Έντυπη Έκδοση

Επί σκηνής

  • Ερευνητικό θέατρο

    Υπήρξα μεταξύ των αποδεκτών της ανοιχτής προς τον ΥΠΠΟΤ επιστολής που συνέταξε η «Κίνηση Μαβίλη», μια «αυθόρμητη συνάντηση καλλιτεχνών» που απαρτίζεται από έξι, αρχικά, νέους σκηνοθέτες ή επικεφαλής θεατρικών ομάδων, και την οποία συνυπογράφουν πολλοί άλλοι συνάδελφοί τους.

    Ομάδες στις οποίες η στήλη έχει επανειλημμένα αναφερθεί με ευκαιρία τον άξιο προσοχής, ιδιαίτερο σκηνικό τους λόγο. Πρόκειται για όλους αυτούς που, παρά την υπερπροσφορά της θεατρικής αγοράς και παρά τα ανύπαρκτα οικονομικά τους μέσα, επιμένουν να ερευνούν, να δημιουργούν, να εκφράζουν τον δικό τους προβληματισμό για τη σκηνική τέχνη αλλά και την κοινωνία, κερδίζοντας το δικό τους -πρώτιστα νεανικό- κοινό που τους ακολουθεί στους μικρούς, συχνά ακατάλληλους, χώρους που ενοικιάζουν ή τους παραχωρούνται με λογική συμπαραγωγής.

    Η αξία και προσφορά τους δεν έχει ολότελα παραγνωριστεί από επίσημους φορείς. Κάποιοι από αυτούς παρουσίασαν έργο τους στο Φεστιβάλ Αθηνών, άλλοι φιλοξενήθηκαν στο περσινό πρόγραμμα για νέους στο Εθνικό Θέατρο, άλλοι επιλέχθηκαν από την Επιτροπή της δράσης «Σύστημα Αθήνα» του ΕΚΔΙΘ να παρουσιάσουν δουλειά τους σε εκπροσώπους ξένων φεστιβάλ. Κάποιοι έτυχαν σποραδικών επιχορηγήσεων του ΥΠΠΟΤ, ανάλογα με τις προτιμήσεις των μελών της εκάστοτε Επιτροπής του. Ομως, αυτά αρκούν για να επιβιώσουν, να συνεχίσουν να δημιουργούν; Μάλλον όχι.

    Αυτό που καταγράφουν δικαίως είναι η ασυνέπεια όσον αφορά την αντιμετώπισή τους από τους επίσημους φορείς και η απουσία παντός μέτρου που να τους διαφοροποιεί από καταξιωμένους θιάσους ή θεατρικούς χώρους που τυγχάνουν συστηματικότερων επιχορηγήσεων. Είναι επίσης η αδιαφάνεια των αποφάσεων και συχνά η άγνοια της δουλειάς τους από εκείνους που αποφασίζουν αν θα τύχουν ή όχι χρηματικής υποστήριξης.

    Εχω και παλαιότερα αναφερθεί στη διαφοροποίηση της οποίας θα έπρεπε να τυγχάνουν οι ομάδες αυτές. Εχω αναφέρει ότι κρατική ή χορηγική τους στήριξη πρέπει να γίνεται από γνώστες της πορείας και της ιδιαίτερης θέσης τους στο θεατρικό τοπίο. Και ότι η υποστήριξη ενός ουσιαστικά ερευνητικού θεάτρου θα έπρεπε να είναι το κύριο μέλημα ενός υπουργείου, φορέα του ή επιτροπής του που δεν θα εξαντλείται σε συμπτωματική επιχορήγηση μικροποσών.

    Επένδυση στον πολιτισμό σημαίνει δημιουργία υποδομών και θεσμικών πλαισίων. Σημαίνει, συγκεκριμένα, παροχή ενός πλήρως εξοπλισμένου χώρου για μεσοπρόθεσμο διάστημα σε επιλεγμένες- και, γιατί όχι, εναλλασσόμενες- ομάδες από κοινού που αναλαμβάνουν τη διαχείρισή του με στόχο την έρευνα και τη δημιουργία. Ερευνητικό θέατρο σημαίνει μεσοπρόθεσμο προγραμματισμό με διάρκεια στην παρουσίαση του αποτελέσματος -και όχι κάτω από το άγχος των δυσβάσταχτων ενοικίων- με ανταλλαγή απόψεων και δυνατότητα συνεργασιών μεταξύ ομάδων. Σημαίνει ανάπτυξη δημιουργικότητας με τη συμπόρευση διαφορετικών νέων καλλιτεχνών και επιστημόνων σε έναν κοινό χώρο-εστία πολιτιστικής δημιουργίας.

    Σε περιόδους κρίσης -όπως αυτή που διανύουμε- ένα ακόμη άσκοπο μοίρασμα μικροποσών σε πολλούς δεν εξυπηρετεί άλλο από την ενίσχυση ενός πληθωρικού θεατρικού τοπίου αμφίβολης ποιότητας. Στόχος όμως θα έπρεπε να είναι η δημιουργία Κέντρου Ερευνητικού Θεάτρου. Ενός ζωντανού οργανισμού που θα υπηρετείται από μια νέα γενιά καλλιτεχνών με παιδεία και ανησυχίες.

    Στα ιδρυτικά οράματα του πάλαι ποτέ ΕΚΕΘΕΧ ήταν να αποτελέσει πόλο συγκέντρωσης χορηγιών για το θέατρο και το χορό. Ούτε τώρα είναι αργά, αρκεί το υπουργείο να δημιουργήσει τη βασική δομή. Το σύστημα επιχορηγήσεων, όπως λειτούργησε όλα τα τελευταία χρόνια, αποδείχτηκε ανεπαρκές και αναποτελεσματικό στο να ενισχύσει την έρευνα, να προωθήσει τον επαγγελματικό πειραματισμό, να δημιουργήσει συνθήκες εξέλιξης και προώθησης όσων ξεχωρίζουν. Σε έναν χώρο, άλλωστε, όπου η αδυναμία ή η αδιαφορία για εποικοδομητική κριτική προσέγγιση των περισσότερων ερευνητικού χαρακτήρα παραστάσεων υποκαθίσταται από την ισοπεδωτική δημοσιογραφική προβολή που δικαιολογημένα έλκεται από αμφίβολης ποιότητας εντυπωσιασμούς.

    Η «Κίνηση Μαβίλη», με τη διάθεση αλληλογνωριμίας των συμμετεχουσών ομάδων και της δουλειάς τους, είναι σημαντικό δείγμα αναστοχασμού πάνω στις ατομικές διαδρομές. Η αλληλοϋποστήριξή τους για κοινό στόχο ίσως αποτελεί την απαρχή για αλλαγή νοοτροπίας. Και φορέα σταθερής διεκδίκησης ακόμη και αν οι προθέσεις του κρατικού μηχανισμού παραμείνουν προς το παρόν θολές.

    Ο Δ. ΤΣΑΤΣΟΥΛΗΣ είναι αναπληρωτής καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών - Κριτικός θεάτρου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Κινηματογράφος
Το φεστιβάλ γυρίζει σελίδα
«Με τις ταινίες ξεπερνώ τον φόβο»
Πρωτοσέλιδα στην οθόνη
Συνέντευξη: Μάικ Λι
«Δεν υπάρχει τραγωδία χωρίς αστεία»
Μουσική
Back to black
Τραγουδώντας για την αμαρτία
«Ακουσα τον Καβάφη μέσα μου»
Συνέντευξη: Φοίβος Δεληβοριάς
«Ναι στις αόρατες πολιτικές δυνάμεις»
Θέατρο
Στο τραπέζι με τον «πατερούλη»
Ο «Επιστάτης» θα έρθει στα γενέθλια
Επιστολή αναγνώστη
Μια απάντηση στον Γιώργο Διαλεγμένο
Συνέντευξη: Σταμάτης Φασουλής
«Είμαι απλώς απελπισμένος»
Βιβλίο
Η αριστερά στην κρίση
Η Λολίτα και η Λόρα
Εκθεση
Λεφτά... υπήρχαν
Ο Πικιώνης της ζωγραφικής
Αρχιτεκτονική
Τι αντέχει, τι ρημάζει