώσεις, έλεγα από αεροσυνοδός μέχρι ηθοποιός. Ποτέ όμως δεν είπα γιατρός ή δικηγόρος, αλλά ούτε και τραγουδίστρια. Το θεωρούσα αυτονόητο ότι θα τραγουδάω».

- Εχετε δουλέψει δίπλα στους παλιούς. Τι σας έμαθαν;

«Ο συγχωρεμένος ο Σπύρος Λιόσης, που είναι πάντα στην καρδιά μου, με συμβούλευε. Αυτός ήταν που μου έλεγε "απλά, μην το στολίζεις, είναι μεγάλο το τραγούδι, μην το στολίζεις, απλά". Την ηρεμία τους θυμάμαι και μια κούραση, που δεν βγήκε ποτέ πάνω στο πάλκο. Η κούραση, αν θέλεις, γιατί έχω δει πολλά κι έχω ζοριστεί κιόλας, δεν βγήκε ποτέ από το "θέλω να το κάνω", "γουστάρω να το κάνω". Κι αυτό παρακαλάω να μη μου φύγει ποτέ. Μαζί με τη φωνή βέβαια».

- Τραγουδούσατε επί χρόνια πριν σας δοθεί η ευκαιρία με τον Καλαντζόπουλο...

«Από το σχολείο ξεκίνησα με μπουζούκι τον Μανώλη Καραντίνη, παιδάκια και οι δυο. Είχαμε πάει οικογενειακώς ν' ακούσουμε τον Μανώλη, που ήταν φίλος με τον ξάδελφό μου, και ξαφνικά λέω στον τραγουδιστή, που ήταν και ο μαγαζάτορας, ότι θέλω να πω ένα τραγούδι. Τα 'χασε, μου είπε ότι δεν μπορούσε να με ανεβάσει έτσι στο πάλκο. Ζήτησε να με ακούσει πριν. Του τραγούδησα τον πρώτο στίχο από το "Ολα σε θυμίζουν" της Αλεξίου. Αυτό ήταν: είπα τρία τραγούδια στη σειρά και την επόμενη Τετάρτη ήρθε σπίτι μας και ζήτησε από τον πατέρα μου να με πηγαίνει στο κέντρο να τραγουδάω τα βράδια της Παρασκευής και του Σαββάτου».

- Να πούμε για τον Καλαντζόπουλο;

«Είναι ο ηθικός αυτουργός και για το ότι μιλάμε αυτή τη στιγμή μαζί. Κοίταξε, το ποθούσα χρόνια. Λαϊκή γέννα είμαι. Δεν θέλω, όμως, να είμαι μόνο έτσι. Θέλω να μπλουζάρω, να τζαζάρω, να εντεχνίζω, να έχω λυρικές πλευρές, θέλω να είμαι ολόκληρη, με όλα μου τα χρώματα. Ο Παναγιώτης, εκτός του ότι με τοποθέτησε στην αφετηρία της δισκογραφίας, μου έδωσε και την ευκαιρία να φέρω το λαϊκό μου τρόπο σ' έναν άλλο κόσμο και ν' αρχίσει το πάντρεμα».

- Πώς νιώθετε τραγουδώντας Θεοδωράκη;

«Με κάνει καμαρωτή. Μου δίνει δύναμη. Τα τραγούδια του είναι ταξίδι και μάθημα. Δεν είναι ο μόνος. Είναι και ο Χατζιδάκις, με άλλον τρόπο όμως, με άλλα χρώματα. Τον τραγουδούσα πολύ λίγο, πολύ προσεκτικά, μην τυχόν ενοχλήσω επειδή είμαι λαϊκή. Πριν από λίγες μέρες ωστόσο κάναμε μια παράσταση στο Μέγαρο με τον Ηλία Λιούγκο με τραγούδια του Χατζιδάκι. Επί δύο ώρες πετούσα μέσα στον κόσμο του, γιατί είναι αλλιώς να τον ακούς στο σπίτι κι αλλιώς να τον έχεις στο στόμα σου, να αναπνέεις με τη μελωδία του. Τελειώνοντας ένιωσα ότι ήθελα μ' έναν τρόπο να γυρίσω το χρόνο πίσω, να το ξανακάνω».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Παραστάσεις
Σχετικά θέματα: Μουσική
«Δεν καταλαβαίνω πώς οι Ελληνες ψηφίζουν νεοναζί»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Κινηματογράφος
«Δεν είμαι ούτε φεμινιστής ούτε σεξιστής»
Οι Γερμανοί «τρώνε χοιρινό και... ανθρώπους»
Θέατρο
Ουρές και κλάματα
Μουσική
«Δεν καταλαβαίνω πώς οι Ελληνες ψηφίζουν νεοναζί»
Ο Μίκης με κάνει καμαρωτή
Βιβλίο
Μπουκέτα από εξώφυλλα