Έντυπη Έκδοση

Λαθραίο φορτίο, κρυμμένο στις λέξεις

Με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία έγιναν πολλά αφιερώματα, με σημαντικότερο ίσως αυτό που οργάνωσε το Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού, με τίτλο «Νίκος Καββαδίας, ο ποιητής των θαλασσών και του ανεκπλήρωτου έρωτα».

Ο τίτλος δείχνει πως ο Καββαδίας έχει περάσει οριστικά στη συνείδησή μας ως ποιητής και μάλιστα μόνον η αναφορά του ονόματός του φέρνει στο μυαλό την ανοιχτή θάλασσα, ταξίδια, εξωτικά τοπωνύμια, ναυτικές λέξεις, γυναίκες και άτυχους έρωτες. Βέβαια δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο Καββαδίας σήμερα είναι παραγνωρισμένος, όμως όσοι γνωρίζουν μόνον τα ποιήματα και αγνοούν το πεζογραφικό του έργο, τον γνωρίζουν κατά το ήμισυ.

Ο ολιγογράφος Καββαδίας άφησε μόνον τρεις ποιητικές συλλογές και τέσσερα πεζά κείμενα, το μεγαλύτερο εκ των οποίων είναι η Βάρδια, ένα πυκνό αφήγημα που χαρακτηρίστηκε ερμηνευτικό κλειδί για την ποίησή του. Το 1990 η γαλλική Liberation συμπεριέλαβε τη Βάρδια στα εκατό καλύτερα βιβλία της χρονιάς και σήμερα έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Η εκδοτική μοίρα της όμως ήταν παράξενη. Κυκλοφόρησε το 1954 από τις εκδόσεις Καραβία χωρίς επιτυχία και επανεκδόθηκε από τον Κέδρο το 1976, δηλαδή έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Καββαδία. Τότε η Βάρδια κυριολεκτικά ελευθερώθηκε έπειτα από 22 χρόνια αφάνειας. Πού οφειλόταν όμως η εξαφάνισή της; Μήπως ο σκληρά εξομολογητικός Καββαδίας άφησε αμήχανους τους ρομαντικούς εραστές των «μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων»; Μήπως ο ίδιος ο Καββαδίας προτίμησε να σωπάσει έπειτα από ένα κείμενο πολύ αποκαλυπτικό; Το 1969, ωστόσο, η Βάρδια κυκλοφόρησε στα γαλλικά σε μετάφραση Γκι Σονιέ. Στον Σονιέ οφείλεται και η αποκαλυπτικότερη ίσως μελέτη του συνόλου τού έργου του Καββαδία με άξονα τη Βάρδια («Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό» Ερευνα στον μυθικό κόσμο του Νίκου Καββαδία, εκδόσεις Αγρα).

Ο Ζαν Ζενέ έλεγε «σε κάθε βιβλίο ξεγυμνώνομαι, ενώ την ίδια στιγμή μασκαρεύομαι με τις λέξεις». Η Βάρδια είναι το ξεγύμνωμα του Καββαδία. Κεντρικό πρόσωπο και αφηγητής του βιβλίου είναι ο ασυρματιστής Νίκος, προφανώς persona του συγγραφέα. Χώρος της δράσης, «ο Πυθέας, cargo πέντε χιλιάδων τόνων, standard του πρώτου πολέμου», που ταξίδευε με εφτά μίλια ανοιχτά του Singapore. Το βιβλίο ανοίγει με μια χαρακτηριστική σκηνή. Ο δόκιμος Διαμαντής που κόλλησε σύφιλη σε κάποιο λιμάνι, ζητάει την ιατρική συμβουλή του μαρκόνη. (Ο ίδιος ο Καββαδίας είχε ξεκινήσει να σπουδάζει στην Ιατρική αλλά την εγκατέλειψε για να εργαστεί σε ναυτιλιακή εταιρεία.) Ο «γιατρός» Νίκος κοιτάζει εξεταστικά την πάσχουσα περιοχή. Το συμβολικό ξεγύμνωμα του δόκιμου και η εστίαση με μια «ανακριτική» λάμπα πάνω στα γεννητικά όργανα προοικονομεί το ψυχικό ξεγύμνωμα του αφηγητή που θα ακολουθήσει.

Ποιες είναι όμως οι αλήθειες της Βάρδιας; Ποια είναι η μεγάλη αμαρτία που πρέπει να εξομολογηθεί; Φόνος, προδοσία της αγάπης, του αδελφικού φίλου, ομοφυλοφιλία, μίσος, διαστροφή, κλοπή, απάτη, λαθρεμπόριο, μαστροπεία, απ' όλα έχει η Βάρδια. Αυτά κι άλλα τόσα ομολογεί ή αφήνει να εννοηθούν. Την ίδια στιγμή όμως λέει: «Η αλήθεια είναι αμαρτία. Η πιο χοντροκομμένη, η πιο αφιλάνθρωπη μορφή ψευτιάς. Να την πει κανείς μόνο για να σώσει το κεφάλι από κρεμάλα, μόνο τότε πρέπει». Η «αλήθεια» της Βάρδιας βρίσκεται σ' ένα απροσδιόριστο αίσθημα ενοχής, αισχύνης, αναξιότητας. Μια αδικαιολόγητη βασανιστική ενοχή που προϋπάρχει κάθε εγκλήματος και οδηγεί σε αυτό για να βρει την εξήγησή της.

Ξαναδιαβάστε τη σκηνή του παράλογου, αναίτιου φόνου της Calamite. Η παρόρμηση εμφανίζεται πάντα σαν αόρατο χέρι που άλλοτε τον τραβάει κι άλλοτε τον σπρώχνει, τον αναγκάζει να σκοντάψει, να σφάλει, να πέσει στο λάθος σχεδόν ακούσια.

Ξαναδιαβάστε τη συζήτηση του Νίκου με τον καπετάν Γεράσιμο. «Δεν ερωτεύτηκες ποτέ σου;», τον ρωτάει ο Γεράσιμος. Ο ασυρματιστής δεν απαντά, σκύβει όμως στο γεμάτο πάχνη τζάμι της βαρδιόλας και γράφει κάτι με το νύχι. Αργότερα φεύγει. Ο Γεράσιμος νοτίζει το τζάμι με το χνότο του και διαβάζει την αόρατη γραφή με το φως ενός σπίρτου. Ο αναγνώστης δεν μαθαίνει ποτέ το ανομολόγητο που γράφτηκε στο τζάμι, μόνον εικάζει. Ομως η ανάγνωση της Βάρδιας απαιτεί την ικανότητα να βλέπεις το αόρατο που βρίσκεται μπροστά στα μάτια σου, να διαβάζεις τις σιωπές, να ξετρυπώνεις το λαθραίο φορτίο που κρύβεται μέσα στις λέξεις.

Διαβάστε πάλι τη Βάρδια και ανακαλύψτε μιαν άλλη μάνα από αυτή που όλοι γνωρίζουμε από στίχους που έχουν περάσει στην καθομιλουμένη («Γιε μου, πού πας, Μάνα, θα πάω στα καράβια» ή «...εχτός από τη μάνα σου κανείς δεν σε θυμάται, σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.»). Η μάνα της Βάρδιας βρίσκεται στη ρίζα κάθε αισθήματος ενοχής. Αιμομικτικά όνειρα και φαντασιώσεις, κακοί, ανάξιοι γιοι, που δεν μπορούν να προσφέρουν στη μάνα τους ούτε ένα κεραμίδι στα γεράματα.

Η συμβουλή της μάνας πάει πάντα χαμένη, η ευχή της συχνά αποδεικνύεται γρουσούζικη και το φυλαχτό της χάνεται, δωρίζεται, ξεχνιέται σε μπορντέλα. Η Βάρδια είναι ένα ταξίδι στη γεωγραφία της ενοχής. Ο,τι αγγίζω, σαπίζει, λέει ο Νίκος ο ασυρματιστής. Δεν πεθαίνει, σαπίζει. Η αρρώστια, της ψυχής και του σώματος, η σήψη, η αηδία ταξιδεύουν στη Μασσαλία, στη Βηρυτό, στον Πειραιά, στην Κίνα. «Μέχρι τα έσχατα του κόσμου θα σαπίζω για να σαπίζει μαζί μου κι ο κόσμος», είχε γράψει ο Ζενέ. Το καράβι της Βάρδιας έχει σχίσει τη θολή γραμμή των οριζόντων, αλλά από την άλλη πλευρά δεν βρήκε τη μεγάλη μήτρα της θάλασσας, τους καθαρούς βυθούς του Ινδικού.

«Υπάρχουν σε μια γοτθική εκκλησία κάτι στασίδια που σαν τα αναποδογυρίσεις θα δεις σκαλισμένες παραστάσεις αισχρές. Ο ανώνυμος τεχνίτης έχει δουλέψει για το κέφι του. Εχει αποκάμει να δουλεύει για τους άλλους, για την πίστη, για τις ιδέες. Δεν το 'καμε για να παίξει. Μα για να υπογράψει». Ο Καββαδίας υπογράφει, ταυτόχρονα όμως παίζει με τον αναγνώστη του, του κλείνει το μάτι, και αυτό το παιχνίδι κάνει την ανάγνωση της Βάρδιας συναρπαστική. Οσοι έχουν διαβάσει τη Βάρδια μπορούν να την ξαναδιαβάσουν ανακαλύπτοντας συνεχώς καινούριες χάρες, όσοι πάλι έχουν γνωρίσει μόνο τον αθώο «αμαρτωλό» των ποιημάτων, ίσως να δυσκολευτούν να αποδεχτούν τη βαθιά της εξομολόγηση.

**Η Μαρία Τσεκούρα είναι φιλόλογος, μεταφράστρια

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Αφιέρωμα: Νίκος Καββαδίας
Ο Νίκος Καββαδίας στον 21ο αιώνα
Ο ποιητής μέσα από τα μάτια του εκδότη του
Αμφισβητήσεις και παρανοήσεις
Ανθρωποκεντρικές πορείες
Ο Νίκος Καββαδίας, ένας ουμανιστής ποιητής, αν ζούσε σήμερα
Το ήθος του Καββαδία που γνώρισα
Θεατρικά στοιχεία στο Μαραμπού του Νίκου Καββαδία
«Το καθυστερημένο φορτηγό»
Βιβλιογραφική οδοιπορία με τον Καββαδία
Επισημαίνοντας
«Ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα»
Πέντε φωνές για τον «Μαραμπού»
Προδημοσίευση
Δράκος της θάλασσας και της στεριάς
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Τερπνό και ωφέλιμο
Μια αίσθηση ζωώδους ερωτισμού
Το σπάνιο Γαλάζιο Τετράδιο
Η κλασική γοητεία της Ρεβέκκας
Ο Φουκώ και το πρόβλημα των προϋποθέσεων της σκέψης
Προτού συνδεθεί με τους Καρμπονάρους
Τα βουνά της τρέλας
Με σαματά τα αδέσποτα και ο Μένιος
Θαυμαστός παλαιός κόσμος
Αφιέρωμα: Νίκος Καββαδίας
Ο Νίκος Καββαδίας στον 21ο αιώνα
Ο ποιητής μέσα από τα μάτια του εκδότη του
Αμφισβητήσεις και παρανοήσεις
Ανθρωποκεντρικές πορείες
Ο Νίκος Καββαδίας, ένας ουμανιστής ποιητής, αν ζούσε σήμερα
Το ήθος του Καββαδία που γνώρισα
Θεατρικά στοιχεία στο Μαραμπού του Νίκου Καββαδία
Λαθραίο φορτίο, κρυμμένο στις λέξεις
«Το καθυστερημένο φορτηγό»
Βιβλιογραφική οδοιπορία με τον Καββαδία
Επισημαίνοντας
«Ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα»
Πέντε φωνές για τον «Μαραμπού»
Προδημοσίευση
Δράκος της θάλασσας και της στεριάς
Οψεις της ανάγνωσης
Η συνεπής διαφορετικότητα
Από τις 4:00 στις 6:00
Η τέχνη της υποκρισίας στη μουσική
Ο εγκέφαλος των Velvet Underground
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές επιβίωσης