Έντυπη Έκδοση

Ο ΛΥΡΙΚΟΣ, Ο ΕΡΩΤΙΚΟΣ, Ο ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΜΙΛΑ ΜΕ ΑΜΕΣΟ ΤΡΟΠΟ ΓΙ' ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΠΟΝΑΝΕ, ΧΩΡΙΣ ΑΣΑΦΕΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Στο αρχιπέλαγος της ποίησής του

Ενενήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Δημήτρη Χριστοδούλου (1924-1991) και είναι μία καλή αφορμή να θυμηθούμε έναν ποιητή, ο οποίος χάρισε εκατοντάδες στίχους στο ελληνικό τραγούδι. Στίχοι που τραγουδήθηκαν ως προσευχή και ως λύτρωση του ελληνικού λαού, σε εποχές που το τραγούδι σηματοδοτούσε τις διεκδικήσεις υπέρ του αναμφισβήτητου δίκιου του και υπέρ της νοήμονος διασκέδασης.

Ο Δημήτρης Χριστοδούλου με την σύντροφό του Μαρία Κανδρεβιώτου Ο Δημήτρης Χριστοδούλου με την σύντροφό του Μαρία Κανδρεβιώτου Οι εκδόσεις «Μετρονόμος», τού ομώνυμου καλού μουσικού περιοδικού, το οποίο εκδίδει ο Θανάσης Συλιβός, τύπωσαν, αυτές τις μέρες, τον τέταρτο τόμο με τα ποιήματα του Δημήτρη Χριστοδούλου: «Ανέκδοτα ποιήματα». Με τον τέταρτο τόμο, που περιλαμβάνει τα ανέκδοτα ποιήματά του καθώς και ποιήματα που είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά και δεν συμπεριλήφθησαν στις προηγούμενες συγκεντρωτικές εκδόσεις, ολοκληρώνεται το σύνολο της ποιητικής του δημιουργίας. Μέσα από τις συγκεντρωτικές αυτές εκδόσεις έχουμε μια συνολική αίσθηση του ποιητικού του έργου, που χαρακτηρίζεται για την ενότητα της ροής και της συνοχής του.

Σ' αυτά τα ποιήματα, ο λυρικός, ο ερωτικός, ο αντιπολεμικός και ο πατριωτικός Δημήτρης Χριστοδούλου μιλά με άμεσο τρόπο γι' αυτά που τον πονάνε, χωρίς περιττά υφολογικά στολίδια, κρυπτικές και ασαφείς έννοιες, σκοτεινά και απροσπέλαστα μηνύματα. Ολα ρίχνονται πάνω στο τραπέζι της παρέας, της συνάντησης, της συνεύρεσης, στον πληθυντικό του Εμείς, με έψιλον κεφαλαίο. Δύο ενότητες συγκροτούν το μεγαλύτερο μέρος του τέταρτου τόμου «Ανέκδοτα ποιήματα»: «Τα καλοκαιρινά» και «12 νησιά». Ξεκινούν ως εγκώμια και ύμνοι στους ελληνικούς τόπους και στα τοπία τους και αναπτύσσονται ως μονάδες εθνικής αυτογνωσίας:

Ο Δημήτρης Χριστοδούλου με τους Γιάννη Ρίτσο, Μίκη Θεοδωράκη, Μανόλη Αναγνωστάκη Ο Δημήτρης Χριστοδούλου με τους Γιάννη Ρίτσο, Μίκη Θεοδωράκη, Μανόλη Αναγνωστάκη «Γεμάτος νοσταλγία ο μουσικός/για τους αγώνες που τριφτήκαν/στα παλάτια/ πέρασε όρθιος στο Βόσπορο/ τον δήμιό του για να δει, λέει, στα μάτια//Μα η Πόλη ωραία, Ελληνική/αρχοντοπούλα ζωντανή και βασιλεύουσα/τι κάνει ο μουσικός/ρωτάει τον ποιητή/κι αυτός τής γράφει ένα ποίημα/ορφικό/που μουσική από κανέναν πια/δεν περιμένει» («Κωνσταντινούπολη»).

Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Δημήτρη Χριστοδούλου σε τόμους άρχισε το 1964 με τον τίτλο «Ποιήματα 1954-1964» και περιείχε τις οκτώ συλλογές της πρώτης δεκαετίας: «Νυχτοφύλακες» (1954), «Πελταστές» (1956), «Εκ του συστάδην» (1957), «Εστίες αντιστάσεως» (1959), «Μετά το ανακλητικό» (1960), «Παραμεθόρια» (1961), «Πάροδος» (1962), «Επί ευρέος μετώπου» (1964).

Ο δεύτερος τόμος, με το γενικό τίτλο «Αιχμές», περιλαμβάνει τα δημοσιευμένα ποιήματα της επόμενης δεκαετίας 1965-1975: «Δελφοί» (1965), «Μικρά λυρικά» (1966), «Πρόμαχοι» (1966), «Αιχμές» (1967), «Μετοικεσία» (1972), «Ο Οδυσσέας στην πλατεία» (1974), «Της εξορίας» (1974), με την προσθήκη της ενότητας «Μνημόνιο» (1968-1975) που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον τόμο αυτόν.

Ο τρίτος τόμος (1977-1988) κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, με τη φροντίδα της συντρόφου του Μαρίας Κανδρεβιώτου, και περιέχει με χρονολογική επίσης σειρά τις συλλογές: «Πετρέλαια (1977), «Νετρόνια» (1978), «Ελλάδα μπάυ ντέυ» (1981), «Ντισκοτέκ» (1982), «Ο δρόμος για τα καθαρά» (1983), «Πλάγιος άνεμος» (1984), «Το ρολόι του Κυρρήστου» (1985), «Ούλαφ Πάλμε» (1987), «Ο ποιητής κι ο έβενος» (1988).

Στη «Μυρτιά» του Αλίμου, το 1961, με τις Ειρήνη Παππά, Αλέκα Παΐζη, τον θεατρικό συγγραφέα Δρέστα και τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη που μόλις διακρίνεται στα αριστερά της φωτογραφίας Στη «Μυρτιά» του Αλίμου, το 1961, με τις Ειρήνη Παππά, Αλέκα Παΐζη, τον θεατρικό συγγραφέα Δρέστα και τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη που μόλις διακρίνεται στα αριστερά της φωτογραφίας Φτωχόπαιδο, μέλος πολυμελούς οικογένειας, αναγκάστηκε να δουλέψει από την ηλικία των δέκα χρόνων. Μικροϋπάλληλος της «σφαλιάρας» σε μαγαζί, σε γραφείο, σε ασανσέρ, σε θυρωρείο. Περιέγραφε το βιοπαλαιστή εαυτό του σε συνέντευξη, την οποία αναδημοσιεύει ο εκλεκτός συνάδελφος Νίκος Λαγκαδινός, στο ιστολόγιό του «Δυτικός άνεμος»:

«Ναι, ήμουν κάτι σαν αυτό που έλεγαν οι Τούρκοι τσιμπούκ ογλάν, δηλαδή το παιδί που ανάβει το τσιμπούκι. Φυσικά δεν πήγα στο σχολείο κάτω από αυτές τις συνθήκες! Ακόμα και το δημοτικό το έβγαλα... νυχτερινό! Πρέπει να είμαι ο μοναδικός που το... κατάφερε αυτό! Η δε φτώχεια μας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να φανταστείτε έβαλα για πρώτη φορά στη ζωή μου παλτό στο στρατό. Τη στρατιωτική μου χλαίνη, δηλαδή. Μικρός, το χειμώνα, κυκλοφορούσα με εφημερίδες μπρος-πίσω για να μην κρυώνω...»!

Εικοσάρης πια, και ενώ έχει ήδη ενταχθεί στις τάξεις της ΕΠΟΝ, παίρνει μέρος στα Δεκεμβριανά και συλλαμβάνεται από τους Βρετανούς οι οποίοι τον φυλακίζουν στο φρικτό στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα. Είχαν προηγηθεί τα ανηλεή βασανιστήρια από τους Γερμανούς στα υπόγεια της οδού Μέρλιν.

Δημήτρης Χριστοδούλου,  Ανέκδοτα ποιήματα, Δ' τόμος, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σελ. 96,  Τιμή: 9,5 ευρώ Δημήτρης Χριστοδούλου, Ανέκδοτα ποιήματα, Δ' τόμος, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σελ. 96, Τιμή: 9,5 ευρώ Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, απελευθερώνεται από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, έρχεται στην Αθήνα, όπου δίνει εισαγωγικές στην τότε Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών και περνάει επιτυχώς τις εξετάσεις. Την εγκαταλείπει χάριν τής Δραματικής Σχολής τού Εθνικού Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε ως ηθοποιός... αν και επιθυμία του είναι να γίνει σκηνοθέτης.

Επί σκηνής, θα συνυπάρξει με τη Μελίνα Μερκούρη, τον Δημήτρη Χορν, τον Δημήτρη Μυράτ στο Θέατρο Τέχνης. Παράλληλα θ' ασκήσει τη δημοσιογραφία, αλλά τελικώς η ποίηση θα είναι εκείνη η οποία θα του φορέσει διαχρονικά το φωτοστέφανο της δόξας. Πρωτοεμφανίζεται με το ποίημα «Νυχτοφύλακες», το 1952, στο περιοδικό «Μακεδονικά Γράμματα», και δύο χρόνια αργότερα κυκλοφορεί η ομότιτλη πρώτη ποιητική του συλλογή.

Η συνάντηση του Δημήτρη Χριστοδούλου με τον Μίκη Θεοδωράκη θα σημάνει την εκτίναξη της φήμης του ποιητή («Πολιτεία», «Αρχιπέλαγος», «Ομορφη Πόλη»), ενώ η συνεργασία με τον Γιώργο Ζαμπέτα θα δώσει ορισμένα από τα ομορφότερα λυρικά τραγούδια του μπελκαντίστα λαϊκού συνθέτη: «Δεν έχει δρόμο να διαβώ», «Κι αν θα διαβείς τον ουρανό», «Πόρτα κλειστή τα χείλη σου», «Με το βοριά σ' αναζητώ», «Ξημερώματα», «Τι να φταίει».

Είχε πει ο Δημήτρης Χριστοδούλου σε εκπομπή-αφιέρωμα στην τότε ΕΡΤ (1984-85) για τη σχέση ποίησης και μουσικής:

«Ηταν αναγκαίο να βρει ο λαός την έκφρασή του, να βρει το δικό του χώρο, να βρει τους δρόμους για να εκφράσει τα δικά του προβλήματα. Μέχρι τότε, ο λαός απλώς διασκεδάζει. Νομίζει... Στην επιφάνεια συμβαίνει αυτό... Αλλά μέσα βαθιά υπάρχει μια τρομερή πληγή που λέγεται κατοχή, πόλεμος, ήττα. Κουβεντιάζοντας με τον Θεοδωράκη για όλα αυτά τα πράγματα, φτάσαμε στο συμπέρασμα πως πρέπει να πλατύνει το τραγούδι, να γεμίσει η χώρα από την ποίηση και μπήκε ξαφνικά ένα πάρα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Κι αυτό όχι από μας. Αλλά απ' το περιβάλλον.

»Τι σημαίνει η ποίηση περασμένη σε μελωδίες, όπου κυριαρχεί το μπουζούκι; Το μπουζούκι το περιφρονημένο, για να μην πω από ορισμένες πλευρές κατάπτυστο. Ο ποιητής, η ποίηση και το μπουζούκι; Βέβαια τους δικαιολογώ. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι το όργανο που κρατάει ο Μακρυγιάννης, μπορεί να το κρατήσει και ο Βαμβακάρης και ο Χιώτης και όλοι οι νεότεροι. Τα όργανα δεν είναι εκείνα που κάνουν την έκφραση, τα όργανα μ' αυτό που εκφράζουν αξιοποιούνται. Στην πορεία του τραγουδιού με την ποίηση μαζί, μπήκανε πολλά ερωτήματα.

»Το πρώτο ερώτημα ήτανε γιατί όλο αυτό το πράγμα να γίνει με βάση το μπουζούκι, που ήταν περιθωριακό. Δικαιώθηκε. Το άλλο ερώτημα ήτανε, αν πρέπει η ποίηση να μελοποιείται. Κι αυτό δικαιώθηκε. Καλώς μελοποιήθηκε. Ενα άλλο ερώτημα που μπήκε είναι εάν η ποίηση, βγαίνοντας με τη μουσική πλατιά στον κόσμο, ωφελήθηκε ή έχασε. Δεν ξέρω πόσο κατάλαβε ο κόσμος την ποίηση, αλλά ένα είναι βέβαιο. Πληροφορήθηκε ότι υπάρχει ποίηση, υπάρχουν ποιητές και υπάρχει μια άλλη ματιά για τη ζωή, για το φαινόμενο της ζωής, μια προϋπόθεση δηλαδή για να πλουτιστεί περισσότερο η ψυχή του ανθρώπου».

«ΕΟΚ σημαίνει ανεργία»

Μία απάντηση του Δημήτρη Χριστοδούλου στον Νίκο Λαγκαδινό, η οποία επικαιροποιείται (εφημερίδα «Εξόρμηση», 31.1-1.2.1981)

* Τι σημαίνει για την πολιτιστική μας υπόσταση η ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ;

- Η ΕΟΚ, όπως το λένε και τα αρχικά της, είναι οικονομική κοινότητα. Κοινότητα που μας φέρνει στο μυαλό η ίδια η λέξη μια αντίφαση. Αραγε, εξίσωση δυνατών και αδυνάτων; Αν ναι, τότε θα έχουμε, για πρώτη φορά στην ιστορία, ανατροπή θεμελιωδών νόμων του ανταγωνισμού. Αν είναι αλήθεια ότι η οικονομία σαν βασικό μέρος του εποικοδομήματος επιδρά πάνω σ' όλα τα άλλα, πρέπει να προσέξουμε να μην υποχωρήσουμε στη βιομηχανική μας ανάπτυξη γιατί αυτό θα σημάνει ανεργία. Αυτό επίσης θα σημάνει βιομηχανική εξάρτηση και βιομηχανική εξάρτηση θα σημάνει υποχώρηση στην ορολογία. Υποχώρηση στην ορολογία θα σημάνει τραυματισμό της γλώσσας. Τραυματισμός της γλώσσας θα σημάνει μετάπτωση απ' το δημιουργικό της ρόλο στο μεταφραστικό. Μεταφραστικοποίηση της γλώσσας θα σημάνει αναζήτηση δημιουργημάτων από το εξωτερικό. Ολα αυτά θα σημάνουν, αν δεν αμυνθούμε έγκαιρα, μόνιμη κατάσταση πολιορκίας ή κατανάλωση. 7

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Αφιέρωμα
Ποίηση
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
Η γέννηση ενός αριστουργήματος
Σινεμά
Με περνάνε για άντρα
Ατζέντα Σινεμά
Κωνσταντίνος Κοντοβρακης, παραγωγός
Οπερα
Ετσι κάνουν όλες
Εικαστικά
Ατζέντα Εικαστικών
Μουσική
Ατζέντα Μουσική
Θέατρο
Ατζέντα Θεάτρου
ΚΟΑ
Ενα γερμανικό Ρέκβιεμ
Ποίηση
Στο αρχιπέλαγος της ποίησής του
Άλλες ειδήσεις
ΑΕΠ: η ιστορία ενός αμφισβητούμενου οικονομικού όρου