Έντυπη Έκδοση

Ρητορική δωματίου

Λένα Κιτσοπούλου

Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.

εκδόσεις Κέδρος, σ. 82, 8,50 ευρώ

Αν αισθάνεσαι «σκατά» μπορείς απλώς να πάρεις «Σ.Κ.Α.Τ.Α.», θαυματουργό χάπι, το οποίο, σύμφωνα με το αρκτικόλεξο, υπόσχεται: «Στενοχώρια Καταπολεμείται Αμέσα, Τέλος Αρνητισμού». Η ηρωίδα της Λένας Κιτσοπούλου, αν και οραματίζεται με δυσήνια φαντασία έναν κόσμο όπου σκευάσματα παρανοϊκών φαρμακοβιομηχανιών θα ευαγγελίζονται την ψυχική αφασία, αποποιείται την ευτυχία, το άγιο δισκοπότηρο της σημερινής εποχής, και μαζί το συναφές πρόταγμα της θετικής ενέργειας. Υποψήφιο πτώμα σε ένα χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου, αγκιστρώνεται πεισματικά στη μελαγχολία της, προβάλλοντας με προκλητικό σπαραγμό την απουσία αιτίων για τη θρηνητική της διάθεση. Η δυστυχία της έχει υφανθεί πάνω στον κολλώδη ιστό της μετριότητας. Μέτρια πάθη, μέτριες επιτεύξεις, μέτριες προσδοκίες, μέτρια γέλια, μέτρια δάκρυα, μέτρια αγκαλιάσματα, έχουν όλα υποστασιοποιηθεί σε μια απροσμάχητη κούραση. Μια κούραση που στα 37 της χρόνια καθηλώνει την ηρωίδα μπροστά στη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., μια ελάχιστη επαγγελία σε μορφή χαπιού. Η υποκοριστική του ονομασία απάδει προς τη θεραπευτική του δράση, χάρη στην οποία ο πάσχων μετοικεί εντός πέντε λεπτών στον άλλο κόσμο. Ιδού το ευφραντικό μήνυμα της ψυχοπομπού Μαιρούλας: «Μην Αντιστέκεσαι, Ισοπεδώσου, Ρίξε Ολοκληρωτικό Υπνο, Λυτρώσου, Αυτοκτόνα». Η γελοιότητα του φαρμάκου συντονίζεται τέλεια με την κατάθλιψη που αυτό εγγυάται να καταπολεμήσει, «όχι αυτή τη μοδάτη και μπανάλ κατάθλιψη που τη χρυσοπληρώνεις με τα ευρουλάκια σου», αλλά μια μίζερη εκδοχή της, την οποία η ηρωίδα στην εναρκτήρια φράση του βιβλίου περιγράφει λακωνικά: «Δεν είμαι πολύ στα καλά μου». Προτού όμως καταπιεί τον θάνατό της, η αφηγήτρια της Κιτσοπούλου διατρέχει με θυμό την κενότητα του σύγχρονου τρόπου ζωής, στοιχειοθετώντας με την αμφίβολη διαύγεια του καταθλιπτικού της βλέμματος μια «κωμικοτραγική φιλοσοφία ζωής», της οποίας ομφαλός είναι ασφαλώς η ίδια η φιλόσοφος. Μια φιλοσοφία οικιακής χρήσεως.

Οσο ο σαρκασμός της ηρωίδας στρέφεται με σφοδρότητα προς τον εαυτό, μέσα του αντιβουίζει ένας άλεκτος λυγμός. Ο λόγος της δεν υποκρύπτει την παραμικρή πρόθεση επιείκειας απέναντι στο πλάσμα που εκείνη κατάντησε να είναι. Αντιθέτως, ο θυμός της εκπορεύεται από το αβυσσαλέο ρήγμα που χωρίζει την προσδοκώμενη αυτοαντίληψη από την αληθινή όψη του προσώπου της. Κυρίως όμως θυμώνει αναλογιζόμενη τον ενδεχόμενο συμβιβασμό της με ό,τι άλλοτε απαξίωνε. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε μια ήττα αδιανόητη για τη φιλαυτία της. «Αυτό που παλιότερα με απωθούσε σαν στάση ζωής, έφτασε η ώρα να το εκτιμήσω αρκετά και, το χειρότερο από όλα, να το έχω και ανάγκη». Παρ' όλα αυτά, υπάρχει κάποιο περιθώριο αντίστασης, έστω και αν πρέπει να αναζητηθεί στην ανυπαρξία.

Ολη η ρητορική της, περιβεβλημένη πρόχειρα το ντύμα του μηδενισμού, εκφράζει μια ανέλπιδη ικεσία για λίγο νόημα. Μια ικεσία που επικαλείται ακόμα και τον «άγιο» πάτο, καθώς μόνο μια συντριπτική πτώση θα μπορούσε να έχει την επίδραση της άνωσης. Εκείνη όμως βηματίζει ψυχαναγκαστικά πάνω σε μία ευθεία που τις περισσότερες φορές καταλήγει να παίρνει το σχήμα του διαμερίσματός της. Είναι συνεπώς δέσμια μιας ανακυκλούμενης διαδρομής που δεν την πάει πουθενά, στερώντας της ακόμα κι εκείνο το μικρό βήμα που θα την έριχνε στον γκρεμό. Δέσμια επίσης ενός σπιτιού όπου όλες οι ασφάλειες έχουν καεί επειδή η ένοικος έκανε το λάθος να ανάψει ολόκληρη. Ξαπλωμένη στον καναπέ, ναρκισσεύεται με τη μεμψιμοιρία της. «[...] δημιουργώ ένα περίστροφο με το χέρι μου, σηκώνοντας κάθετα τον αντίχειρά μου και τεντώνοντας τον δείκτη μου ευθεία μπροστά, με την ελπίδα να σκοτώσω τον χρόνο μου». Βέβαια για τον φόνο που κυρίως προσδοκά, δηλαδή τον δικό της, χρησιμοποιεί τα άσφαιρα πυρά αυτοκαταστροφικών ονειροπολήσεων. «Μπαμ. Το δαχτυλένιο μου περίστροφο εκπυρσοκροτεί μία αόρατη σφαίρα στο κεφάλι μου». Κατά πάσα πιθανότητα όταν τα δάχτυλά της εκπυρσοκροτούν η ηρωίδα βλέπει με φιλαρέσκεια τον εαυτό της να πέφτει νεκρός σε ένα φαντασιακό πεδίο μάχης, για να εναποτεθεί κατόπιν σε ένα μνήμα δοξαστικό, αντιστρόφως ανάλογο της ζωής της. Ενας αφανισμός αναίμακτος, προσομοίωση θανάτου. Ακόμα και τις στιγμές που η φωνή της σπάει από απόγνωση, η παραφορά της παραμένει νυσταλέα, η κατατονία σβήνει τον ήχο από τους κλαυθμυρισμούς της. Η απελπισία δεν την εμποδίζει να συλλάβει την υποβόσκουσα σε αυτήν φαιδρότητα: «Ουρλιάζω μέσα σε τρομερή υπνηλία, ουρλιάζω μέσα μου και απ' έξω μου χασμουριέμαι». Μέσα στο διαμέρισμά της, που την αποκλείει από οτιδήποτε θα μπορούσε να της συμβεί, εξαλείφοντας έτσι τη σημασία οιασδήποτε αναμονής, ακόμη και ένας σεισμός θα ήταν καλοδεχούμενος και τότε εκείνη θα ανέβαζε ενθουσιασμένη τους βαθμούς στην κλίμακα Ρίχτερ με το τηλεκοντρόλ. Ομως πέραν της υστερικής ενδοσκόπησής της, τίποτε άλλο δεν διαταράσσει την ακινησία των τεσσάρων τοίχων, το φρούριο άχρηστων ημερών, ενώ από το ματάκι της πόρτας δεν διακρίνονται παρά κηδειόσημα.

Η ηρωίδα της Κιτσοπούλου αρνείται να αποδεχτεί την ανεπάρκεια της υπαρξιακής της συνθήκης, αν και συνειδητοποιεί ότι δεν ξέρει τι ακριβώς της λείπει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι τα απλήρωτα κενά που χαίνουν ολόγυρά της, της δημιουργούν την εντύπωση μιας ζωής λίγης. Δεν μπορεί να πιστέψει ότι «αυτά είναι, αυτά έχει, δεν έχει άλλα». Δεν θέλει να φτάσει στο σημείο να νιώθει ευγνωμοσύνη για τα ολίγιστα που της αναλογούν. Θέλει να πιστέψει ξανά σε κάτι με την ένταση της παρελθούσης «απολυτοσύνης» της. Αρνείται να εντρυφήσει σε «αυτό το μπεστ σέλερ που λέγεται ισορροπία», δεν θέλει πια να δείχνει κατανόηση χαμογελώντας συγκαταβατικά. Θέλει να κατεβεί επιτέλους από το πλοίο για την Ιθάκη, γιατί το ταξίδι τη ζαλίζει και οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες της ψυχής της δεν της επιφυλάσσουν, το ξέρει καλά, καμία ανταμοιβή.

Οιστρηλατούμενη από την οργή της η ηρωίδα νιώθει υποχρεωμένη να δει τον εαυτό της εν τω μέσω ενός κοινωνικού περίγυρου, εξίσου ελεεινού με την ύπαρξή της, αν όχι υπόλογου γι' αυτήν, τον οποίο κατοπτεύει μέσα από το ιδιόχειρο φιλοσοφικό της πρίσμα. Τότε ο λόγος της μετατρέπεται σε αντηχείο μιας κοινότοπης μουρμούρας, η καυστική χροιά της οποίας (στραγγισμένη από τη λεπτολογία του χιούμορ) την κάνει εξαιρετικά απωθητική. Εξαλλη από θυμό για την ευτέλεια που την παραμονεύει παντού, περιγελά τα πάντα, διυλίζοντας από την καθημερινότητα ένα φαιδρολόγημα. Αν η Κιτσοπούλου βλέπει την ηρωίδα της ναυαγισμένη σε έναν χείμαρρο ασημαντότητας, δεν κατορθώνει, από την άλλη, να τη δείξει ευφυέστερη όλων όσα απορρίπτει. Καγχάζοντας τις επιταγές της σημερινής κοινωνίας, που αφαιρούν κάθε νόημα από την ανθρώπινη ζωή, αναπαράγει ό,τι αντικρίζει σε αυτό το κοινωνικό περιβάλλον, δηλαδή το τίποτα. Ομως τα κλειστά μάτια δεν μπορούν να επαίρονται για διεισδυτικότητα, ενώ ποτέ όταν είναι ανοιχτά δεν αντιμετρούνται απλώς με το τίποτα, οσοδήποτε περιορισμένη και αν είναι η προοπτική. Ψάλλοντας την «ωδή στο τίποτα», η ηρωίδα της Κιτσοπούλου εγκολπώνεται την ανοησία που ο λόγος της προσποιείται ότι παρωδεί. Μολονότι η ίδια δεν νιώθει προφανώς κομμάτι αυτού του τιποτένιου κόσμου, αποτυγχάνει να προβάλει τη διαφοροποίησή της, κάποιο σημείο απόκλισης. Αποδυόμενη στη ρητορική δωματίου συνθέτει μια γελοιογραφία της σύγχρονης ζωής, όπου εκείνο που μειώνεται πρώτα από όλα είναι η ίδια η γελοιογράφος. Ολος ο στόμφος της περιφρόνησής της εξαντλείται σε περιπαικτικά ευφυολογήματα, τα οποία ζήτημα αν αξίζουν έστω κι ένα μειδίαμα. Σε μια κρίση ευθυμίας, λόγου χάριν, η πρωταγωνίστρια φαντασιώνει έναν τερπνό κόσμο, όπου η λέξη «πόνος» θα αντιστοιχεί σε ένα γαϊδούρι με «πι», ενώ αλλού επιχειρεί την αποδόμηση της παροιμίας «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα». Το αφήγημα γέμει ανάλογων πνευματωδών αναλαμπών.

Πολύ χειρότερες από την οιονεί κοινωνιολογική κριτική, είναι οι καταληκτικές σελίδες του βιβλίου, όπου η Κιτσοπούλου μετατοπίζει την ηρωίδα από μια γελοία ζωή σε έναν γελοίο θάνατο. Κατ' αρχάς η ψυχή τής αυτόχειρος αδυνατεί να υπηρετήσει τον χριστιανισμό, όπως εμπνευσμένα υποστηρίζει η συγγραφέας, και να φτεροκοπήσει μακριά από το άψυχο σώμα, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί στο φέρετρο. Η ευθυμία της συγγραφέως παροξύνεται όταν φέρνει τη θανούσα ενώπιον μιας καρικατούρας Αγίου Πέτρου, ο οποίος την ξυλοφορτώνει ανηλεώς για το κρίμα της. Στον Αδη ωστόσο η ηρωίδα θα αισθανθεί ύστερα από πολύ καιρό το βάρος μιας αδήριτης επιθυμίας, της επιστροφής στη ζωή, αλλά δυστυχώς δεν προνόησε να αναζητήσει στις πολυμήχανες φαρμακοβιομηχανίες του μυαλού της το αντίδοτο της Μαιρούλας. Αδρανοποιημένη τελεσίδικα η βούλησή της, δεν της επιτρέπει να κάνει τίποτε άλλο από το να ενωθεί με τους γλεντοκόπους του κάτω κόσμου, βαρώντας παλαμάκια στις πενιές ενός κίβδηλου Τσιτσάνη.

Η κακοφωνία από τα μεταθανάτια «όπα» και τα μεταμοντέρνα χαχανητά («Χι Αλφα, Χι Αλφα, Χι Αλφα») για την κατάντια των επιγείων, μετριάζεται από τις πράγματι συγκινητικές αντηχήσεις στις σελίδες της αρχικής ομολογίας της αφηγήτριας. Μια απλοϊκή αλήθεια, η οποία έχει πολλάκις βρεθεί και θα βρίσκεται πάντα στα χείλη απειράριθμων ομοιοπαθών. «Δεν είμαι πολύ στα καλά μου, εδώ και καιρό».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο «θάνατος του Θεού» και το θεϊκό της αυθυπέρβασης
Λαπαθιώτης αυτοβιογραφούμενος
Αρχιτεκτονικές φαντασμαγορίες και ιδεολογικά κάτοπτρα
Ο πανικός της λευκής σελίδας
Το εργοστάσιο των συναισθημάτων
Χωρίς θεό πάνω από τη Νέα Υόρκη
Το ενιαίο της ανθρώπινης φύσης και η ατέρμονη ποικιλομορφία του πολιτισμού
Η καταστροφή της νηοπομπής «PQ-17»
Πιο κοντά στο αίμα παρά στο μελάνι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο «θάνατος του Θεού» και το θεϊκό της αυθυπέρβασης
Λαπαθιώτης αυτοβιογραφούμενος
Αρχιτεκτονικές φαντασμαγορίες και ιδεολογικά κάτοπτρα
Ρητορική δωματίου
Ο πανικός της λευκής σελίδας
Το εργοστάσιο των συναισθημάτων
Χωρίς θεό πάνω από τη Νέα Υόρκη
Το ενιαίο της ανθρώπινης φύσης και η ατέρμονη ποικιλομορφία του πολιτισμού
Η καταστροφή της νηοπομπής «PQ-17»
Πιο κοντά στο αίμα παρά στο μελάνι
Από τις 4:00 στις 6:00
Κάθε μέρα έχει τα τραγούδια της...
Δικαίωση μετά τη διάλυση των Beatles
Προδημοσίευση
Graffitto
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
The Word Express Project