Έντυπη Έκδοση

«Ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα»

Δεν είναι γραφικός, δεν είναι εξωτικός, δεν είναι λαϊκός, εν γένει δεν είναι -ικός, γιατί είναι άμεσος, ειλικρινής, ανιδιοτελής, ζωντανός, πεθαμένος, νεκροζώντανος, αναστημένος, θλιμμένος, χαρούμενος, βραδυφλεγής, ετοιμοπόλεμος.

Δεν έχει το χάρισμα, γιατί δεν είναι ψώνιο, δεν είναι λογοτεχνικό ζωάκι, δεν είναι φιλολογίζων, δεν του αρέσουν τα σαλόνια, ούτε τα στεριανά ούτε τα θαλασσινά. Φίλος εστί, ευγνώμων, φιλόζωος, αφιερωμένος και αφιερωματικός. Κι αργότερα, μετά τον θάνατό του, μελοποιημένος, μελοποιημένος, μελοποιημένος.

Και τα βιβλία του, ευπώλητα, ευπώλητα, ευπώλητα.

Ομως, εν τούτοις, εν αντιθέσει, μπροστά και πίσω, παρόν και μέλλον, παρελθόν μέσα στο μέλλον, και μέλλον μέσα στο παρελθόν, αυτός ο ξένος, ο οικείος, αυτός που όλοι κάπου τον έχουμε δει, κάπου μάς έχει συναντήσει, όχι πάνω σε καράβι, όχι πάνω σε καράβι, όχι πάνω σε καράβι. Δεν ταξίδεψε αυτός, αυτός ο αταξίδευτος, κι ας ταξίδεψε. Δεν μπάρκαρε ποτέ, κι ας μπάρκαρε, πάντα αμπαρκάριστος, πάντα στο λιμάνι, ποτέ στο λιμάνι. Νίκος Καββαδίας, ένα όνομα και ένα επώνυμο, πέρα από μοντερνισμούς, ελεύθερους και ελευθερωμένους στίχους, ελληνοκεντρικούς, πολυπολιτισμικούς, παραδοσιακούς, ουρανικούς, καρυωτακικούς, μποντλερικούς.

Ποιητική πράξη, πρώτη: Η ποιητική συλλογή «Μαραμπού» του 1933, σε ηλικία 23 ετών. Προλογίζει ο ποιητής και κριτικός Καίσαρ Εμμανουήλ, εκδίδει ο «Κύκλος» τού δανδή ποιητή Απόστολου Μελαχρινού. Η ποίηση δεν έχει ηλικία και ο Καββαδίας δεν έχει πρώτη και τελευταία περίοδο στο έργο του. Παρέμεινε πάντα ο ίδιος και απαράλλαχτος, χωρίς να ραγίσει. Γαλλικά φύλλα ποίησης, όπου βρίσκει τους συνοδοιπόρους του, αυτός ο λατρεμένος από τον Παύλο Νιρβάνα και μαγεμένος από τους spleen ποιητές, τον Ουράνη, τον Καρυωτάκη, τον Στασινόπουλο. Από κοντά, οι Γάλλοι της καταραμένης συνείδησης και του ακόμη πιο καταραμένου ασυνείδητου: ο Κορμπιέρ, ο Λαφόργκ, ο Ντερέμ. Μα, πάνω απ' όλους ο Κάρολος Μποντλέρ, το πρόσωπο και το προσωπείο, ο προπάτορας και ο απόγονος, ο λυσσασμένος τού σκότους και ο φωτισμένος τής αγωνίας.

Ακόμη δεν έχει γίνει ο ναυτικός της νοσταλγικής επαναφοράς στη μακρινή και απομακρυσμένη πατρίδα. Είναι ο αναγνώστης του σώματος της ποίησης, ο οποίος θέλει να δοκιμάσει τα όριά του στη θάλασσα, γιατί εκεί κινδυνεύει, όχι μόνον το σώμα, αλλά και η σκιά του. Το ναυτικό κασκέτο μάλλον είναι μια πόζα της ηδυπάθειας πλην της δοκιμασμένης πείρας, όταν ο χρόνος δεν είναι μια αναμονή, αλλά η συγκέντρωση στη μνήμη -όταν πλουτίσεις σε εμπειρίες δηλαδή-, για να γίνει ταμείο: τότε, κέρδη και ζημιές, όσο κι αν τα υπολογίσεις, δεν μπαίνουν πια ούτε στον έναν ούτε στον άλλο δίσκο της νοητής ζυγαριάς. Εν τούτοις, ο Νίκος Καββαδίας δεν πέφτει στη μεγάλη τρύπα, απ' όπου δεν βγήκαν ποτέ όσοι δοκίμασαν να πουλήσουν στην Αθήνα ταξιδιάρικη εξωτικότητα. «Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα, /λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αιθάλη», /που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε, γελώντας και κουνώντας το κεφάλι», γράφει.

Φοβικός του μεγάλου ταξιδιού, ωστόσο, γιατί, όπου και να ταξιδέψει, ο καταθλιπτικός εαυτός γίνεται το πεδίο μιας άτυπης ψυχανάλυσης, η οποία επικροτεί το αδιέξοδο: «Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά/ και να 'χεις των αναχωρήσεων τη μανία, / μα φεύγοντας απ' το γραφείο τα βραδινά / να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία». Βρισκόμαστε στη δίνη του μεταπολέμου, με τον Εμφύλιο σαν φάντασμα και σαν πραγματικότητα. Το τετράστιχο προέρχεται από τη δεύτερη έκδοση της συλλογής Μαραμπού, στην οποία έχει προστεθεί και το «Καφάρ», που αφιερώνεται στον φίλο του ποιητή, στον ηθοποιό Γιώργο Παπά. Συνεχίζει: «Αλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό, / μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα, / είναι το ίδιο πια να μένεις στην Ελλάδα / με το να ταξιδεύεις στο Fernando Ρο». Μέσα σε τέσσερις στίχους κατεδαφίζει το ήδη κατεδαφισμένο πολιτικό και κοινωνικό ελλαδικό σύμπαν.

Ο κοινωνικός παρατηρητής, ο Μαραμπού, ο Κόλλιας, παραμένει μ' όλες τις παντιέρες της ειρήνης σηκωμένες και ανεμίζουσες. Πού και πού του πέφτουν από τα χέρια του και το πανί τους γλείφει το κόκκινο από αίμα χώμα. Στη «Μαύρη λίστα» αφήνει κατά μέρος τις ομοιοκαταληξίες και πέφτει στο άγριο κύλισμα του ελεύθερου στίχου. Οι μεσόκοποι καπεταναίοι Εγγλέζοι φωτογραφίζουν τα γεγονότα και δεν θέλω να τονίσω ότι υπάρχει κατ' ανάγκην ευθεία σχέση με τα Δεκεμβριανά. Αυτοί λοιπόν οι υψηλόβαθμοι ένστολοι «μα θες από την κούραση ή απ' το πολύ που επίναν / έπεσαν έξω, το μεγάλο δίπλωμα τους πήραν, / στη "Μαύρη λίστα" γράφτηκαν κι ένα χαρτί τούς δώσαν, / ένα χαρτί που δίνουνε μόνο με τους λοστρόμους».

Ποιητική πράξη δεύτερη: Με το Πούσι, τού 1947, η καββαδιακή ποίηση δεν χάνει σε τίποτα από το τέμπο της και από τη μουσική της. Παραμένει καρφωμένη στη μυθολογία του θλιμμένου πουλιού των τροπικών, του μαραμπού, όμως είναι περισσότερο απελευθερωμένη από το βάρος του πρώτου προσώπου. Ο Νίκος Καββαδίας δεν αυτοβιογραφείται πλέον με τη θερμή αμεσότητα του προσδοκώμενου πόθου, έχει αποσυρθεί η νεανική επιθυμία να γίνει ο φυγάς, πάντως όχι ναυτικός, φυγάς.

Το έτος έκδοσης βρίσκει μια Ελλάδα ανάστατη, με τον Εμφύλιο στην πιο κακιά του ώρα. Ομως, δεν «πουλάει» αριστεροσύνη, δεν προσπαθεί να εξαργυρώσει τις καταθέσεις του στην Αντίσταση. Αυτοειρωνεύεται μέχρι τελικής πτώσεως, γιατί δεν θέλει να μπει μπροστά, δεν θέλει να σηκώσει κόκκινες σημαίες, δεν θέλει να ανήκει κάπου. Στο καταληκτήριο τετράστιχο τού ποιήματος «Θαλασσία πανίς» αυτοειρωνεύεται και κλείνει, καθόλου τυχαία, το μάτι στον μεγάλο ηθοποιό (και αριστερό) Αιμίλιο Βεάκη, στον οποίο αφιερώνει το ποίημα: «Γουίλιαμ!... Γέλα στο βυθό φλεγματικά, / αφού πια τίποτα δε μέλλει να προδώσεις. / Ας παίξουν κι άλλοι παιγνίδια ναυτικά / κι άλλοι ας φορέσουνε φανέλλα με ραβδώσεις».

Το αμέσως επόμενο ποίημα έχει τον τίτλο «Federico Garcia Lorca» και είναι αφιερωμένο στον εκδότη Θανάση Καραβία. Οι καιροί δεν σηκώνουν αστεία, ποιητής και εκδότης το ρισκάρουν. Η δολοφονία του ισπανού ποιητή στην Κόρδοβα και ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα, που δώρισε στον Πικάσο τον ομώνυμο πίνακα, μεταφέρονται στον τοίχο της Καισαριανής και στο ολοκαύτωμα του Διστόμου, πάντα υπό γερμανική παντιέρα και όχι σταυροφορική. Και τι να πεις για το τελείωμα του λορκικού θρήνου. Η ερημιά στην πιο ερημωμένη ερημιά της: «Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα. / Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά. / Σμάρι κοράκια να πετάν' στην έρημην αρένα / και στο χωριό ν' ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά». Και σκεφτείτε ότι ο μέγας Αιμίλιος Χουρμούζιος (αναζητήστε τον, έχει πολύ ψωμί) τον κατηγόρησε από τις στήλες της «Νέας Εστίας» για «έλλειψη ήθους», γιατί τα ποιήματα δεν ήταν αρκούντως πολιτικά!

Στα άλλα ποιήματα αστράφτουν το ταλέντο, η διαύγεια και η ποιητική κυριολεξία. Μουσικές που θέλουν να γίνουν τραγούδια, τραγούδια που δεν αποδέχονται τη μουσική, σιωπές μέσα στους στίχους και στίχοι μέσα στη σιωπή. Σαν να σηκώνει ένα δάχτυλο και το φέρνει στο στόμα για να πάψουν να μιλούν στη γλώσσα οι θεοί και οι δαίμονες του καθενός μας.

Ποιητική πράξη τρίτη και τελευταία: Ο μετρ δεν πρόλαβε να πιάσει στα χέρια του το τρίτο ποιητικό του βιβλίο. Βρισκόμαστε έναν χρόνο μετά τη δικτατορία, κι όλος ο κόσμος είναι μουδιασμένος. Το έχει μυριστεί το τέλος του. Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι σε δεκαπεντασύλλαβο, που τους προόριζε για μότο στο Τραβέρσο. Δεν μπήκε ποτέ. Εμεινε με το μέρος του θανάτου. Συμμάχησε μαζί του αυτός, ο απών: «Μα ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη / και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια. / Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε».

Ο προνομιακός συνομιλητής τού Νίκου Καββαδία είναι ο Θανάσης Καραβίας. Του αφιερώνει το «αριστερό» ποίημα «Guevara». Μόλις έχει πέσει η χούντα, γράφαμε προηγουμένως. Ταμάμ το ποίημα. Εδώ, ανασταίνονται οι πρόδρομοι της απελευθέρωσης της Λατινικής Αμερικής, ο Χοσέ Μαρτί και ο Σιμόν Μπολίβαρ. Αλλά καθόλου απρόοπτο για τα καββαδιακά ποιητικά συμφραζόμενα. Τον θρήνο για τον Τσε τον σιγοτραγουδούν μουρμουριστά οι Μανιάτισσες, ενώ η Κρήτη δεν λεβεντολογείται και θα δείτε γιατί: «Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Πού μ' είδες και πού σ' είδα; / Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα».

Δεν είναι μόνον η καλή ώρα του Νίκου Καββαδία, είναι η καλλίστη για όλη την ελληνική ποίηση. Βιογραφία και έργο πάνε μαζί, ομού και αξεχώριστα, χωρίς μια ρωγμή, χωρίς μια ρυτίδα, χωρίς ένα ράγισμα του χρόνου. Ολος ο χρόνος σε μια στιγμή και η κάθε στιγμή χωράει όλον τον χρόνο.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Αφιέρωμα: Νίκος Καββαδίας
Ο Νίκος Καββαδίας στον 21ο αιώνα
Ο ποιητής μέσα από τα μάτια του εκδότη του
Αμφισβητήσεις και παρανοήσεις
Ανθρωποκεντρικές πορείες
Ο Νίκος Καββαδίας, ένας ουμανιστής ποιητής, αν ζούσε σήμερα
Το ήθος του Καββαδία που γνώρισα
Θεατρικά στοιχεία στο Μαραμπού του Νίκου Καββαδία
Λαθραίο φορτίο, κρυμμένο στις λέξεις
«Το καθυστερημένο φορτηγό»
Βιβλιογραφική οδοιπορία με τον Καββαδία
Επισημαίνοντας
Πέντε φωνές για τον «Μαραμπού»
Προδημοσίευση
Δράκος της θάλασσας και της στεριάς
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Τερπνό και ωφέλιμο
Μια αίσθηση ζωώδους ερωτισμού
Το σπάνιο Γαλάζιο Τετράδιο
Η κλασική γοητεία της Ρεβέκκας
Ο Φουκώ και το πρόβλημα των προϋποθέσεων της σκέψης
Προτού συνδεθεί με τους Καρμπονάρους
Τα βουνά της τρέλας
Με σαματά τα αδέσποτα και ο Μένιος
Θαυμαστός παλαιός κόσμος
Αφιέρωμα: Νίκος Καββαδίας
Ο Νίκος Καββαδίας στον 21ο αιώνα
Ο ποιητής μέσα από τα μάτια του εκδότη του
Αμφισβητήσεις και παρανοήσεις
Ανθρωποκεντρικές πορείες
Ο Νίκος Καββαδίας, ένας ουμανιστής ποιητής, αν ζούσε σήμερα
Το ήθος του Καββαδία που γνώρισα
Θεατρικά στοιχεία στο Μαραμπού του Νίκου Καββαδία
Λαθραίο φορτίο, κρυμμένο στις λέξεις
«Το καθυστερημένο φορτηγό»
Βιβλιογραφική οδοιπορία με τον Καββαδία
Επισημαίνοντας
«Ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα»
Πέντε φωνές για τον «Μαραμπού»
Προδημοσίευση
Δράκος της θάλασσας και της στεριάς
Οψεις της ανάγνωσης
Η συνεπής διαφορετικότητα
Από τις 4:00 στις 6:00
Η τέχνη της υποκρισίας στη μουσική
Ο εγκέφαλος των Velvet Underground
Άλλες ειδήσεις
Συνταγές επιβίωσης