Έντυπη Έκδοση

Ενας αρνητής του Σύμπαντος

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς κι ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα τρυφερή, υποσχετική οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας απ' τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.

Μην ξεχάσεις- φτύσ' τους. Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων ας περιμένουν οι αχρείοι.

Είναι 1967 και ο Εκτωρ Κακναβάτος δεν έχει κλείσει τα πενήντα του χρόνια. Η φωνή του ακούγεται δυνατά, με όλες τις χορδές της τεντωμένες, και ανήκει στη «ράτσα της υψικάμινου». Είναι μια υψικάμινος μέσα στην οποία θα καεί ολόκληρος ο κόσμος: ο κόσμος της ποιητικής παράδοσης, που ξεθεμελίωσε ο Ανδρέας Εμπειρίκος με τη δική του «Υψικάμινο», αλλά και των συγχρόνων του Κακναβάτου, που είτε απέβαλαν βαθμιαία τις υπερρεαλιστικές τους ρίζες, για να κατευθυνθούν προς τον εξπρεσιονισμό, την αλληγορία και τον λυρισμό, είτε δεν ήρθαν ποτέ σε επαφή με το υπερρεαλιστικό ρήγμα της δεκαετίας του 1930, απρόθυμοι να προσχωρήσουν στον κατεδαφιστικό ριζοσπαστισμό του.

Μόνος μιαν ολόκληρη διαδρομή

Μα ήταν τόσο ριζοσπαστικός ο υπερρεαλισμός εν Ελλάδι; Κατάφεραν, άραγε, οι Ελληνες υπερρεαλιστές, του Εμπειρίκου συμπεριλαμβανομένου, να διαλύσουν όντως το ποιητικό σώμα από το οποίο προήλθαν και να αναποδογυρίσουν με την καταιγιστική τους ορμή την ποιητική υδρόγειο; Δεν θέλω να είμαι υπερβολικός, μα ακόμη κι αν οι υπόλοιποι (νεότεροι και παλαιότεροι) υπερρεαλιστές προχώρησαν στον δρόμο της ανατροπής μόνο μέχρις ενός σημείου, ο Κακναβάτος διέτρεξε ολόκληρη τη διαδρομή διά μιας και δεν έκανε ποτέ ούτε μία σπιθαμή πίσω, τιμώντας τη σημαία του υπερρεαλισμού κατά τον εντιμότερο και τον συνεπέστερο τρόπο.

Γι' αυτό κι ο «ήλιος φίδι μες στο σύρμα» (ένας Πήγασος που πετάει στον ουρανό του παραλόγου), γι' αυτό και κανείς δεν θα μπορούσε να περιμένει από τον Κακναβάτο «να σβήσει με νερό» τη φωτιά που κατέκαψε τα ποιητικά σωθικά του.

Φεύγοντας αυτόν τον μήνα πλήρης ημερών, σε ηλικία ενενήντα ετών (τα άπαντά του κυκλοφορούν σε δύο κομψούς τόμους από τις εκδόσεις «Αγρα»), ο Κακναβάτος όχι μόνο μακροημέρευσε ποιητικά, αλλά και δεν οπισθοχώρησε ποτέ ούτε ένα βήμα από την αιχμή των αναζητήσεών του. Επιμένοντας στην αιφνιδιαστική χρήση των λογικών ασυνδέτων του, κάνοντας τις πιο απρόσμενες εκπλήξεις με την παράταιρη συναρμογή των εικόνων του, αλλά και διαλέγοντας τους πιο διαφορετικούς ή και αντίθετους μεταξύ τους ήχους για την ακουστική του, προκειμένου να τους συνενώσει σ' ένα εξαιρετικά παράδοξο και συνάμα υποβλητικό κράμα, ο ποιητής μπορεί να είναι απολύτως ευχαριστημένος και μεταθανατίως για τη σταθερότητα, αλλά και την πρωτοτυπία ή το ρηξικέλευθο της γραμμής του.

Μόνος, βέβαια, ο ανατρεπτικός χαρακτήρας ενός ποιητικού κινήματος δεν φτάνει για να φέρει το κατάλληλο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση, ιδίως, του Κακναβάτου, ο υπερρεαλισμός, που είχε ήδη διαγράψει έναν μεγάλο κύκλο όταν ο ίδιος ξεκίνησε την πορεία του, θα μπορούσε να λειτουργήσει παραλυτικά και να τον εξαντλήσει από την αρχή κιόλας της σταδιοδρομίας του. Γιατί δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι έχει ο οποιοσδήποτε τη δυνατότητα να τα βγάλει πέρα με ένα ποιητικό στιλ το οποίο κατάφερε κατ' επανάληψη να κατρακυλήσει για ψύλλου πήδημα στη μανιέρα, όπως και σε πλήθος βολικές και ανώδυνες λύσεις, που πάντα προσφέρει στους ανέτοιμους η γλώσσα του δυσνόητου και του ακατάληπτου.

Παιχνίδι της λέξης για τη λέξη

Ο Κακναβάτος τίναξε στον αέρα όλα τα δεδομένα, χωρίς να παρασυρθεί εκ παραλλήλου σε οιαδήποτε έκπτωση τόσο ως προς την τεχνική του άνεση όσο και ως προς την ουσιαστική δυναμική του. Δεν είναι τυχαία η σύμπνοια με την οποία τον αντιμετώπισε η κριτική. Ο Αλέξ. Αργυρίου έγραψε πως ο επιθετικός τόνος της ποίησής του κρατήθηκε σταθερός σε όλο το μήκος της στιχουργικής του, διατηρώντας τη βιαιότητά του με ένα «νεανικό πείσμα», ενώ ο Γιάννης Δάλλας έχει παρατηρήσει πως ο ακραιφνής υπερρεαλισμός του θωρακίστηκε με τη θεμελίωση του «αντικειμενικού τυχαίου» και της «πραγμοποιημένης λέξης».

Ο Κακναβάτος έπαιξε κατ' εξακολούθησιν το παιχνίδι της λέξης για τη λέξη, χτίζοντας ένα γλωσσοκεντρικό σύμπαν στο εσωτερικό του οποίου συμβαίνουν χωρίς την παραμικρή διακοπή αλλεπάλληλες εκρήξεις. Εκρήξεις που φρόντισαν να μην υπάρξουν ποτέ στεγανά και τέλμα στη δουλειά του, παράγοντας, όπως έχει επισημάνει ο Γιώργος Μαρκόπουλος, μιαν «άκρως επεισοδιακή γραφή», ικανή για συνεχή αναδιάταξη και ανανέωση.

Θέλω να συμπληρώσω, κλείνοντας, πως η εμπύρετη υπερρεαλιστική ματιά του Κακναβάτου δεν κλείστηκε, παρά το παιχνίδι με τις λέξεις και τη γλώσσα, σε κάποιον χρυσελεφάντινο πύργο και δεν κοιτάχτηκε ούτε μία φορά ωραιοπαθώς στον καθρέφτη. Η καυτή ιστορική εμπειρία της εποχής του, την οποία άλλωστε έζησε από πρώτο χέρι ως εξόριστος στην Ικαρία και τη Μακρόνησο, αργοσαλεύει πάντα κάτω από τον στίχο του, αποκαλύπτοντας ένα δυσοίωνο κοινωνικό τοπίο: ένα τοπίο χαλασμού και αποσύνθεσης, που μόνο η ποίηση μπορεί να διακρίνει σε όλο του το βάθος, μετατρέποντας το εργαστήριο του καλλιτέχνη σε άγρυπνο παρατηρητήριο της ζωής.*

Ποίηση και μαθηματικά

Τι είναι η ποίηση; Τι ακριβώς προσπαθεί να μας μεταδώσει και ποια κανάλια εφευρίσκει προκειμένου να ψιθυρίσει τα λόγια της στο αυτί μας ή να εναποθέσει τις εικόνες της στο πεδίο της όρασής μας;

Το αόριστο «εν τι» της ποίησης (ο Πλάτων την αντιπαθούσε σφόδρα, μα παράλληλα καταλάβαινε πολύ καλά τους σκοπούς και τη λειτουργία της) πρέπει πάση θυσία να πάρει σάρκα και οστά, να βρει έναν δρόμο για να φτάσει στον νου και την καρδιά μας. Και τα μαθηματικά, που ο Εκτωρ Κακναβάτος σπούδασε, δίδαξε και πέρασε διαμέσου των πιο διαφορετικών οδών στα ποιήματά του, έχουν αποδειχτεί στη μακραίωνη ιστορία της λογοτεχνίας ένα βασιλικό μέσον επικοινωνίας μεταξύ ποιητικού πομπού και δέκτη.

Από τον Στεφάν Μαλαρμέ, που συσχέτιζε τα μαθηματικά με την ποιητική γλώσσα, μέχρι τους Ρώσους φορμαλιστές, που ανέλυαν επί τη βάσει λογικών ακολουθιών και μοντέλων τα πιο διαφορετικά ποιητικά κείμενα, καλλιτέχνες και θεωρητικοί αναγνώρισαν από πολύ νωρίς στην «τέχνη της ποιήσεως» (για να μην ξεχνάμε και τον Καβάφη) και στην αφαιρετικότητα της μαθηματικής επιστήμης μια κοινή αξία: τη δυνατότητα παραγωγής συμβόλων ικανών να συμπυκνώσουν και να οργανώσουν ένα σκοτεινό και δυσερμήνευτο νόημα.

Η μέθοδος με την οποία χρησιμοποίησε ο Κακναβάτος τα μαθηματικά στην ποίησή του είναι μια υπερβατική εναρμόνιση της τάξης με το χάος. Από τη μία πλευρά το χάος, προς το οποίο τείνει από τη φύση του ο λόγος του Κακναβάτου, το αδιαπέραστο τείχος της λογικής που γκρεμίζεται σαν τραπουλόχαρτο σε κάθε καινούργια εφόρμηση της υπερρεαλιστικής πλησμονής του. Από την άλλη, η τάξη στην οποία βάζουν το απελευθερωμένο χάος τα λεκτικά του σχήματα και επινοήματα, οι απανωτές σφήνες που παρεισδύουν στα σκόρπια ποιητικά υλικά του για να συντονίσουν την ασθμαίνουσα ενέργειά τους και να ανοίξουν ένα αυλάκι για τη διοχέτευση της δυναμικής της. Είναι αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν, μελετώντας τις κινήσεις των πλανητών, «το σώζειν τα φαινόμενα»: το πώς με άλλα λόγια μπορεί να δοθεί κυκλικότητα και αρμονία στην εγγενή ασυμμετρία -ένα σπουδαίο κατόρθωμα των μαθηματικών, αλλά και της ποίησης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
51ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Σεμνά, ταπεινά και καλλιτεχνικά
«Μόνο οι Ελληνες κατάλαβαν τι εστί Σαρκοζί»
Αθηνά Ανδρεάδη
Η ελληνική γλώσσα με οδηγεί σε άλλες μουσικές
Κομικςοδρόμιο
Ο Blacksad στην Κόλαση!
Κριτική θεάτρου
Η γυμνή αλήθεια της ξενοφοβίας
Λογοτεχνία
Ενας αρνητής του Σύμπαντος
Μουσική
Μεγαλείο της, η προσωπικότητά της
Συνέντευξη: Ιωάννα Καρυστιάνη
Οι μάνες είναι ο εύκολος «στόχος»
Συνέντευξη: Σόνι Ρόλινς
Στα 80 σκέφτομαι την τζαζ όπως στα 8 μου
Συνέντευξη: Τζορτζ Οσόντι
Η Αφρική είναι θύμα εκμετάλλευσης και απληστίας