Έντυπη Έκδοση

Ανθρωποκεντρικές πορείες

Η κριτική μιλώντας για ποιητική ταυτότητα του Νίκου Καββαδία εννοούσε κυρίως τον κόσμο που είχε διαμορφωθεί με την πρώτη ποιητική συλλογή, το Μαραμπού (1933), θεωρώντας τα μοτίβα της φυγής, της αποδημίας, του κορεσμού και της αμαρτωλής νοσηρότητας ως οργανικά και αναπόσπαστα συστατικά τόσο της ποιητικής όσο και της πεζογραφικής παραγωγής.

Αλλωστε, αυτή η συλλογή καθιέρωσε, όπως είναι γνωστό, τον Καββαδία και του προσέδωσε το στίγμα του «εξωτικού», του «κοσμοπολιτικού» και του αθεράπευτα νοσταλγικού ποιητή. Από αυτή την άποψη, η ένταξη του ποιητή στο κλίμα της δεκαετίας του '20 με τους ελάσσονες νεορομαντικούς τόνους θεωρήθηκε αδιατάρακτη και περίπου αυτονόητη. Μια τέτοια ένταξη όμως προϋποθέτει την ύπαρξη συγγενειών, την αναζήτηση (μπορχεσιανών) προγόνων, τη δημιουργία, με άλλα λόγια, ενός συγγενικού πλέγματος. Και ποιος, εκτός από τον Κώστα Ουράνη των Νοσταλγιών (1920) κυρίως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ο φυσικότερος πρόγονος;

Η συγγένεια προβάλλει άμεση. Δεν έλειψαν όμως και οι διαφορετικές φωνές, που επισήμαναν με οξυδέρκεια διαφορετικά συγγενικά ονόματα, προσδίδοντας έτσι και διαφορετικές διαστάσεις στον ποιητή τού Μαραμπού. Ηδη λοιπόν από τα 1933 ο Μ. Σπιέρος (Ν. Κάλας) σημείωνε με ευστοχία τα εξής:

«Στη συλλογή αυτή ολοφάνερη είναι η επίδραση του Ουράνη. Νομίζω όμως πως η συγγένεια είναι πιο πολύ εξωτερική παρά τίποτε άλλο. Ισως γι' αυτό βλάπτει πολύ τον νέο ποιητή.[...] Μα ο Καββαδίας συγγενεύει πολύ περισσότερο με ποιητές σαν τον Καρυωτάκη ή τον Ανθία της πρώτης και, δυστυχώς, καλύτερης συλλογής του. Ο Ουράνης δεν είναι επαναστατημένος ποιητής, ο Καββαδίας σαν τον Ρεμπώ, που επηρέασε τον Ουράνη, είναι επαναστατημένος! Αν δεν γυρεύει με σφυρίγματα αλήτικα και με σαρκασμό να εκφράσει την αδυναμία του προσαρμογής στην αστική πραγματικότητα, αν η poesie maudite παίρνει σ' αυτόν μορφή ταξιδιού, δεν αλλάζει αυτό το ουσιαστικότερο περιεχόμενο της ψυχής του. Ταξιδεύει ο Καββαδίας, όχι σαν τον Κνουτ Χάμσουν ή τον Κόνραντ, τα ταξίδια του είναι ανθυγιεινότερα, ταξίδια που συχνά ματαιούνται, ποίηση των αναχωρήσεων, που πολλές φορές δεν πραγματοποιούνται, ποίηση des trains manques όπως λέει κάποιος, ποίηση των mal du depart, όπως ονομάζει ένα ποίημά του ο Καββαδίας».1

Ποιητική ανθρωποκεντρική και όχι θαλασσοκεντρική. Ο ρόλος της θάλασσας είναι πολύ πιο διαβρωτικός και πολύ μεγάλης χρονικής διάρκειας: στη διαμόρφωση ανθρώπινων συμπεριφορών, μιας συγκεκριμένης κοσμοθέασης, στην περιχαράκωση μιας (περιθωριακής) κοινότητας ανθρώπων, η οποία θεωρεί ότι η ύπαρξή της ορίζεται και από τις συνδηλώσεις του αντιθετικού ζεύγους στεριανοί-θαλασσινοί.

Είναι βέβαιο λοιπόν και συμφωνημένο από παλιά ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ταξιδιωτικές λογοτεχνικές εντυπώσεις, αν με τον όρο εννοούμε ότι προσδίδουμε στο βλέμμα, στην αίσθηση της όρασης, περίοπτη θέση για την καταγραφή εξωτικών χωρών, τόπων, ανθρώπων, ηθών, εθίμων κ.λπ. Μακριά από δω οι φυσιολατρίες, οι περιγραφές της φύσης και οι ρομαντικές αναπολήσεις, αλλά και οι συναισθηματικές αντιδράσεις απέναντι στη θέα μιας φυσικής ή άλλης ομορφιάς. Το ταξίδι μπορεί να είναι το πρόσχημα για την αναμόχλευση συνειδήσεων. Ο χώρος μπορεί να γίνει ανάλογος με τον χρόνο και το ταξίδι μπορεί να μετασχηματιστεί σε συμβολική πράξη.

Ταξίδια της μνήμης, ερωτικές εμπειρίες, το ζεύγος του έρωτα και του θανάτου, ο πληρωμένος έρωτας, τα χαμαιτυπεία. Ο έρωτας ως σμίξη σωμάτων και ψυχών βρίσκεται σχεδόν πάντα στη σφαίρα της φαντασίωσης και του άπιαστου ιδανικού. Στις ποιητικές συλλογές οι γυναίκες που αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή είναι οι «σοβαρές, θλιμμένες και στυγνές». Ή, αλλιώς, είναι οπτασίες, σχεδόν άυλες, απόμακρες, σαν να μην είναι του κόσμου τούτου, πορτρέτα ενταγμένα, θα έλεγε κανείς, στη ρομαντική πινακοθήκη, που επιτείνουν με τον τρόπο τους το αίσθημα της στέρησης.

Η μορφή της μάνας είναι βέβαια τελείως διαφορετική: ατσάλινη, αξιοπρεπής, ενθαρρύνει πάντα, χωρίς να ζητά τίποτα και κλαίει, σε αντίθεση πολλές φορές με τις στεφανωμένες γυναίκες των ναυτικών με τα στερημένα κορμιά, τους αδικοπνιγμένους γιους, μέχρι να σφαλίσει τα μάτια της.

Το δίδυμο στεριά/ θάλασσα λειτουργεί πάντα. Η κάθε κοινότητα με τους δικούς της νόμους, με μια διαφορετική οπτική και κοσμοθέαση. Οι στεριανοί, όπως αντικρίζονται από τις μακρινές θάλασσες της Κίνας, με την ασφάλεια, την ηρεμία, την ησυχία, τα σιδερωμένα πουκάμισα, το σπιτικό φαγητό και τη γυναίκα «πίνοντας πλάι μας τον ύπνο». Οι άλλοι με το σαράκι της αναχώρησης, έτοιμοι για ταξίδια χωρίς προορισμό.

Οι αφιερώσεις σε πρόσωπα είναι πολλές. Τα ποιήματα μοιάζουν σαν γράμματα ενός ναυτικού σε συγγενείς και φίλους ή μάλλον σαν σύντομες καρτ ποστάλ από λιμάνια. Από τα είκοσι δύο ποιήματα του Μαραμπού, τα δέκα είναι αφιερωμένα σε φίλους, συγγενείς και ομοτέχνους. Τρία από αυτά είναι γράμματα: «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ», «Γράμμα απ' τη Μαρσίλια», «Γράμμα ενός αρρώστου». Ετσι η επιστολή δεν γίνεται ποίημα, είναι ποίημα. Και τα δεκατέσσερα ποιήματα που υπάρχουν στο Πούσι έχουν αφιερώσεις. Και από τα δεκατρία ποιήματα στο Τραβέρσο (δεν υπολογίζουμε την ενότητα «Παραμύθια του Φιλίππου»), τα επτά είναι αφιερωμένα.

Οι στάμπες αφθονούν και στις ποιητικές συλλογές του Καββαδία. Θα έλεγε κανείς ότι στις συνδηλώσεις του καθενός από τα μέλη του κυρίαρχου ζεύγους στεριανοί / θαλασσινοί προστίθεται άλλη μία. Ως εάν ο λόγος, η γραφή να προσάπτεται στους πρώτους και η εικόνα στους δεύτερους. Τα ίδια περίπου δεν έθεσε άλλωστε ως προμετωπίδα και ο Γ. Σεφέρης στο Ημερολόγιο Καταστρώματος Β;

«Κάποτε συλλογίζομαι πως τούτα εδώ που γράφω δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι». Αλλά και ο λόγος του Σολωμού στη Γυναίκα της Ζάκυθος για το κέντημα στο δέρμα των ναυτικών είναι εξίσου δραστικός: «Και απάνου στο προσκέφαλο είδα σα μία κεφαλή ακίνητη e mince, σαν εκείνες που κάνουνε οι πελαγίσιοι με το βελόνι στα χέρια και στα στήθια».

Στάσεις και χειρονομίες των προσώπων θυμίζουν στον αφηγητή πρόσωπα από ανάλογα ζωγραφικά έργα ή γλυπτά. Εικονοποιητικός λόγος, με τη λεπτομερή χρήση του χρώματος, την προσεγμένη μελέτη της κίνησης και της έκφρασης.

Η περιπέτεια του χρώματος ξεκινά από το Μαραμπού. Τα χρωματικά επίθετα που απαντούν συχνότερα είναι το μαύρο και το γκρίζο του θανάτου, των ματιών, της λίστας, του σίδερου, των δακρύων, του καπνού, των νερών, το κόκκινο των χειλιών και του αίματος, το γαλάζιο του πόντου, το άσπρο όχι του λαμπρού φωτός αλλά το πένθιμο τη σκόνης και της ωχρότητας του προσώπου. Οι τόνοι του γκρίζου, του γαλάζιου και του μαβί επενδύουν την απέραντη υδάτινη έκταση μ' ένα μελαγχολικό κενό. Το χρυσό των γαλονιών συνδυάζεται σχεδόν πάντα με τη φθορά, τον θάνατο, τη βίαιη απομάκρυνση από τον ζωτικό χώρο, τη θάλασσα. Οπως και να είναι, η γλώσσα των χρωμάτων στο Μαραμπού μοιάζει να συγκροτεί έναν κόσμο αδιαφανή, μουντό και σκοτεινό, με ελάχιστες ελπίδες διαφυγής.

Στο Πούσι (1947) η αφήγηση απομακρύνεται από τη γραμμικότητα και τη λογική αλληλουχία του Μαραμπού και γίνεται περισσότερο υπαινικτική και ελλειπτική. Κι εδώ συναντούμε τα θολά νερά, τα θολά και κατασκότεινα σαν αίμα φεγγάρια, το σκοτεινό της γέφυρας και του λιμανιού, του κατασκότεινου νερένιου ουρανού, το μαύρο της νάρκης, του πυρετού, του σημαδιού και του σκυλιού.

Στο Τραβέρσο, η γκάμα των χρωμάτων είναι μεγαλύτερη και το φως περισσότερο. Εδώ, το χρώμα συνεχίζει την απελευθερωτική του πορεία, αυτή που ξεκίνησε στο Πούσι και συνεχίζει στη Βάρδια, όπου αγγίζει υψηλά σημεία κορύφωσης. Χρώματα που κουβαλούν μιαν ολόκληρη εικονιστική παράδοση και εμβολιάζουν μ' αυτήν γόνιμα το κείμενο.

Η αύξηση των χρωμάτων και η περίσσια του φωτός στο Τραβέρσο συνδυάζονται με το πλεονάζον, σε σχέση με τις άλλες συλλογές, ερωτικό στοιχείο μ' έναν δυναμικό αισθησιασμό, μ' ένα ξεχείλισμα των αισθήσεων. Η φαντασίωση του ποιητή συνδυάζεται εδώ με την αιώνια Γυναίκα. Είναι η Fata Morgana που χορεύει «πάνω στο φτερό του καρχαρία», η μυθική θαλασσινή οπτασία, την οποία ο ποιητής προσεγγίζει μόνο με τις αισθήσεις, με τη βαθύτατη όραση, το βαθύτατο χρώμα, την οσμή.

Στη Βάρδια τα χρώματα είναι περισσότερα από το άθροισμα των χρωμάτων στις τρεις ποιητικές συλλογές. Το χρώμα μοιάζει να δείχνει τον δρόμο για την απελευθέρωση του χρόνου και τη συγκατοίκηση του παρόντος, του παρελθόντος, του μέλλοντος. Σαν να ανοίγει τον δίαυλο για την ένωση της στεριάς με τη θάλασσα. Ακόμη, εμβολιάζει στο κείμενο μια ολόκληρη εικονιστική παράδοση, συντελεί στην εκτίναξη του μονολογούντος προσώπου, προφέρει τα υλικά για να αποδοθεί η γυναικεία μορφή χρωματισμένη με τους εικονιστικούς κώδικες των μεγάλων ζωγράφων ανά τους αιώνες ή με τις αποχρώσεις της φαντασίας του δημιουργού, συνενώνοντας έτσι το συλλογικό με το ατομικό.

Οι γοργόνες πρωταγωνιστούν. Ωστόσο, παρά την ηδύτητα και την αισθησιακότητά της, η γοργόνα μάς φέρνει από άλλους δρόμους στο ίδιο αποτέλεσμα της μοναξιάς, της στέρησης και της σωματικής απουσίας. Στο Μαραμπού, η μορφή της Γοργόνας είναι σκαλισμένη σε αγαπητά αντικείμενα, όπως η πίπα, ή προβάλλεται ως όραμα εξαιτίας της άσπρης σκόνης και του ποτού. Η μορφή της στο Πούσι, στο Τραβέρσο αλλά και στη Βάρδια προβάλλεται μέσα από μια ενοραματική διαδικασία. Από τη στιγμή που πρόκειται για μια μορφή που κατοικεί στη σφαίρα της παραίσθησης ή ως ανεξίτηλο σημάδι στο μπράτσο και στο μέρος της καρδιάς, η επιθυμία για την απόκτησή της είναι ουσιαστικά χωρίς αντικείμενο. Είναι ένας πόθος ανεκπλήρωτος, ένας έρωτας μη σωματικός, που επιτείνει τη στέρηση και την ανάγκη για επικοινωνία και, από αυτή την άποψη, λειτουργεί όπως λειτουργούν τα γράμματα και οι αφιερώσεις.

Από τα παραπάνω προκύπτει η μοίρα μιας κοινότητας ανθρώπων και η σχέση της με τη θάλασσα, μια σχέση έντονης έλξης αλλά και απώθησης. Είναι σαν την καρυωτακική ποίηση, «το καταφύγιο που φθονούμε». Αντικρουόμενα αισθήματα τρυφεράδας αλλά και μίσους, αγάπης αλλά και προδοσίας και ταπείνωσης και αμαρτίας. Στέρηση, μοναξιά, ενοχή, ανάγκη για έρωτα και επικοινωνία, που μοιάζουν στόχοι ανέφικτοι. Στη Βάρδια τα παραπάνω συμβαίνουν μέσα από τη μείξη ή / και την υπέρβαση των ειδών, την κατάργηση των φραγμών ανάμεσα στην αυτοβιογραφία, το ημερολόγιο, το απομνημόνευμα, το μυθιστόρημα, και τις ρωγμές ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία και την αντίστοιχη αλληλοδιείσδυση πεζογραφικών και ποιητικών ρυθμών.

1.«Ν. Καββαδία, Μαραμπού», Νέοι Πρωτοπόροι, τχ. 8-9 (Αύγ.-Σεπτ. 1993) 280 και στο Νικόλας Κάλας, Κείμενα ποιητικής και αισθητικής, επιμ. Αλέξ. Αργυρίου, Αθήνα, Πλέθρον 1982, σ. 298-300.

Το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε στην εκδήλωση που οργάνωσαν οι εκδόσεις Αγρα και το βιβλιοπωλείο Ιανός για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία (Βιβλιοπωλείο Ιανός, Αθήνα, 30 Σεπτεμβρίου 2010).

**Η Μαίρη Μικέ είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Αφιέρωμα: Νίκος Καββαδίας
Ο Νίκος Καββαδίας στον 21ο αιώνα
Ο ποιητής μέσα από τα μάτια του εκδότη του
Αμφισβητήσεις και παρανοήσεις
Ο Νίκος Καββαδίας, ένας ουμανιστής ποιητής, αν ζούσε σήμερα
Το ήθος του Καββαδία που γνώρισα
Θεατρικά στοιχεία στο Μαραμπού του Νίκου Καββαδία
Λαθραίο φορτίο, κρυμμένο στις λέξεις
«Το καθυστερημένο φορτηγό»
Βιβλιογραφική οδοιπορία με τον Καββαδία
Επισημαίνοντας
«Ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα»
Πέντε φωνές για τον «Μαραμπού»
Προδημοσίευση
Δράκος της θάλασσας και της στεριάς
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Τερπνό και ωφέλιμο
Μια αίσθηση ζωώδους ερωτισμού
Το σπάνιο Γαλάζιο Τετράδιο
Η κλασική γοητεία της Ρεβέκκας
Ο Φουκώ και το πρόβλημα των προϋποθέσεων της σκέψης
Προτού συνδεθεί με τους Καρμπονάρους
Τα βουνά της τρέλας
Με σαματά τα αδέσποτα και ο Μένιος
Θαυμαστός παλαιός κόσμος
Αφιέρωμα: Νίκος Καββαδίας
Ο Νίκος Καββαδίας στον 21ο αιώνα
Ο ποιητής μέσα από τα μάτια του εκδότη του
Αμφισβητήσεις και παρανοήσεις
Ανθρωποκεντρικές πορείες
Ο Νίκος Καββαδίας, ένας ουμανιστής ποιητής, αν ζούσε σήμερα
Το ήθος του Καββαδία που γνώρισα
Θεατρικά στοιχεία στο Μαραμπού του Νίκου Καββαδία
Λαθραίο φορτίο, κρυμμένο στις λέξεις
«Το καθυστερημένο φορτηγό»
Βιβλιογραφική οδοιπορία με τον Καββαδία
Επισημαίνοντας
«Ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα»
Πέντε φωνές για τον «Μαραμπού»
Προδημοσίευση
Δράκος της θάλασσας και της στεριάς
Οψεις της ανάγνωσης
Η συνεπής διαφορετικότητα
Από τις 4:00 στις 6:00
Η τέχνη της υποκρισίας στη μουσική
Ο εγκέφαλος των Velvet Underground
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές επιβίωσης