Έντυπη Έκδοση

Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς

Σαν χέλι γλίστρησε το ψηφοδέλτιο στην κάλπη, σε μια πατρίδα που την τρέφουν λιμνοθάλασσες. Στον φούρνο είχαμε αφήσει αληθινά χέλια να σιγοψήνονται με πατάτες και σκορδάκια λαδορίγανη, βαλμένα στο ταψί με ευνομία, τάξη και ασφάλεια, κι αφού πρώτα τους είχαμε αφαιρέσει το μέρος εκείνο που έκανε τους ειδικευμένους στην Ιχθυολογία επιστήμονες να τα κατατάξουν στην κατηγορία των λεπτοκεφάλων.

Τι επικίνδυνοι που είναι οι συνειρμοί... Να σας εξηγήσουμε: Ευνομία θα πει και «τήρηση των κανόνων, των νόμων της τέχνης»· κι εμείς, πολύ καλλιτεχνικά τ' απλώσαμε τα χέλια μας μες στο ταψί. Τάξη θα πει και «σειρά» και «διευθέτηση»· κι εμείς, σε σειρά τοποθετήσαμε τα χέλια και ανάμεσά τους διευθετήσαμε ισόποσα πατάτες και σκορδάκια. Τέλος, ασφάλεια θα πει και «σιγουριά» και «μη ολισθαίνειν»· κι εμείς, τα χέλια μας τα σιγουρέψαμε, να μην ολισθήσουν και προκαλέσουν και κανένα βραχυκύκλωμα.

Γιατί, χωρίς ηλεκτρισμό, πώς θα ψάχναμε για χέλια στη βιβλιοθήκη μας; Ο καλός μας δεν είναι ούτε ηλεκτρολόγος ούτε ιχθυολόγος για να βοηθήσει. Ευνομία, λοιπόν, και τάξη και ασφάλεια: τρεις αναγκαιότητες σε μία, όταν πρόκειται για χέλια με πατάτες και σκορδάκια λαδορίγανη στον φούρνο.

Εν τω μεταξύ, οι έρευνες απέδειξαν ότι τα χέλια στη βιβλιοθήκη μας τα είχε βάλει ο Χούλιο Κορτάσαρ. Ιδού τα αδιάσειστα στοιχεία! Εστω και αποσπασματικά, Η πρόζα του παρατηρητηρίου1 θα σας πείσει:

...................

Αξιότιμη κυρία Μπωσό,/ Απόψε είδα το ποτάμι των χελιών/

Ημουν στο Τζαϊπούρ και στο Δελχί/ Είδα τα χέλια στη rue du Dragon του Παρισιού,/

Κυρία Μπωσό, αξιότιμη κυρία Μπωσό, σας γράφω για μια φυλή/ που κατοικεί στον πλανήτη και που η επιστήμη θέλει να υπηρετήσει,/ αλλά κοιτάχτε, κυρία Μπωσό, η γιαγιά σας φάσκιωνε το μωρό της,/ το έφτιαχνε μια μικρή μούμια που κλαψούριζε/ επειδή το μωρό ήθελε να κινείται, να παίζει, να αγγίζει το φύλο του,/ να είναι ευτυχισμένο με το δέρμα του και τις μυρωδιές του/ και το γαργάλημα από τον αέρα

Το γράμμα αυτό θα ενσπείρει στην κυρία Μπωσό τη φριχτή υποψία/ ότι οι βροντόσαυροι ξέρουν να γράφουν, γι' αυτό ένα ευγενικό υστερόγραφο,/ για να μη με παρανοήσετε, αγαπητή κυρία, τι θα κάναμε χωρίς εσάς,/ χωρίς την Κυρία Επιστήμη, μιλάω σοβαρά, πολύ σοβαρά, όμως υπάρχει επίσης/ και το ύπαιθρο, η κοκκινομάλλα νύχτα, οι μονάδες του υπέρμετρου,/ το χαρακτηριστικό παλιάτσου και ακροβάτη και υπνοβάτη του μέσου πολίτη,/ το γεγονός ότι κανένας δε θα τον πείσει πως τα ακριβή του όρια είναι/ ο ρυθμός της πιο ευτυχισμένης πόλης ή της πιο ευχάριστης εξοχής· το σχολείο/ θα κάνει τα δικά του, και ο στρατός και οι ιερείς, όμως αυτό που εγώ ονομάζω/ χέλι ή Γαλαξία διανυκτερεύει σε κάποια μνήμη της φυλής, σε ένα γενετικό/ πρόγραμμα που δεν υποπτεύεται ο καθηγητής Φονταίν, κι ως εκ τούτου/ η επανάσταση στην ώρα της, η εφόρμηση κατά του αντικειμενικά εχθρού/ ή ποταπού, η παραληρηματική γροθιά για να ρίξει κάτω τη σάπια πόλη,/ ως εκ τούτου τα πρώτα στάδια της σύγκρουσης με τον ολόκληρο άνθρωπο./ Κι ωστόσο εκεί μέσα κρύβονται ξανά η Κυρία Επιστήμη και η ακολουθία της,/ η ηθική, η πόλη, η κοινωνία: ίσα που κερδήθηκε το δέρμα, η όμορφη επιφάνεια/ στο πρόσωπο και στα στήθη και στους μηρούς, η επανάσταση είναι μια θάλασσα/ από σιτάρι στον άνεμο, ένα σάλτο στον γάντζο πάνω στην αγορασμένη/ και πουλημένη ιστορία, όμως ο άνθρωπος που βγαίνει στο ύπαιθρο/ αρχίζει να υποπτεύεται το παλιό μες στο καινούριο, σκοντάφτει πάνω/ σ' αυτούς που εξακολουθούν να βλέπουν τους σκοπούς στα μέσα, αντιλαμβάνεται/ ότι σ' αυτό το τυφλό σημείο του ματιού του ανθρώπινου ταύρου κρύβεται/ ένας ψευδής ορισμός του είδους, ότι τα είδωλα επιζούν κάτω από άλλες ταυτότητες, εργασία και πειθαρχία, ζήλο και υπακοή, έρωτα νομοθετημένο, παιδεία για Α, Β και Γ, δωρεάν και υποχρεωτική· αποκάτω, μέσα, στη μήτρα της κοκκινομάλλας νύχτας,/ άλλη επανάσταση πρέπει να περιμένει τον καιρό της όπως τα χέλια κάτω από/ τα σάργασα2. Φτάνοντας σ' εκείνη είναι επίσης μαύρο ερπετό φυγής· αργά/ σκαλοπάτια προς την εξέδρα όπου μονομαχεί το αστρικό μούσκλι, ασημί ερπετό/ επιστροφής, γονιμοποίησης, ωοτοκίας και θανάτου και πάλι μαύρο ερπετό, πορεία προς/ τις πηγές των ποταμών, διαλεκτική επιστροφή εκεί όπου πληρούται ο κοσμικός ρυθμός·/ χρησιμοποιώ συνειδητά τις πιο λεκιασμένες λέξεις από τη ρητορεία, το κέρδισα/ με πολλούς τρόπους το δικαίωμα να λάμψουν εδώ όπως λάμπει ο υδράργυρος/ των χελιών και το ιλιγγιώδες ηλιοτρόπιο στις μηχανές του Τζάι Σινγκ. Ακόμα είναι/ καιρός των σαργάσων, ατελών ανταρτοπόλεμων που καθαρίζουν το βουνό χωρίς/ ο μαχητής να καταφέρει να δει μια ολότητα ουρανού και θάλασσας και γης./ Σε κάθε δέντρο αίματος κυκλοφορούν σιωπηλά τα κλειδιά της συμμαχίας/ με το ύπαιθρο, αλλά ο άνθρωπος δίνει και παίρνει το αίμα, πίνει και χύνει το αίμα/ μέσα σε κραυγές του παρόντος και ξανακυλίσματα του παρελθόντος, και λίγοι/ θα νιώσουν να περνάει απ' τους σφυγμούς τους το κάλεσμα της κοκκινομάλλας νύχτας·/ οι λίγοι που θα βγουν για να τη δουν θα αποβιώσουν κρεμασμένοι σε τόσους/ πασσάλους, με τα δέρματά τους θα φτιάξουν λάμπες κι από τις γλώσσες τους/ θα ξεριζώσουν ομολογίες· τόσο ο ένας όσο κι ο άλλος θα δώσουν μαρτυρία/ για χέλια και για αστέρια, για συναντήσεις εκτός του νόμου της πόλης,/ για αντάμωμα στα σταυροδρόμια όπου γεννιούνται τα μονοπάτια στον ανήφορο/ του χρόνου. Ομως αν ο άνθρωπος είναι ο Ακταίων κυνηγημένος από τα σκυλιά/ του παρελθόντος και τα συμμετρικά σκυλιά του μέλλοντος, σκιάχτρο ξεσκισμένο/ από δαγκωματιές που παλεύει με μια διπλή αγέλη, κατασακατεμένος και χύνοντας/ στάλα στάλα τη ζωή, μόνος απέναντι σ' έναν κατακλυσμό κυνοδόντων, ο Ακταίων/ θα επιζήσει και θα γυρίσει στο κυνήγι ώς την ημέρα που θα συναντήσει την Αρτεμη/ και θα την κάνει δική του κάτω από τις φυλλωσιές, θα της αρπάξει μια παρθενία/ που πια καμιά φωνή δεν υπερασπίζεται, Αρτεμη η ιστορία του εκτοπισμένου και/ καταργημένου ανθρώπου, Αρτεμη η εχθρική ιστορία με τα σκυλιά της της παράδοσης/ και της εντολής, με τον καθρέφτη της παραλαμβανομένων ιδεών που προβάλλει/ στο μέλλον τους ίδιους κυνόδοντες και τα ίδια σάλια, και που ο κυνηγός/ θα κομματιάσει όπως κομματιάζει τη δεσποτική παρθενία του για να υψωθεί γυμνός/ και ελεύθερος και να βγει στο ύπαιθρο, στον τόπο του ανθρώπου την ώρα/ της αληθινής του επανάστασης από μέσα προς τα έξω και από έξω προς τα μέσα./ Ακόμα δεν έχουμε μάθει να κάνουμε έρωτα, να εισπνέουμε τη γύρη της ζωής,/ να αφαιρούμε από τον θάνατο το ένδυμά του των ενοχών και των χρεών· ακόμα/ υπάρχουν πολλοί πόλεμοι μπροστά, Ακταίωνα, οι κυνόδοντες θα καρφωθούν ξανά/ στους μηρούς σου, στο μόριό σου, στο λαιμό σου· ακόμα δεν έχουμε βρει το ρυθμό/ του μαύρου ερπετού, είμαστε στο σκέτο δέρμα του κόσμου και του ανθρώπου. Εκεί,/ όχι μακριά, τα χέλια κάνουν να πάλλεται ο τεράστιος σφυγμός τους, ο πλανητικός τους/ γύρος, τα πάντα περιμένουν την είσοδο σε έναν χορό που καμιά Ισιδώρα δε χόρεψε ποτέ/ απ' αυτή τη μεριά του κόσμου, τρίτος κόσμος συνολικός του ανθρώπου χωρίς όχθες,/ που πλατσουρίζει στην ιστορία, παραμονή του εαυτού του.

Στη μεριά του κόσμου που βρισκόμασταν εμείς και διαβάζαμε την ποιητική πρόζα του Αργεντινού συγγραφέα, γραμμένη το 1971 με αφορμή το Ετος βιβλίου που θα γιορταζόταν το 1972, νιώθαμε πράγματι κάτι να αλλάζει, μόνο που αυτό το κάτι ήταν μέσα μας. Εξω, εξακολουθούσαν να μαζεύονται οι γάτες της γειτονιάς, κι ήταν τόσες πολλές, που θυμηθήκαμε τον Βάσκο Κόλδο Αρτιέδα και το νεανικό τρίστιχό του:

Ψαρεύοντας χέλια3

Huckfinns του Μπιδασόα:

Οι γάτοι χορτάτοι.

Ο Μπιδασόα, βεβαίως, είναι ποτάμι στη Χώρα των Βάσκων κι εκεί τα χέλια τα τρώνε με μια πράσινη σάλτσα. Εμείς, όμως, αφού τα κολυμπήσαμε στο λεμόνι, τα συνοδέψαμε με κατακόκκινες ντομάτες, κομμένες τριαντάφυλλο και στολισμένες με ελιές και κάππαρη. Κι όσο για τις γάτες, σιγά μην τις αφήναμε νηστικές!

Η μετάφραση της Πρόζας δεν πρέπει να εκληφθεί ως οριστική. Είναι εμφανής η δυσκολία του κειμένου, πόσω μάλλον όταν μεταφράζονται μέρη του και όχι το σύνολό του.

1. Julio Cortazar, La prosa del observatorio, εκ. LUMEN, Βαρκελώνη, 1999. 2. Φύκια που επιπλέουν και μετακινούνται από τα θαλάσσια ρεύματα· απαντώνται σε Ατλαντικό, Ειρηνικό και Ινδικό Ωκεανό. 3. Koldo Artieda, La rosa firme, εκ. TRIESTE, Μαδρίτη, 1982.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο «θάνατος του Θεού» και το θεϊκό της αυθυπέρβασης
Λαπαθιώτης αυτοβιογραφούμενος
Αρχιτεκτονικές φαντασμαγορίες και ιδεολογικά κάτοπτρα
Ρητορική δωματίου
Ο πανικός της λευκής σελίδας
Το εργοστάσιο των συναισθημάτων
Χωρίς θεό πάνω από τη Νέα Υόρκη
Το ενιαίο της ανθρώπινης φύσης και η ατέρμονη ποικιλομορφία του πολιτισμού
Η καταστροφή της νηοπομπής «PQ-17»
Πιο κοντά στο αίμα παρά στο μελάνι
Από τις 4:00 στις 6:00
Κάθε μέρα έχει τα τραγούδια της...
Δικαίωση μετά τη διάλυση των Beatles
Προδημοσίευση
Graffitto
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
The Word Express Project