Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

Το βλέμμα του χρόνου

  • Το κοριτσάκι, το ομπρελάκι και ο Ελ. Βενιζέλος

    Δέκα συγγραφείς (ποιητές και πεζογράφοι) ανασύρουν από το αρχείο τους μια νεανική ή παιδική τους φωτογραφία και καθρεφτίζονται μπροστά της. Παιδική ηλικία της μνήμης ή της γραφής; Εξομολόγηση ή ανασύσταση μιας εποχής; Αναπαράσταση των πραγμάτων ή των λέξεων;

    Το βλέμμα του χρόνου τούς μαγνητίζει (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Γιάννη Βαρβέρη, Μιχάλη Γκανά, Μάρω Δούκα, Αλκη Ζέη, Μάρκο Μέσκο, Μαρία Μήτσορα, Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, Βασίλη Τσιαμπούση, Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη) και τους ωθεί σε περιδίνηση γύρω από τον χαμένο/κερδισμένο εαυτό.

    Είμαι τριώ χρονώ. Κι όμως θυμάμαι κείνη την τόσο μακρινή μέρα σαν να ήταν χτες. Πώς να την ξεχάσω!

    Συνέβηκε στη Σάμο, στο Βαθύ, έτσι λεγόταν τότε η πρωτεύουσα του νησιού. Ητανε αρχές του καλοκαιριού και βρισκόμασταν στο Μαλαγάρι που ήτανε τα εξοχικά μας, ακριβώς απέναντι από το Βαθύ. Ενα ονειρεμένο μέρος, που καλύτερα να το θυμάμαι όπως ήτανε τότε, με τα λιμανάκια του, τα βραχάκια του, τα πεύκα να ρίχνουν τη σκιά τους μέσα στη θάλασσα και τα σπίτια τα περισσότερα πλάι στο κύμα.

    Οσοι μέναμε εκεί ήμασταν συγγενείς, αυτό νόμιζα τουλάχιστον και μάλλον έτσι πρέπει να ήτανε και όχι μονάχα γιατί όλους τους φωνάζαμε θείους και θείες.

    Αφού ο παππούς μου, μόνο, είχε εφτά κόρες κι αυτές άντρες, παιδιά. Ετσι μαζεύονταν μεγάλοι θείοι, μικρότεροι και άπειρα ξαδέλφια.

    Κείνη τη μέρα ήμασταν μαζεμένοι, στο σπίτι της θείας Αλκηστης, και του θείου Ιπποκράτη, που είχαν την πιο μεγάλη βεράντα -βεράντα κι όχι αυλή, γιατί το σπίτι ήτανε υπερυψωμένο-, στρωμένη με κατακόκκινα τουβλάκια και την περιτριγύριζαν κόκκινα επίσης κολωνάκια, αρκετά ψηλά για να μην πέφτουμε εμείς τα παιδιά, αλλά αρκετά χαμηλά για να βλέπεις τη θάλασσα που απλωνότανε πέρα.

    Τα ονόματα όσων ήτανε εκεί τα θυμάμαι σχεδόν όλα. Πώς να ξεχαστούν. Ρώτησα και την αδελφή μου και το επαλήθευσα. Εκείνη ήταν τότε... μεγάλη, τεσσεράμισι χρονώ, κι έχει μνήμη ελέφαντα.

    Βρίσκονταν λοιπόν, φυσικά η θεία Αλκηστη και ο θείος Ιπποκράτης, οι θείες Αντιγόνη, Ισμήνη, Αμφιτρίτη, Μέλισσα, Ξάνθη, Μελπομένη και άλλες που δεν καλοθυμάμαι και οι θείοι, Πυθαγόρας, Αλκιβιάδης Ανακρέων, Ευριπίδης, Μιλτιάδης, Λαομέδων, Τηλαύγης, Πλάτων κι ίσως μου ξεφεύγει κανένας.

    Λίγο-πολύ η αδελφή μου κι εγώ πιστεύαμε πως ήτανε αρχαίοι Ελληνες. Ο μόνος που δεν είχε αρχαίο όνομα ήτανε ο παππούς μας, αλλά λογιζότανε για μας τα παιδιά ο πιο αρχαίος απ' όλους - δίδασκε στο Γυμνάσιο αρχαία ελληνικά και ήτανε πάντα με κάποιο βιβλίο, αρχαίου συγγραφέα βέβαια, στο χέρι. Τον φώναζαν όλοι Γιωργάκι, μα πρόφεραν το όνομά του με τόσο σεβασμό που φάνταζε πιο αρχαίο απ' όλα.

    Κείνη λοιπόν τη μέρα θα πηγαίναμε όλοι στο Βαθύ, γιατί θα ερχότανε ο Βενιζέλος να εγκαινιάσει το ταχυδρομείο. Βέβαια και ήξερα στα τρία μου ποιος ήτανε ο Βενιζέλος, αφού οι μεγάλοι όλη ώρα συζητούσανε γι' αυτόν και λέγανε πόσο σπουδαίος ήτανε και πως θα κάνει τη χώρα μας μεγάλη. Τη Σάμο βέβαια, γιατί αυτή πίστευα πως ήτανε η χώρα μας.

    Μόνο ο θείος Ευριπίδης, που όλοι τον φώναζαν Πιπή και δεν μας φαινότανε καθόλου αστείο, δεν αγαπούσε τον Βενιζέλο και είπε πως θα καθότανε στη βεράντα να περιμένει να γυρίσουμε και ρώτησε μάλιστα την αδελφή μου, που ήτανε ο νονός της, αν θέλει να μείνει να του κάνει συντροφιά εκείνη όμως απάντησε ξερά ξερά: Θα πάω.

    Ο θείος Πιπής ήτανε πολύ πλούσιος -καπνέμπορος- κι έκανε ακριβά δώρα στην αδελφή μου και πού και πού έδινε και σε μένα. Τώρα μας είχε φέρει από ένα ταξίδι του κάτι πανέμορφα ομπρελάκια, που τα είχαμε μαζί μας και θα τα κρατούσαμε με περηφάνια να τα δει ο Βενιζέλος.

    Ο δικός μου ο νονός, ο δίδυμος αδελφός της μαμάς μας, ο θείος Πλάτων, ήτανε φτωχός, καθηγητής Μαθηματικών, μα δεν τον άλλαζα με κανέναν. Ητανε ο πιο όμορφος άντρας που είχα γνωρίσει. Αυτός σίγουρα ήτανε αρχαίος θεός. Μου έκανε δώρα μόνο βιβλία, για να τα διαβάσω όταν μάθαινα ανάγνωση. Τα ξεφύλλιζα όμως και τα λάτρευα.

    Πηγαίναμε στο Βαθύ με τη βάρκα του κυρ Αντώνη, που ήθελε δέκα λεπτά για να φτάσει απέναντι, μα ξεκινήσαμε νωρίς, γιατί έπρεπε να κάνει πολλές φορές τη διαδρομή, τόσοι που ήμασταν.

    Καθόμουνα πανευτυχισμένη στη βάρκα, ανάμεσα στον παππού και τον νονό μου, που όσο εκείνη ξεμάκραινε και πήγαινε στα βαθιά, τόσο τα γαλάζια μάτια του νονού μου γίνονταν μπλε σκούρα. Πώς να μην πιστέψω λοιπόν πως ήτανε αρχαίος θεός, σαν κι αυτούς που είχα δει ζωγραφισμένους στα βιβλία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας που μου είχε δωρίσει εκείνος. Αυτόν τον θεό στα οχτώ μου χρόνια δεν τον είχα πια αποκλειστικά δικό μου, γιατί τον πήρε κάποια Διδώ, όχι αρχαία βέβαια.

    Ναι, η γνωστή μας Διδώ, που πήρε κι' αυτόν και το όνομά του κι έγινε η σπουδαία Διδώ Σωτηρίου.

    Φτάσαμε λοιπόν με τη βάρκα απέναντι. Η αδελφή μου ήτανε κιόλας εκεί και στημένη πλάι στο ταχυδρομείο, απάνω σε μια αρχαία πέτρα, έπαιρνε διάφορες πόζες -με το ομπρελάκι φυσικά- και την έβγαζαν φωτογραφία.

    Κι ότι έγινε μετά το θυμάμαι σαν όνειρο, μα με όλες τις λεπτομέρειες. Κάποιος μου μίλησε, ίσως η μαμά. Η αδελφή μου κατέβηκε από την πέτρα και τα χέρια του νονού μου μ' ανέβασαν στη θέση της. Ο φωτογράφος είχε βάλει το κεφάλι του κάτω από το μαύρο πανί. Μου φώναζαν να χαμογελάσω, μα δεν μπορούσα, έψαχνα με το βλέμμα τον νονό μου κι έσφιγγα γερά το ομπρελάκι, ανοιχτό πάνω από το κεφάλι μου. Υστερα, δεν κατάλαβα τι έγινε. Ενα σούσουρο ακούστηκε, σαν παφλασμός στη θάλασσα, και στάθηκε μπροστά μου κάποιος με μαύρο κοστούμι που έμοιαζε του παππού, μόνο φορούσε γυαλάκια πιασμένα στη μύτη. Κάποιοι μου φώναζαν: το ομπρελάκι, κλείσε το ομπρελάκι. Εγώ τίποτα, το έσφιγγα ακόμα πιο γερά. Ενα χέρι μού το κατέβασε κι ένα άλλο μου χάιδεψε το κεφάλι κι ύστερα ο νονός μου μ' άρπαξε από τη μέση και με κατέβασε από την πέτρα. Ο κόσμος χειροκροτούσε, κι εμένα μύριζε το κεφάλι μου σαπούνι «κοτικούρα», ένα μαυριδερό σαπούνι που μυρίζει όμορφα και πλένεται μ' αυτό ο θείος Πιπής και μας απαγορεύει να το αγγίζουμε.

    Ακουγα φωνές κι ύστερα μια γυναικεία φωνή μου ψιθύρισε, σαν να έλεγε προσευχή: Σε χάιδεψε ο Βενιζέλος, και τότε έκλεισα το ομπρελάκι και χώθηκα τρέμοντας στην αγκαλιά του νονού μου.

    Η αδελφή μου πήγε να σκάσει από τη ζήλια της και για να με εκδικηθεί μου πήρε πίσω όλες τις χαλκομανίες που μου είχε χαρίσει. Κι εγώ όμως μέχρι τα δέκα μου, ίσως κι ακόμα παραπάνω, όταν εκείνη μου έκανε τη σπουδαία γιατί ήτανε πολύξερη και στα πέντε της ήξερε να διαβάζει, της το πετούσα: Εμένα όμως μου χάιδεψε το κεφάλι ο Βενιζέλος και το χέρι του μύριζε σαπούνι κοτικούρα.

    Τώρα, κάθε φορά που πηγαίνω στο αεροδρόμιο, και πηγαίνω πολύ συχνά, μόλις δω την επιγραφή, Ελ. Βενιζέλος, μου είναι αδύνατον να μη φέρω στο νου μου εκείνο το κοριτσάκι με το ομπρελάκι και το χέρι του Βενιζέλου στα μαλλιά μου, που δεν τον ξαναείδα από κοντά ποτέ στη ζωή μου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο «θάνατος του Θεού» και το θεϊκό της αυθυπέρβασης
Λαπαθιώτης αυτοβιογραφούμενος
Αρχιτεκτονικές φαντασμαγορίες και ιδεολογικά κάτοπτρα
Ρητορική δωματίου
Ο πανικός της λευκής σελίδας
Το εργοστάσιο των συναισθημάτων
Χωρίς θεό πάνω από τη Νέα Υόρκη
Το ενιαίο της ανθρώπινης φύσης και η ατέρμονη ποικιλομορφία του πολιτισμού
Η καταστροφή της νηοπομπής «PQ-17»
Πιο κοντά στο αίμα παρά στο μελάνι
Από τις 4:00 στις 6:00
Κάθε μέρα έχει τα τραγούδια της...
Δικαίωση μετά τη διάλυση των Beatles
Προδημοσίευση
Graffitto
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς
The Word Express Project