Έντυπη Έκδοση

Το κορίτσι του σινεμά

Η Αν Βαζιεμσκί αφηγείται με τρόπο μυθιστορηματικό τις εμπειρίες της πλάι στον Ρομπέρ Μπρεσόν

Για σκέψου! Να 'σαι δεκαεπτά χρόνων, ν' ανυπομονείς ν' ανοίξεις τα φτερά σου κι ας μην ξέρεις για πού, με την αυτοεκτίμησή σου τη μια στιγμή να τονώνεται και την άλλη να κατακρημνίζεται, και, ξαφνικά, ένας ώριμος δημιουργός, εγγυημένη αξία της έβδομης τέχνης, να εμφανίζεται στον δρόμο σου, να διεκδικεί την παρουσία σου στο πλατό και να σου υπόσχεται μια εμπειρία ζωής που δεν είχες φανταστεί ούτε στα πιο τρελά όνειρά σου!

Αυτό συνέβη στη γαλλίδα συγγραφέα με τις ρωσικές ρίζες, Αν Βαζιεμσκί, το 1965. Κι είναι ακριβώς η πρώτη της εμπειρία από τον κόσμο του σινεμά, πλάι στον ασκητικό, καταπιεστικό και ιδιοφυή Ρομπέρ Μπρεσόν, στην οποία βασίζεται το αυτοβιογραφικό της μυθιστόρημα «Κορίτσι» (μετ. Μ. Γαβαλά, εκδ. «Πόλις»).

Γνωστή στους σινεφίλ από τις εμφανίσεις της σε ταινίες του -συζύγου της, ένα φεγγάρι- Ζαν-Λικ Γκοντάρ, του Παζολίνι, του Τανέρ ή του Φερέρι, και συγγραφέας μεταξύ άλλων του μεταφρασμένου κι εδώ «Με λένε Ελιζαμπέτ», όπου επίσης κυριαρχεί το μοτίβο του περάσματος από την εφηβεία στην ενηλικίωση, η Αν Βαζιεμσκί υπήρξε ένα απ' αυτά τα παρθένα πρόσωπα που αναζητούσε για τις ταινίες του ο Μπρεσόν, μια «ακατέργαστη ύλη» απ' την οποία ο ίδιος θα εξόρυσσε τ' αυθεντικά αισθήματα που οι επαγγελματίες ηθοποιοί αδυνατούσαν, όπως ισχυριζόταν, να του προσφέρουν.

Η κοπέλα και ο... γάιδαρος

Η ταινία για την οποία γίνεται λόγος στο «Κορίτσι» είναι το «Στην τύχη ο Μπαλταζάρ», η έβδομη από τις δεκατέσσερις του γάλλου σκηνοθέτη. Αυτή τη φορά, το σενάριο δεν βασιζόταν σε κάποιο έργο του Μπερνανός («Το ημερολόγιο ενός επαρχιακού ιερέα») ή του Ντιντερό («Οι κυρίες του Δάσους της Βουλώνης»), ούτε αποτελούσε, όπως «Ο πορτοφολάς», μια μεταφορά του ντοστογεφσκικού «Εγκλημα και τιμωρία» στο Παρίσι. Το είχε γράψει ο ίδιος ο Μπρεσόν και ήταν αρθρωμένο γύρω από την ιστορία μιας κοπέλας κι ενός... γαϊδάρου, οι δρόμοι των οποίων διασταυρώνονται συνεχώς, κι όπου όλα τα ελαττώματα της ανθρωπότητας έρχονται στο φως μέχρι τον ξεπεσμό της μιας και τον θάνατο του άλλου.

«Αυτό το θαυμάσιο σενάριο χαρακτηρίζεται από απόλυτο ζόφο κι απόλυτο πεσιμισμό. Αλαζονεία, ωμότητα, βλακεία, αισθησιασμός, ταπείνωση και βιαιότητα είναι πανταχού παρόντα. Το Κακό νικάει πάντα! Θα 'λεγε κανείς πως είναι ένας κόσμος χωρίς Θεό... Δεν σε τρομάζει να ενσαρκώσεις ένα νεαρό πλάσμα που βασανίζεται τόσο;» ήταν η απορία του διάσημου παππού της Βαζιεμσκί, του νομπελίστα συγγραφέα Φρανσουά Μοριάκ, όταν εκλήθη να συναινέσει στην περιπέτειά της. Προστάτης της οικογένειας, μετά τον θάνατο του γαμπρού του, ο Μοριάκ υπήρξε καταφατικός. Ωστόσο, μ' ένα βλέμμα όλο πονηριά, την είχε προειδοποιήσει: «Αυτός ο Μπρεσόν σου μου φαίνεται... μεγάλος κατεργάρης»!

Η αλήθεια είναι πως το «κορίτσι», όπως θ' αποκαλούν με τρυφερότητα την Αν τα μέλη του συνεργείου, λίγο νοιαζόταν για τη δραματική διάσταση του χαρακτήρα που θα υποδυόταν. Η μόνη της έγνοια ήταν αν θα συνεχίσει να είναι αρεστή στον 64χρονο κινηματογραφιστή, που ευθύς εξ αρχής, «με άπειρη γλυκύτητα», την είχε αντιμετωπίσει σαν το πιο πολύτιμο πλάσμα του κόσμου. Κολακευμένη, δοτική, ενθουσιώδης και αθώα, παρέμενε ανύποπτη για την ασφυξία αλλά και την -έστω και στιγμιαία- αποστροφή που έμελλε να νιώσει γι' αυτόν ώσπου να ολοκληρωθεί η ταινία.

Μέσα στα γυρίσματα

Ανακαλώντας, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, τα όσα συνέβησαν τότε, η Αν Βαζιεμσκί ανασυστήνει την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στα γυρίσματα, αποτυπώνει την -στα όρια του σαδισμού- συμπεριφορά του Μπρεσόν στον φιλόσοφο Πιέρ Κλοσοφσκί, που κρατούσε έναν σημαδιακό ρόλο, όπως στέκεται και στη δυσφορία του σκηνοθέτη για την απρόσμενη παρουσία στο πλατό του ανερχόμενου Γκοντάρ, ο οποίος προετοιμαζόταν να πάρει μια συνέντευξη-ποταμό για τα «Καγέ ντι σινεμά» από τον δημιουργό-ίνδαλμά του.

Το μεγαλύτερο κατόρθωμα όμως της Βαζιεμσκί, είναι ότι, με ζωντανό παράδειγμα τον εαυτό της, παραδίδει στον αναγνώστη τα μυστικά της στρατηγικής του Μπρεσόν να αντλεί τα μέγιστα από τους ερασιτέχνες ηθοποιούς του. Και, καθώς ξεδιπλώνει με δεξιοτεχνία τα συγκεχυμένα συναισθήματα που έτρεφε η ίδια για το πρόσωπό του, φέρνει στην επιφάνεια και κάτι ακόμα: την έστω και φευγαλέα ευτυχία που μπορεί να μοιραστούν ένας μεσήλικας κι ένα άγουρο κορίτσι, στο μέτρο που η πείρα ή οι χυμοί του ενός έρχονται ν' αναζωογονήσουν ή να τροφοδοτήτουν τον άλλο. Ενα γόνιμο πάρε-δώσε που μπορεί ν' ανθήσει σε οποιοδήποτε «πλατό» της ζωής, μ' όλες τις εντάσεις και τις αντιφάσεις που, αναπόφευκτα, συνοδεύουν μια τέτοια σχέση. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Το ανίερο ως ιερό
«Είμαστε αυτό που διαλέγουμε»
Χορτάστε διάβασμα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων
Επτά παρεμβάσεις που χάθηκαν στον δρόμο
Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Οταν η μουσική συνάντησε την οθόνη
Κινηματογράφος
Ακρότητες στο σελιλόιντ
Πάμε σινεμά δωρεάν
Αντιπαροχή με «Χρυσόσκονη»
Συνέντευξη: Ελένα Μπόναμ
Η Ελένα στη χώρα της Αλίκης
Συνέντευξη: Σεμίχ Καπλάνογλου
«Στην Ανατολή ζούμε αλλιώς τη φύση»
Συνέντευξη: Βασιλικός
Μόνος στη σκηνή
Εκθεση
Η «Μητρόπολις» ξαναζεί
Νέο γλυπτό 500 χρόνων
«Ιρανικά σώματα» στο Βερολίνο
Θέατρο
Η απόφαση που λυτρώνει
Περφόρμανς
Η Αμπράμοβιτς θα μείνει στο ράφι...
Φωτογραφία
Βία και ευαισθησία
Βιβλίο
Το ανίερο ως ιερό
«Είμαστε αυτό που διαλέγουμε»
Χορτάστε διάβασμα
Το κορίτσι του σινεμά
Άλλες ειδήσεις
Το βλέμμα και τα πράγματα