Έντυπη Έκδοση

34η ΓΙΟΡΤΗ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΖΑΠΠΕΙΟ 13-29 ΜΑΪΟΥ

Επισώρευση τραυματικών εμπειριών

Εργο του Ανδριανού, Αίθουσα Τέχνης Εκφραση - Γιάννα Γραμματοπούλου Εργο του Ανδριανού, Αίθουσα Τέχνης Εκφραση - Γιάννα Γραμματοπούλου Ιωάννα Καρυστιάνη

Τα σακιά

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 356, ευρώ 12,18

Τα ζοφερά θέματα φαίνεται να ελκύουν τους συγγραφείς σήμερα περισσότερο από άλλοτε. Ανάμεσα στα προσφιλέστερα είναι και οι εγκληματικές πράξεις, που διαπράττονται από νεαρούς άντρες ή και εφήβους με ψυχολογικά προβλήματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ψυχιατρική παραμένει δίγνωμη ως προς τον βαθμό στον οποίο το περιβάλλον, οικογενειακό και κοινωνικό, ευνοεί την εκδήλωση ψυχοπαθητικών συμπτωμάτων. Αντιθέτως, οι συγγραφείς έχουν την τάση να προβάλλουν ως κυρίως, κάποτε και μοναδικό, υπεύθυνο την οικογένεια. Η ανάγκη, ωστόσο, αυτής της μονομερούς αντιμετώπισης εξαρτάται από το πόσο τεχνίτης είναι ένας συγγραφέας.

Από τα μυθιστορήματα του 2010 με παρόμοιο θέμα, συγκρατούμε δύο: το Λάθος λύκος του Διαμαντή Αξιώτη και το καινούριο της Ιωάννας Καρυστιάνη. Στα δύο μυθιστορήματα διαφέρουν οι εγκληματικές πράξεις που διαπράττονται, όπως διαφέρει και το οικογενειακό περιβάλλον. Συμπίπτουν, ωστόσο, στο πλάσιμο του κεντρικού χαρακτήρα, καθώς ως βασική παράμετρος τονίζεται η έλλειψη παιδιόθεν τρυφερότητας και αγάπης. Οι ήρωές τους μεγαλώνουν παραγκωνισμένοι από την οικογένεια και τους ομηλίκους τους, ενώ, στην εφηβεία τους, δεν κατορθώνουν, λόγω του τραυματισμένου ψυχισμού τους, να έχουν μια φυσιολογική σεξουαλική ζωή. Κατά τη δικαστική διαδικασία, τα πορίσματα της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης διίστανται. Στην πρώτη περίπτωση, η γνωμοδότηση είναι ότι πάσχει από σχιζοφρενή ψύχωση, ενώ, στη δεύτερη, ότι έχει σώας τας φρένας. Οπότε, στην πρώτη δεν του καταλογίζονται ευθύνες, ενώ στη δεύτερη του καταλογίζονται. Η καταδίκη, πάντως, σε ισόβια κάθειρξη συνιστά κοινή μοίρα. Εκείνο που διαφοροποιείται είναι το ίδρυμα εγκλεισμού. Το πόσο λεπτός είναι ο διαχωρισμός και τι συνεπάγεται αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση για τον ένοχο αναπτύσσεται σ' ένα βιβλίο άλλης κατηγορίας, το ίδιο, όμως, γλαφυρό, στο προσφάτως μεταφρασμένο Οι μη κανονικοί του Μισέλ Φουκώ.

Εχοντας παρουσιάσει προ καιρού το μυθιστόρημα του Αξιώτη, περιοριζόμαστε στο βιβλίο της Καρυστιάνη. Σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα που στρέφονται γύρω από ψυχικά διαταραγμένους ήρωες, η Καρυστιάννη δεν επικεντρώνεται στον ήρωά της. Το κεντρικό πρόσωπο γι' αυτήν είναι η μητέρα του και από τη δική της ψυχογράφηση ξεκινάει. Μετά, και σε πολύ μικρότερη έκταση, παρουσιάζει την ψυχοσύνθεση εκείνου. Πρόκειται για ξεγύμνωμα μύχιων σκέψεων και αισθημάτων, που επιτυγχάνει υιοθετώντας την αφηγηματική τεχνική του ενδιάθετου λόγου, στην οποία έχει δώσει τη δική της, αρκετά ιδιότυπη μορφή. Με αυτό το διπλό ψυχικό ξεγύμνωμα μάνας και γιου, η συγγραφέας πολιορκεί το δυσχερές ερώτημα, ποιος είναι σε αυτόν τον αποπνικτικό εναγκαλισμό το θύμα και ποιος ο θύτης.

Το θέμα είναι, εκ φύσεως, ζοφερό και η Καρυστιάνη μάλλον προσπαθεί να το καταστήσει ακόμη ζοφερότερο. Σε αυτό συμβάλλει η τραχιά προφορικότητα της λαϊκής γλώσσας, την οποία υιοθετεί, τονισμένη με τρέχοντες νεολογισμούς. Ηδη, ο τίτλος του βιβλίου προϊδεάζει για τον σκοτεινό μυθιστορηματικό κόσμο. «Ο καθένας κουβαλά το σακί του κι όσο ζει σακιάζει μούντζες και πίκρες», είναι το μοτίβο ολόκληρου του μυθιστορήματος. Παρόμοια λειτουργούν και οι τίτλοι των πέντε κεφαλαίων, στα οποία χωρίζεται το μυθιστόρημα. Μονολεκτικοί, παραπέμπουν σε κάποια τραυματική εμπειρία των δύο ηρώων, γύρω από την οποία στήνεται το αντίστοιχο κεφάλαιο.

«Το ταχίνι», που περιγράφεται σαν πρόχειρη και σιχαμερή τροφή ηλικιωμένων, σηματοδοτεί την απώθηση που προκαλεί το τελευταίο επάγγελμα της μητέρας, γηροκόμος, και χρησιμοποιείται ως τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου, στο οποίο εκείνη, κατά τα πεντηκοστά γενέθλιά της, κάνει αναδρομή βίου από γεννήσεώς της, στις 17/12/1955, σε χωριό κοντά στην Πάτρα. «Το φτυάρι» και ο θόρυβός του, όταν ανοίγεται ένας τάφος, ανακαλούν στη μνήμη του γιου την ταφή του πατέρα του, στα οκτώ του χρόνια, και τιτλοφορεί τη δική του αναδρομή ζωής, από γεννήσεως, Νοέ. 1977, μέχρι και της τελέσεως των ειδεχθών πράξεων, Ιούλ. 1997. «Το κορδόνι» θυμίζει στραγγαλισμό και προσφέρεται ως τίτλος του τρίτου κεφαλαίου, όπου ανιστορούνται, από την πλευρά της μητέρας, όσα συνέβησαν εκείνο το καλοκαίρι. Αυτά τα τρία κεφάλαια καλύπτουν το παρελθόν και τοποθετούνται ένθετα μεταξύ πρώτου και τελευταίου κεφαλαίου, όπου διαδραματίζονται οι σκηνές του παρόντος. Αυτό το παρόν ξεκινά από το βράδυ της Πέμπτης, 3 Μαΐ. 2007, όταν η μητέρα ετοιμάζεται να παραλάβει τον ισοβίτη γιο της για την πρώτη πενθήμερη άδειά του, και τελειώνει βράδυ Κυριακής, αφού η άδεια κουτσουρεύτηκε από τον ίδιο τον αδειούχο σε τετραήμερη. Κατ' εξαίρεση, ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου αναφέρεται σε κάτι μαλακό και ανάλαφρο, τα σύννεφα. Μόνο που η λέξη στον τίτλο παραφθείρεται σε «σύρνεφο», καταπώς την προφέρει η μητέρα, όταν βρίσκεται σε ψυχική αναστάτωση. Παιδιόθεν ψεύδιζε, μεγαλώνοντας το ξεπέρασε, αλλά το κουσούρι επανήλθε λόγω των τραυματικών εμπειριών. Είναι μια από τις λιγότερο αληθοφανείς συγγραφικές επινοήσεις, που, ωστόσο, εξασφαλίζει ένα εντυπωσιακό άνοιγμα για τον μονόλογο της πάσχουσας μάνας. Το κλείσιμο, το ίδιο εντυπωσιακό, δηλώνεται με τον τίτλο του τελευταίου κεφαλαίου, «Το ντουβάρι».

Οι βίοι μάνας και γιου, σε γενικές γραμμές, δεν ξεφεύγουν και πολύ από τους μέσους όρους. Ωστόσο, η εντύπωση του εξαιρετικού προκύπτει από τον τρόπο που η Καρυστιάνη παρουσιάζει την καθημερινότητά τους. Επινοεί αποκρουστικά συμβάντα και απωθητικές καταστάσεις, τα οποία περιγράφει με εξαντλητικές λεπτομέρειες. Ενδιαφέρων είναι ο χαρακτήρας της μητέρας. Ακρως απαισιόδοξη, βλέπει μόνο τη δυσάρεστη όψη των πραγμάτων. Καθόλου εκδηλωτική, με τη συμπεριφορά της απομακρύνει όσους την πλησιάζουν, ενώ τους λίγους που επιμένουν, τους καταρρακώνει, όπως τον σύζυγό της, έναν ιδεολόγο Κερκυραίο, γόνο κομμουνιστών, που πέθανε νωρίς. Οσο για τον γιο της, τον φροντίζει με τον τρόπο της, τον οποίο εκείνος, όμως, εκλαμβάνει ως απόρριψη. Η συγγραφέας δίνει μια ανάγλυφη όσο και θλιβερή εικόνα της σημερινής μονογονεϊκής οικογένειας, με την εργαζόμενη μητέρα, τους εφήμερους εραστές και την «κολλητή» της, που εμπλέκεται στα σεξουαλικά απωθημένα του παιδιού. Από εκεί και πέρα, στην απόδοση των χαρακτήρων, εφαρμόζει κάπως σχηματικά την αρχή, που θέλει το χωρίς αγάπη μεγαλωμένο παιδί να αδυνατεί να προσφέρει αγάπη.

Οι σκέψεις του νεαρού άντρα αποτυπώνουν τον πανικό ενός ευαίσθητου ψυχισμού, όταν έρχεται αντιμέτωπος με την ωμή, χωρίς αναστολές, συμπεριφορά της σημερινής κοπέλας. Από τις καλύτερες σελίδες του βιβλίου, η συνειδησιακή αναμέτρηση με τις ορμές του, λίγο πριν αυτές μεταμορφωθούν σε πράξεις. Ωστόσο, οι δύο απόπειρες αυτοκτονίας, που κάνει, η μία μετά τον πρώτο βιασμό και η άλλη πριν από τον δεύτερο, σαν να περισσεύουν. Η συγγραφέας, στην προσπάθειά της να πλάσει το απόλυτο θύμα, μάλλον υπερβάλλει. Ατυχείς ως μυθοπλαστικές επινοήσεις δείχνουν και οι τρόποι αυτοχειρίας: πρώτα, η απόπειρα να κρεμαστεί με την αλυσίδα του σκύλου του και μετά, το πέσιμο στις γραμμές του τραίνου, που αποτρέπεται χάρη στην παρέμβαση δύο Αλβανών. Αυτό, πάντως, το εύρημα δίνει την ευκαιρία για ηρωοποίηση των μεταναστών. Αντίστοιχα ευρήματα θεωρούνται απαραίτητα για όσα σημερινά μυθιστορήματα θέλουν να εισέρχονται στη χορεία των «προοδευτικών».

Από αυτήν την άποψη, δηλαδή τι επιβάλλουν στη μυθιστοριογραφία οι επικρατούσες ιδεολογικές τάσεις, η εκδρομή στους Δελφούς, που διαλέγει η μάνα για τις μέρες της άδειας, προσφέρεται, καθώς δίνει την ευκαιρία για καυστικό σχολιασμό του ελληνικού τουρισμού. Αν και η προσπάθεια της μητέρας να παίξει την ξεναγό, με πρόθεση να εμφυσήσει στον γιο της σπίθα ενδιαφέροντος, παρατραβάει σε αρχαιομάθεια. Εξασφαλίζει, πάντως, στο μυθιστόρημα ένα τέλος με συμβολικό φορτίο: το μπάνιο στη θάλασσα ως βάπτισμα εξιλαστήριο ή, έστω, ως απαρχή του. Αντιθέτως, ζητούμενος παραμένει ο συμβολικός χαρακτήρας της γούνινης σάπκας του κομμουνιστή παππού, ενθύμιο από το τρίμηνο που εκείνος πέρασε στη Σιβηρία το '46, με την οποία ο εγγονός σκεπάζει το πρόσωπο του θύματος κατά τη στιγμή του βιασμού.

Στη δημιουργία της αίσθησης του ζόφου, περισσότερο από τα γεγονότα, συμβάλλει ο μακροπερίοδος λόγος, με τις λίστες από ειδεχθείς συνθήκες, αποτρόπαια παθήματα ή ό,τι άλλο ομοειδές και εφιαλτικό παρατίθεται. Ακόμη, με τις ατελείωτες παρομοιώσεις, από τις εύστοχες μέχρι κάποιες που φαίνονται μάλλον ατυχείς.

Τελικά, το γεγονός ότι τα μυθιστορήματα του Αξιώτη και της Καρυστιάνη δημιουργούν την εντύπωση δύο τελείως διαφορετικών βιβλίων, παρά τη θεματική τους συγγένεια, δείχνει ότι το καθοριστικό στοιχείο είναι η λογοτεχνική υφή της αφήγησης. Στην περίπτωση της Καρυστιάνη, η μεγέθυνση και, συγχρόνως, η αναλυτική περιγραφή δραματικών καταστάσεων λειτουργούν αρνητικά. Εχουμε, δηλαδή, την εντύπωση ότι στην αφήγηση απουσιάζει η λεπτή αίσθηση ισορροπίας, τουλάχιστον όσον αφορά το δραματικό φορτίο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Αδικίες ή ασυμφωνίες;
Βίνκελμαν, ο πατέρας της Αρχαιολογίας
Επειδή το να μάθουμε για τους σεισμούς είναι πάντα επίκαιρο...
Τρία ιδιαίτερα βιβλία του γυμνού λόγου
Ο δεκάλογος του βιβλιοκριτικού
Μια αλληγορία για το Ολοκαύτωμα, με συγγραφείς και ταριχευτές
Οταν ο Αδάμ και η Εύα εξέπεσαν
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Επισώρευση τραυματικών εμπειριών
Αδικίες ή ασυμφωνίες;
Βίνκελμαν, ο πατέρας της Αρχαιολογίας
Επειδή το να μάθουμε για τους σεισμούς είναι πάντα επίκαιρο...
Τρία ιδιαίτερα βιβλία του γυμνού λόγου
Ο δεκάλογος του βιβλιοκριτικού
Μια αλληγορία για το Ολοκαύτωμα, με συγγραφείς και ταριχευτές
Οταν ο Αδάμ και η Εύα εξέπεσαν
Προδημοσίευση
Ονειρα με αυθεντικές χαλκογραφίες
Συνέντευξη: Νώντας Παπαγεωργίου
Τα βιβλία και οι αναγνώστες των εκδόσεων Μεταίχμιο
Λεύκωμα
Υπήρξαν, φαίνεται, κι άλλοι άνθρωποι πριν από εμάς...
Λογοτεχνία
Τα βιβλία παγώνουν. Εμείς τι κάνουμε;
Βιβλία σε στόματα λεόντων
Συνέντευξη: Μαριλένα Λασκαρίδου
Το Ιδρυμα και η Βιβλιοθήκη Λασκαρίδου
Η τρίτη ανάγνωση
Η φόνισσα
Από τις 4:00 στις 6:00
Απελπισία, πάντα ξεπερνιέται
Εγινε 70 χρόνων
Άλλες ειδήσεις
Ο σωσίας
Σκέψεις πάνω στην Ορέστεια και στον πολιτισμό