Έντυπη Έκδοση

Η θέαση της δικαιοσύνης

Αδικίες ή ασυμφωνίες;

Michael J. Sandel

Δικαιοσύνη. Τι είναι το σωστό;

μτφρ.: Αλέξανδρος Κιουπκιολής

εκδόσεις Πόλις, σ. 404, ευρώ 20

Πώς πρέπει να ζούμε; Ποιος είναι ο καλύτερος, ο σωστός τρόπος ζωής, ιδίως αν θέλουμε να σκεφτόμαστε το άτομό μας σε αλληλεπίδραση με τους άλλους; Κάθε επιθυμία έχει ηθική αξία; Τα θεσμικά όρια της ελευθερίας συνιστούν εξαναγκασμό; Η συναίνεση αποτελεί επαρκή νομιμοποιητική βάση; Μπορούμε με σιγουριά να αναγνωρίσουμε το άδικο; Οταν μιλάμε για το δίκαιο, έχουμε άραγε πιθανότητες να καταλήξουμε σε απαντήσεις; Ο Michael Sandel, καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, στοχάζεται με εκπληκτική διαύγεια το ζήτημα της δικαιοσύνης, θέτοντας στον αναγνώστη ερεθιστικά ηθικά αινίγματα. Ωστόσο, η ακρίβεια της έκφρασης δεν παραπλανά ως προς τη συνθετότητα των καταστάσεων που διερευνά ο Michael Sandel. Αντιθέτως, χάρη στην καταληπτότητα της θεωρητικής του σκέψης προβάλλει ολοκάθαρα η δυσκολία της πράξης. Και εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου του, η αμετακίνητη εστίαση στον δημόσιο βίο, προκειμένου να καταδειχθεί η κρισιμότητα των συλλογισμών του. Ο Michael Sandel επιχειρεί να διαμορφώσει μια επιχειρηματολογία περί ορθού βίου, κρατώντας σταθερό το βλέμμα του στα πολιτικοκοινωνικά δεδομένα της παγκοσμιοποίησης. Τα ερωτήματα που συζητά είναι μείζονα για τις σημερινές κοινωνίες, αλλά και για την ιδιωτική ζωή των ατόμων. Διότι σε κάθε περίπτωση, το άτομο καλείται να δώσει την απάντησή του σχετικά με το τι θεωρεί αγαθή πράξη ή να πράξει αναλόγως, φανερώνοντας εμμέσως την πεποίθησή του περί αγαθού. Οπως υπογραμμίζει ο Michael Sandel, «ο ηθικός στοχασμός δεν είναι μια μοναχική ενασχόληση αλλά ένα δημόσιο εγχείρημα».

Εκείνο που χαρακτηρίζει τον φιλοσοφικό στοχασμό του Michael Sandel είναι η προσπάθεια συναίρεσης των περιστασιακών συνθηκών, που μπορούν να αξιοποιηθούν ως παραδείγματα, με καθολικές αρχές. Παρατηρώντας, λόγου χάριν, το πλατωνικό σπήλαιο, σκέφτεται πως οι σκιές στα τοιχώματά του μπορεί να συμβολοποιούν προκαταλήψεις και πλάνες, αλλά παρ' όλα αυτά δεν πρέπει να εξαιρεθούν από τη φιλοσοφική θεώρηση της ζωής.

«Αν ο ηθικός στοχασμός είναι διαλεκτικός -αν κινείται μπρος και πίσω ανάμεσα στις κρίσεις που κάνουμε σε συγκεκριμένες καταστάσεις και στις αρχές που διέπουν αυτές τις κρίσεις- έχει ανάγκη από επί μέρους γνώμες και πεποιθήσεις, έστω κι αν είναι μεροληπτικές και ανεξέταστες, ως έδαφος και πρώτη ύλη. Μια φιλοσοφία ανέγγιχτη από τις σκιές στον τοίχο μπορεί να γεννήσει μόνο μια στείρα ουτοπία».

Για να εξετάσει πρισματικά αυτές τις σκιές, τη σύγχυση που αναπόφευκτα προκαλεί η διερώτηση περί δικαιοσύνης, ο Sandel καταφεύγει, κατά κύριο λόγο, στον Αριστοτέλη, τον Ιμάνουελ Καντ και τον Τζον Ρολς, με άξονα πάντα τρεις ανταγωνιστικές θεωρήσεις για τη δικαιοσύνη, την ευημερία, την ελευθερία και την αρετή. Τα φιλοσοφικά επιχειρήματα του Αριστοτέλη τον βοηθούν να σχολιάσει την τρίτη από αυτές τις σκέψεις, την προαγωγή της αρετής. Για τον Αριστοτέλη, δίκαιη κοινωνία είναι εκείνη που καλλιεργεί στους πολίτες την πολιτική αρετή και τους παρωθεί να συλλογιστούν την ευζωία τους ως αναπόσπαστη με τη δημόσια ζωή. Από την πλευρά της, η πολιτική κοινότητα απονέμει τιμές στους καλύτερους από όσους μεριμνούν για το κοινό αγαθό. Ωστόσο, ο Sandel παρατηρεί πως οι ανταμοιβές της αρετής εγείρουν ένα ζήτημα σχετικά με τον σκοπό των κοινωνικών θεσμών, ζήτημα το οποίο με τη σειρά του υποδαυλίζει αντιδικίες γύρω από το ποιες διακρίσεις είναι δίκαιες. Κατά τον Αριστοτέλη, σημειώνει, «οι τελεολογικές και οι τιμητικές διαστάσεις της δικαιοσύνης πηγαίνουν μαζί». Αν σκοπός της κοινότητας είναι να προάγει την πολιτική αρετή, τότε οφείλει να αναγνωρίζει και να τιμά όσους υπηρετούν καλύτερα αυτό τον σκοπό.

Η θέαση της δικαιοσύνης από την πλευρά της ελευθερίας παρακινεί τον Sandel να προσπελάσει τον σχετικό στοχασμό του Καντ και να δει πώς ο φιλόσοφος συγκεράζει την ελευθερία ως αυτονομία με την ιδέα του περί ηθικής. Οπως η ηθική του τέλους του Αριστοτέλη θέτει «ένα πιο απαιτητικό ηθικό κριτήριο για τη δικαιοσύνη» απ' ό,τι «η ηθική της επιλογής και της συναίνεσης», ο Καντ προασπίζεται μια αναλόγως απαιτητική θέση για την ελευθερία, δικαίωμα το οποίο συναρτά με την ικανότητα του ανθρώπου για έλλογη σκέψη. Το γεγονός ότι είμαστε ορθολογικά όντα μάς καθιστά ικανούς, όχι μόνο να ενεργούμε ελεύθερα, αλλά και να συλλάβουμε την ανώτατη αρχή της ηθικής. Η ηθική ευθύνη είναι αλληλένδετη με την αυτονομία, στο μέτρο που αυτονομία σημαίνει να ενεργούμε «σύμφωνα με έναν νόμο που δίνουμε στον εαυτό μας». Ο νόμος αυτός καθορίζει τις προθέσεις, που φυσικά προηγούνται των πράξεων, και επαγωγικά την ηθική τους αξία. Το κίνητρο είναι ο δείκτης της ηθικότητας μιας πράξης. Τα επιχειρήματα του Καντ συγκλίνουν στη δριμεία επίκριση του ωφελιμισμού, ο οποίος αποφεύγει την ηθική ιεράρχηση των προτιμήσεων και των ενεργειών. Οι υπερασπιστές του ωφελιμισμού ανάγουν τα πάντα στον υπολογισμό της ηδονής και του πόνου, νομιμοποιώντας ό,τι μεγιστοποιεί την πρώτη και ό,τι περιορίζει τον άλλο. Η δικαιοσύνη δεν διαλέγεται πια με αρχές, αλλά μετατρέπεται σε αντικείμενο υπολογισμών, που παραθεωρούν τις ποιοτικές διαφορές των ανθρώπινων αγαθών. Οι πράξεις συνεπώς στερούνται την ηθική τους αξία, καθώς διαφοροποιούνται μόνο με βάση την ποσότητα της ηδονής ή του πόνου που προκαλούν. Στον αντίποδα αυτής της ωφελιμιστικής θέσης, ο Καντ, σύμφωνα με την ανάγνωση του Sandel, υποστηρίζει: «Οταν ο λόγος ρυθμίζει τη βούλησή μας, δεν καθοριζόμαστε από την επιθυμία να απολαύσουμε ηδονές και να αποφύγουμε τον πόνο». Εδώ έγκειται και η απαιτητικότητα της καντιανής αυτονομίας. Τα άτομα, ως ορθολογικά όντα, οφείλουν να ελέγχουν και να αξιολογούν τις προτιμήσεις, τις πεποιθήσεις και τις επιθυμίες τους και ακόμα να παραιτούνται από αυτές για χάρη του ηθικού νόμου που τα ίδια, αυτόνομα, έχουν αποδεχθεί.

«Οταν θέλω τον ηθικό νόμο, δεν επιλέγω απλώς με βάση τις τυχαίες επιθυμίες μου ή τα δεσμά της πίστης μου. Αντιθέτως, αποστασιοποιούμαι από τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τις προσδέσεις μου και βούλομαι ως κοινωνός του καθαρού πρακτικού λόγου».

Το υποθετικό κοινωνικό συμβόλαιο του Τζον Ρολς συναντιέται με την ιδέα του Καντ για την αυτόνομη βούληση, στον βαθμό που και ο Ρολς αντιλαμβάνεται ότι το άτομο δρα ηθικά, όταν μπορεί να αποδεσμεύεται από τους ιδιαίτερους σκοπούς και τις προσδέσεις του. Το τέλειο συμβόλαιο του Ρολς, ένα ιδεατό κοινωνικό συμβόλαιο που έχει συναφθεί από άτομα που αγνοούν εντελώς την κοινωνική τους θέση, τις πεποιθήσεις τους και τις προσδοκίες τους, εκφράζει τη σκέψη πως οι συμβαλλόμενοι θα προέκριναν τις ίδιες αρχές χάρη στη διαπραγματευτική ισότητα που διασφαλίζει η άγνοια. Πίσω από το πέπλο της άγνοιας, «θα επιλέγαμε, στην πραγματικότητα, από μια πρωταρχική θέση ισότητας. Εφόσον κανείς δεν θα είχε μια ανώτερη διαπραγματευτική θέση, οι αρχές στις οποίες θα συμφωνούσαμε θα ήταν δίκαιες».

«Είναι άδικη η ζωή;», ρωτάει ο Michael Sandel, για να αναζητήσει απάντηση στον στοχασμό του Ρολς περί ηθικής αυθαιρεσίας. Η ιδέα πως η επιτυχία συναρτάται με την προσωπική αξία μπορεί, αφ' ενός, να καλλιεργήσει ένα αίσθημα αδικίας σε όσους αποτυγχάνουν και αφ' ετέρου, να δημιουργήσει σε άλλους, ευτυχέστερους, την αυταπάτη πως ανταμείβονται ακριβώς για την αξία τους. Ωστόσο, περιστάσεις ευνοϊκές, που συμβάλλουν στην ατομική ευημερία, δεν γίνεται να λογιστούν ως προσωπικά επιτεύγματα, όπως επίσης αυθαίρετες ηθικά είναι οι ιδιότητες του ατόμου, που τυχαίνει να ανταμείβει η κοινωνία μια δεδομένη στιγμή. Εν ολίγοις, η καλοτυχία δεν είναι παρά ηθικά τυχαία. Το επιχείρημα του Ρολς για την ηθική αυθαιρεσία είναι νευραλγικό για τη θεωρία του περί κοινωνικής ισότητας.

Ο Michael Sandel διεξέρχεται διαφορετικές θεωρίες για τη δικαιοσύνη, διατυπώνοντας δύσκολες διερωτήσεις, που εκβάλλουν στο πάντα καίριο για τη δημόσια σφαίρα ζήτημα του καθορισμού του νοήματος της αγαθής ζωής. Παρουσιάζοντας τη δικαιοσύνη ως διακύβευμα αντικρουόμενων αντιλήψεων, αποδεικνύει πως ο στοχασμός του δικαίου παρωθεί αναπότρεπτα στην «ορθή αξιολόγηση των πραγμάτων», επιτάσσει τη διαμόρφωση κρίσεων. Μέλημα θεμελιώδες για τη φιλοσοφία, όχι όμως περισσότερο απ' ό,τι για τον καθένα ξεχωριστά. Ολοι μπορούμε να συλλαμβάνουμε διαισθητικά το δίκαιο και το άδικο, δεν χρειάζεται να σκεφτούμε πολύ για να νιώσουμε περήφανοι ή αδικημένοι. Η φιλοσοφία σκέφτεται ό,τι φαινομενικά μοιάζει αυτονόητο, με την πεποίθηση πως η ανθρώπινη φύση δεν είναι μόνο αισθητηριακή, αλλά πρωτίστως ορθολογική, ιδιότητα από την οποία εκρέουν τόσο η βούληση όσο και η ευθύνη. Αξίζει οπωσδήποτε να συλλογιστούμε αν αξίζουμε περισσότερο από τις επιθυμίες και τις ορμές μας. Το γεγονός ότι ο Michael Sandel κατορθώνει να φέρει τόσο αβίαστα και τόσο επιτακτικά την πολιτική φιλοσοφία στο επίκεντρο του καθημερινού βίου, το πεδίο της δικαίωσης, ή της ακύρωσής της, είναι αυτό που συναρπάζει στη σκέψη του και στις σελίδες του. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Επισώρευση τραυματικών εμπειριών
Βίνκελμαν, ο πατέρας της Αρχαιολογίας
Επειδή το να μάθουμε για τους σεισμούς είναι πάντα επίκαιρο...
Τρία ιδιαίτερα βιβλία του γυμνού λόγου
Ο δεκάλογος του βιβλιοκριτικού
Μια αλληγορία για το Ολοκαύτωμα, με συγγραφείς και ταριχευτές
Οταν ο Αδάμ και η Εύα εξέπεσαν
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Επισώρευση τραυματικών εμπειριών
Αδικίες ή ασυμφωνίες;
Βίνκελμαν, ο πατέρας της Αρχαιολογίας
Επειδή το να μάθουμε για τους σεισμούς είναι πάντα επίκαιρο...
Τρία ιδιαίτερα βιβλία του γυμνού λόγου
Ο δεκάλογος του βιβλιοκριτικού
Μια αλληγορία για το Ολοκαύτωμα, με συγγραφείς και ταριχευτές
Οταν ο Αδάμ και η Εύα εξέπεσαν
Προδημοσίευση
Ονειρα με αυθεντικές χαλκογραφίες
Συνέντευξη: Νώντας Παπαγεωργίου
Τα βιβλία και οι αναγνώστες των εκδόσεων Μεταίχμιο
Λεύκωμα
Υπήρξαν, φαίνεται, κι άλλοι άνθρωποι πριν από εμάς...
Λογοτεχνία
Τα βιβλία παγώνουν. Εμείς τι κάνουμε;
Βιβλία σε στόματα λεόντων
Συνέντευξη: Μαριλένα Λασκαρίδου
Το Ιδρυμα και η Βιβλιοθήκη Λασκαρίδου
Η τρίτη ανάγνωση
Η φόνισσα
Από τις 4:00 στις 6:00
Απελπισία, πάντα ξεπερνιέται
Εγινε 70 χρόνων
Άλλες ειδήσεις
Ο σωσίας
Σκέψεις πάνω στην Ορέστεια και στον πολιτισμό