Έντυπη Έκδοση

Αρχιτεκτονικές φαντασμαγορίες και ιδεολογικά κάτοπτρα

* *Ελένη Μπαστέα

Αθήνα 1834-1896: Νεοκλασική πολεοδομία και ελληνική εθνική συνείδηση

εκδ. Libro, 27 ευρώ

Στην 8η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής, στη Βενετία, η ελληνική συμμετοχή υπεραμύνθηκε των επιθέτων που χαρακτηρίζουν συνήθως την αρχιτεκτονική όψη της Αθήνας (χαοτική, άναρχη, άσχημη), υποστηρίζοντας πως οτιδήποτε εγγράφεται στο σώμα της πόλης συνιστά την αληθινή της ιστορία και όχι οι «προκάτ» αισθητικές και ιδεολογικές αντιλήψεις. Υπ' αυτή την έννοια, την αυθεντική φυσιογνωμία της συνθέτουν οι ερημωμένες αλάνες, τα νεκροταφεία αυτοκινήτων, τα γιαπιά μετέωρα και αναποφάσιστα για την τελική χρήση τους, ακόμη και οι αυτοσχέδιες κατασκευές με το ελενίτ και τους τσιμεντόλιθους που κτίζουν η ένδεια και η αυθαιρεσία. Αλλά και οι διοργανωτές της έκθεσης «Destroy Athens» το 2007 καλούσαν τους καλλιτέχνες να αποβάλουν τις ιδεοληψίες τους, γιατί συχνά «η Αθήνα, ως έμβλημα της δυτικής βεβαιότητας, επιστρατεύεται μέσω των θετικών στερεοτύπων της (λίκνο της δημοκρατίας), προς χάριν της απενοχοποίησης ενός ηγεμονικού πολιτισμού».

Τα θυμηθήκαμε όλα αυτά διαβάζοντας το βιβλίο της Ελένης Μπαστέα, που αναλύει διεξοδικά και εμπεριστατωμένα πώς η πολιτική βούληση, με όχημα την Αρχιτεκτονική, συνετέλεσε στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Η μελέτη καλύπτει μια περίοδο 60 και πλέον ετών με δύο χρονολογίες-ορόσημα, από τη μεταφορά δηλαδή της πρωτεύουσας του νεοσύστατου κράτους στην Αθήνα μέχρι και τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Σ' όλο σχεδόν τον αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό «βίο» της Αθήνας κατά τον 19ο αιώνα οι προσπάθειες που έγιναν, εμπεριείχαν εκείνα ακριβώς τα στοιχεία με τα οποία διαφωνούσαν οι επίτροποι της ελληνικής αντιπροσωπείας το 2002: κρατική κηδεμονία, ως αποτέλεσμα των εννοιών έθνος, νόμος και κυβέρνηση που είχαν διαμορφώσει -βοηθούντος και του Διαφωτισμού- τη νέα αστική συνείδηση, μίμηση προτύπων εισαγόμενων εξ Εσπερίας, αφού το «ανήκομεν εις την Δύσιν» ήταν από τότε ο κυρίαρχος πολιτικός προσανατολισμός, αυστηρά γεωμετρικό ορθολογισμό που θα εγγυάται την απρόσκοπτη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα μιας πόλης - μηχανής και φυσικά, υπόμνηση του ένδοξου παρελθόντος με την απτή κτηριακή παρουσία του νεοκλασικισμού, όπως τον εξύμνησε θεωρητικά ο Βίνκελμαν και τον ενίσχυσε πρακτικά η Αρχαιολογία ως επιστήμη. Για την Ελλάδα και την Αθήνα ειδικότερα, η «ορατή» αποκατάσταση της ιστορικής συνέχειας μέσα από ιωνικούς κίονες, ζωφόρους και αετώματα ανατέθηκε ως επί το πλείστον σε ξένους αρχιτέκτονες. Η εικόνα που είχαν μέχρι τότε βασιζόταν στις περιγραφές των περιηγητών, όπου οι αχνές νησίδες πραγματικότητας υπερκαλύπτονταν από το μετείκασμα του περασμένου μεγαλείου. Αυτό επιδίωξαν να αναστήσουν αρχαιολάτρες Γερμανοί της κουστωδίας του Οθωνα (Τσίλερ, Σίνκελ, Κλέντσε, Βάιλερ), διάφοροι ευρωπαίοι ρομαντικοί, όπως οι αδελφοί Θεόφιλος και Χριστιανός Χάνσεν από τη Δανία, ο Γάλλος Φρανσουά Μπουλανζέ και οι Ελληνες Σταμάτης Κλεάνθης και Λύσανδρος Καυταντζόγλου. Ο Κλεάνθης, που μαζί με τον Σάουμπερτ ανέλαβαν τον πολεοδομικό σχεδιασμό, όφειλαν να λάβουν υπόψη τους τη σαγήνη των αρχαίων ερειπίων και τη μελλοντική δόξα του νέου βασιλείου. Ο σχεδιασμός τοποθετεί το κέντρο του άστεως όχι πλέον στην Πνύκα ή στην Αγορά, αλλά στην πλατεία Ομονοίας, που μέσω της οδού Αθηνάς έχει θέα την Ακρόπολη, ενώ και οι άλλοι κεντρικοί δρόμοι από την πλατεία εξακτινώνονται και σ' αυτή συγκλίνουν. Ζάππειο, Αρχαιολογικό Μουσείο, Πολυτεχνείο, Εθνικό Θέατρο, Ακαδημία, Πανεπιστήμιο, Αστεροσκοπείο, Εθνική Βιβλιοθήκη, Ιλίου Μέλαθρον, Αρσάκειο ήταν μια βιτρίνα ευρωπαϊκών προδιαγραφών, που εξυπηρετούσε περισσότερο τα μεγαλεπήβολα όνειρα των πολιτικών και των μεγαλοαστών και λιγότερο τις ανάγκες των υπόλοιπων κοινωνικών στρωμάτων. Εξάλλου, στη χρηματοδότηση αυτών των κτηρίων συχνά συμβάλλουν Ελληνες κεφαλαιούχοι του εξωτερικού, που βλέπουν την αστικοποίηση - εκσυγχρονισμό ως μια κοινωνική και εθνική αποστολή. Ενας εκσυγχρονισμός που τυπικά και μόνο διατηρεί τη διάκριση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, που δίνει ονόματα στους δρόμους αγνοώντας τα ποσοστά αναλφαβητισμού των κατοίκων που δεν ξέρουν να τα διαβάσουν, που νοθεύει το λαϊκό στοιχείο ή, στην καλύτερη περίπτωση, το αναγορεύει σε φετίχ του οποίου έχει την αποκλειστική διαχείριση. Ο Ροΐδης επισημαίνει με καυστικό τρόπο «την επικρατήσασα και βαθμηδόν κορυφωθείσα δυσαναλογία μεταξύ της οικοδομικής πολυτελείας και της περί πάντα τα λοιπά πενιχρότητος και ανεπαρκείας. Το Ζάππειο σε σχέση με τα εκθέματά του αποδεικνύει ότι βιομηχανία στην Ελλάδα δεν υπάρχει, αλλά «δύο-τρεις ξυλουργοί δυνάμενοι να κατασκευάσωσι επίχρυσα ή γλυπτά έπιπλα εις τιμήν διπλασίαν της γαλλικής.{...} Αι μόναι της τοιαύτης δυσαναλογίας εξαιρέσεις, τα μόνα δηλαδή κτήρια εις τα οποία επικρατεί πλήρης μεταξύ περιέχοντος και περιεχομένου αρμονία, είναι τα μπακαλικά και τα δύο χάρβαλα, τα χρησιμεύοντα ως υπουργεία των Οικονομικών και της Παιδείας». Το συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει αβίαστα από το βιβλίο της Ελένης Μπαστέα, είναι ότι η Αθήνα κατά τον 19ο αιώνα υπήρξε πεδίο εφαρμογής μιας αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής αποικιοκρατίας, ωστόσο με τρόπο εξευγενισμένο και διακριτικό, ίσως επειδή όλοι αναγνώριζαν σ' αυτήν το σύμβολο του αψεγάδιαστου κάλλους, την πόλη - καθρέφτη όπου ο σύγχρονος Ευρωπαίος έβλεπε το εξιδανικευτικό του είδωλο.

* *Ελληνική Αρχιτεκτονική Εταιρεία

Αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα

επιστημονική επιμέλεια: Ελένη Φεσσά- Εμμανουήλ

εκδόσεις Ποταμός, 50 ευρώ

Τη σκυτάλη για την ιστορία της Αρχιτεκτονικής παίρνει η μελέτη της Ελένης Φεσσά - Εμμανουήλ, η οποία καταγράφει τα έργα των 50 πρώτων μελών της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής Εταιρείας. Εδώ ο παραστατικός δοκιμιακός λόγος αντικαθίσταται, λόγω της φύσης του αντικειμένου, από την επιστημονική τεκμηρίωση και την αρχειακή έρευνα, ώστε να περιληφθούν κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικά κτήρια, κυρίως της Αθήνας και λιγότερο των άλλων ελληνικών πόλεων. Το χρονικό διάστημα που εξετάζεται ξεκινά από τις αρχές του 20ού αιώνα και φτάνει χοντρικά μέχρι τη δεκαετία του '60. Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι το ελληνικό κράτος εξέρχεται από την «αρχαϊκή» του περίοδο και επιδιώκει να συμπορευθεί με τα ευρωπαϊκά ρεύματα. Ετσι παρατηρείται μια υποχώρηση του νεοκλασικού ρυθμού και η εμφάνιση κτηρίων με προφανείς επιρροές από την art nouveau, την art deco και φυσικά την αιχμή του δόρατος του μοντερνισμού, που δεν είναι άλλη παρά η Σχολή Bauhaus. Η μεγαλύτερη άνθηση της αρχιτεκτονικής δραστηριότητας, τόσο σε ποικιλία αισθητικών τάσεων όσο και σε γεωγραφική έκταση, σημειώνεται κατά τον Μεσοπόλεμο. Οπως παρατηρεί η συγγραφέας, «η ώσμωση της αρχιτεκτονικής νεωτερικότητας στην Ελλάδα επιταχύνεται μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν η χρεοκοπία της Μεγάλης Ιδέας και η ζοφερή πραγματικότητα των ομογενών προσφύγων επιβάλλουν ρεαλιστικές και σύγχρονες λύσεις». Οι αρχιτέκτονες που μετέφεραν τις γνώσεις τους από τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια σε κατοικίες για τους εύπορους Ελληνες παλιννοστούντες και σε κτήρια ιδιωτικών συμφερόντων, τώρα καλούνται να υπηρετήσουν τις κρατικές ανάγκες και τα πολιτικά προγράμματα. Ετσι, πολυκατοικίες και προσφυγικοί συνοικισμοί, σχολεία ενταγμένα στο φιλόδοξο κτηριακό πρόγραμμα του Γ. Παπανδρέου ως υπουργού Παιδείας, τουριστικά περίπτερα και νοσοκομεία, καινούρια θέατρα και πνευματικά ιδρύματα καθώς και αναπλάσεις χώρων, αρχαιολογικών και μη, τόσο στην Αθήνα όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, δίνουν τη δυνατότητα στους έλληνες αρχιτέκτονες να πειραματιστούν πάνω σε αμιγείς μοντερνιστικές φόρμες ή να αναζητήσουν μορφοπλαστικές λύσεις που να εναρμονίζονται με τις εγχώριες συνθήκες. Μεταπολεμικά η ουτοπία του μοντερνισμού -έστω με τις ήπιες ελληνικές εκδοχές του- σταδιακά φθίνει, κάτω από την πίεση της ανοικοδόμησης και τα νέα δεδομένα της τουριστικής και βιομηχανικής ανάπτυξης.

Αυτό που καταφέρνει η καταγραφή της Ελένης Φεσσά-Εμμανουήλ είναι να αποκαταστήσει την (χαμένη;) τιμή του αρχιτεκτονικού επαγγέλματος. Να δώσει στα κτήρια που προσπερνάμε βιαστικά την ιστορική και αισθητική τους ταυτότητα, την υπογραφή που σβήστηκε και να βοηθήσει τον αναγνώστη να φυλλομετρήσει, μαζί με τις σελίδες, τις ρωγμές και τις ρυτίδες που τους άφησε ο χρόνος. Στην είσοδο μιας πολυκατοικίας στα Εξάρχεια (Αραχώβης και Θεμιστοκλέους), ο Λε Κορμπιζιέ είχε γράψει «C' est beau», εκφράζοντας τον θαυμασμό του για τη συνθετική τόλμη του Κυριακούλη Παναγιωτάκου και το βαθύ μπλε με το οποίο είχε χρωματίσει όλες τις όψεις της ο ζωγράφος Σπύρος Παπαλουκάς. Σήμερα, η μπλε πολυκατοικία είναι λευκή σαν όλες τις άλλες, ένα λευκό ανώνυμο και παγερό σαν το βλέμμα των ανυποψίαστων περαστικών. Εκείνοι πάντως που θα σκύψουν προσεκτικά στο πλούσιο όσο και σπάνιο φωτογραφικό υλικό, καρπό πολύχρονης έρευνας και ζήλου, θα μάθουν πως αρχιτέκτονες, όπως οι Δ. Πικιώνης, Ι. Δεσποτόπουλος, Ε. Βουρέκας, Ε. Λαζαρίδης, Γ. Θεοδωρίδης, Κ. Μπίρης, Π. Καραντινός, Κ. Κιτσίκης, Σ. Κυδωνιάτης, Π. Σακελλάριος κ.ά, φρόντισαν με τα έργα τους να λαμπρύνουν τις ελληνικές πόλεις, αλλά όχι μόνον αυτό. Οπως έλεγε και ο Περικλής στον Επιτάφιο, έχτισαν και «ευπρεπή ιδιωτικά οικήματα, η δε ευχαρίστηση την οποία καθημερινά απολαμβάνουμε απ' όλα αυτά, διώχνει τη μελαγχολία».

Τα σημερινά μας σπίτια μπορεί να μη διώχνουν τη μελαγχολία, τα βιβλία όμως με θέμα την Αρχιτεκτονική, που όλο και πληθαίνουν τον τελευταίο καιρό, διώχνουν σίγουρα τη λήθη. Επιβεβαιώνουν, επίσης, τη φράση ενός άλλου σπουδαίου αρχιτέκτονα, του Δημήτρη Φατούρου: «Ενα κτήριο δεν τελειώνει ποτέ. Είναι non finito. Η Αρχιτεκτονική οργανώνει τα όρια του φόβου».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο «θάνατος του Θεού» και το θεϊκό της αυθυπέρβασης
Λαπαθιώτης αυτοβιογραφούμενος
Ρητορική δωματίου
Ο πανικός της λευκής σελίδας
Το εργοστάσιο των συναισθημάτων
Χωρίς θεό πάνω από τη Νέα Υόρκη
Το ενιαίο της ανθρώπινης φύσης και η ατέρμονη ποικιλομορφία του πολιτισμού
Η καταστροφή της νηοπομπής «PQ-17»
Πιο κοντά στο αίμα παρά στο μελάνι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο «θάνατος του Θεού» και το θεϊκό της αυθυπέρβασης
Λαπαθιώτης αυτοβιογραφούμενος
Αρχιτεκτονικές φαντασμαγορίες και ιδεολογικά κάτοπτρα
Ρητορική δωματίου
Ο πανικός της λευκής σελίδας
Το εργοστάσιο των συναισθημάτων
Χωρίς θεό πάνω από τη Νέα Υόρκη
Το ενιαίο της ανθρώπινης φύσης και η ατέρμονη ποικιλομορφία του πολιτισμού
Η καταστροφή της νηοπομπής «PQ-17»
Πιο κοντά στο αίμα παρά στο μελάνι
Από τις 4:00 στις 6:00
Κάθε μέρα έχει τα τραγούδια της...
Δικαίωση μετά τη διάλυση των Beatles
Προδημοσίευση
Graffitto
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
The Word Express Project