Έντυπη Έκδοση

Το κόστος της ευμάρειας

«Σε κατάσταση εξαίρεσης» Του Φαλκ Ρίχτερ στη ΚΝΟΤ GALLERY

Επιτέλους τα καταφέραμε. Να είμαστε μέλη της προνομιούχας «gated community», ενός οικιστικού παράδεισου ιδιωτικότητας και ασφάλειας από τις απειλές τού έξω κόσμου, αποκλειστικά για επιτυχημένους και να σου ο Φαλκ Ρίχτερ με την «Κατάσταση εξαίρεσης» (2007) να τα χαλάσει όλα.

Ηλίας Ζερβός, Ρηνιώ Κυριαζή και Πολυξένη Ακλίδη Ηλίας Ζερβός, Ρηνιώ Κυριαζή και Πολυξένη Ακλίδη Μια μικρή κοινωνία, πατέρας/μητέρα/παιδί, σε άχρονη ιψενική ακαμψία. Τόπος δράσης ίδιος από αμνημονεύτων χρόνων: αστικό σαλόνι με μπόλικο αλκοόλ. Συναισθηματικός κόσμος σε πλήρη σύγχυση, το οικογενειακό κάστρο υπό κατάρρευση, ζωτικά ψέματα που τρικλίζουν από το χασμουρητό. Ο Ανδρας υποφέρει από κατάθλιψη σε τελικό στάδιο, κοιμάται όρθιος, μέρα με τη μέρα γίνεται λιγότερο παραγωγικός. Η Γυναίκα παραληρεί από πανικό απώλειας του στάτους κβο, φαντασιώνεται εισβολείς (από τις «ζώνες κινδύνου» των λούζερ) που τρυπώνουν από υπονόμους ή με αλεξίπτωτα στο φυλασσόμενο φρούριό τους. Είναι όμως «πολύ ευχαριστημένη» και με όση ενέργεια της απέμεινε (και είναι πολλή) επιτηρεί τον παραιτημένο συμβίο της, πιέζοντάς τον να στρωθεί στη δουλειά, γιατί κινδυνεύουν με έξωση από το γκέτο των επιλέκτων, λόγω χαμηλής αποδοτικότητας και μειωμένης χαράς.

«Εχεις κλείσει 3,5% λιγότερα ραντεβού με πελάτες από τον προηγούμενο μήνα. Φθίνεις. Σε λίγο δεν θα υπάρχεις πια», προειδοποιεί η αγωνιστική μέγαιρα τον άνδρα που την υπομένει σαν δαρμένο σκυλί. «Δεν λες πια ανέκδοτα, δεν τραγουδάς και το συμφωνημένο μας σεξ ανά 15θήμερο γίνεται με το ζόρι». «Αλλοι δεν το κάνουν καθόλου», αποτολμά εκείνος, που γενικά βολεύεται με μισόλογα ή τη σιωπή.

Στο ειδυλλιακό περιβάλλον, όνειρο κάθε underdog, με γκολφ, σέρφινγκ, μπάρμπεκιου, φιλολογικά απογεύματα, πελάτες, ερασιτεχνικό θέατρο, γίνεται λόγος για πυροβολισμούς τη νύχτα, καμένα αμάξια, σκοτωμένους σκύλους, εξαφανισμένα παιδιά, παρά τις κάμερες και τους φρουρούς. Νευρωτική βία των έσω σε αντίστιξη με την υπαρκτή βία των «απέναντι». Μέσα σ' όλα, κι ένας έφηβος γιος (τον υποδύεται μια κόρη - Πολυξένη Ακλίδη) «που δεν μιλά κανονικά», έχει προ πολλού αναστείλει κάθε επικοινωνία με τους γεννήτορές του («όλοι άρρωστοι!») και νοερά έχει ήδη αποσκιρτήσει προς τη μυστηριώδη «άλλη πλευρά». Στο μεταξύ, η παράνοια ολοκληρώνεται με την οικοδέσποινα να καταγγέλλει με βιβλική οργή τον σκηνοθέτη της ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας ότι της αφαίρεσε μια ατάκα. «Μου έκοψε τη γλώσσα δημόσια! Αυτή η ατάκα ήταν το παν για μένα!»

Στην ουσία παρακολουθούμε ένα γυναικείο μονόλογο, αρκετά εφιαλτικό, όπου με πολλά λόγια λέγεται το απλό. Είμαστε μόνοι, ανασφαλείς, αγάμητοι, άχρηστοι. Θυσιάζουμε την ψυχή μας στον διάβολο: καταναλωτισμός, επιτυχία, μίντια, υπερσύγχρονα συστήματα ασφαλείας, μηχανισμοί διαχωρισμού. Και σε αυτό το έργο του Ρίχτερ συνυπάρχουν το μπανάλ με την απειλή, πραγματικότητα και φαντασίωση. Ομως τελικά όλα είναι λιγότερο φοβερά. Τις σκοτεινές πλευρές του δυτικού πολιτισμού έχουν επισημάνει καλύτερα ήδη ο Χάξλεϊ το 1932, το «Blade Runner» του 1982, ο Μάικλ Μουρ στο «Κολουμπάιν» το 2002.

Πρόκειται για μια εντυπωσιακή παραβολή της νέας εποχής ή απλώς για ένα παιχνίδι ταχυδακτυλουργικών τρικ ενός δραματουργού που ξέρει από θεατρική σοφιστεία και δεν κόπτεται για περισσότερη ακρίβεια και βάθος; Στην παράσταση της ΚΝΟΤ δεν υπάρχει σαλόνι. Μόνο μια γκρίζα αποθήκη με πάγκους για τους γκριζοντυμένους τρόφιμους της σύγχρονης ευμάρειας (σκηνικό Παύλος Καπάλας). Στο πουθενά λοιπόν, γυμνοί από τον λούστρο της τάξης τους, το ζευγάρι «συνομιλεί» επί δύο ώρες για το ιδιωτικό τους χάος, κοιτάζοντας μπροστά. Η γλώσσα σφραγίζει το χάσμα επαφής, παρα-θυμίζοντας το αποσπασματικό ύφος των Πίντερ και Τσόρτσιλ.

Ο σκηνοθέτης-μεταφραστής Νίκος Καμόντος ακουμπά γενναία το φουτουριστικό θρίλερ μόνο πάνω στους ηθοποιούς. Πράγματι το κείμενο προσφέρει καλές ευκαιρίες. Στη ΚΝΟΤ η Γυναίκα της Ρηνιώς Κυριαζή είναι μια μηχανή λόγου, νευρωτική και μονόχορδη, που ασκεί τα εργαλεία ψυχολογικού βασανισμού πάνω στον απαθή αλλά όχι άνου σύζυγο («είναι αυτό ζωή σε αμείωτα υψηλά ντεσιμπέλ και με ατσάλινη κορμοστασιά. Πώς θα ήταν άραγε μια πιο εσωτερική διαπραγμάτευση πανικού»). Ο Ανδρας του Ηλία Ζερβού, περιθωριοποιημένος αλλά με εύγλωττη σωματική γλώσσα, μεταδίδει τη θλίψη της πλήρους παραίτησης. Τελευταία ατάκα: «Είμαστε χαμένοι!» Χειροκρότημα και έξω στην υπαρκτή πραγματικότητα.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική θεάτρου
Σχετικά θέματα: Κριτική θεάτρου
Περί της φύσεως του κακού
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Σεζάρια Εβόρα
«Γιατί τραγουδάω ξυπόλητη»
Lura, η διάδοχος της Evora
Μουσική
Μπαλάντες ενός πανκ μεσήλικα
Χορευτική ψυχεδέλεια
Νέες κυκλοφορίες
Κριτική θεάτρου
Το κόστος της ευμάρειας
Περί της φύσεως του κακού
Μετανάστες
Οι μετανάστες στο τραπέζι
Φεστιβάλ Αθηνών
Οι πλανόδιοι του Φεστιβάλ
Κινηματογράφος
Η «ανακάλυψη» του Αλ Πατσίνο
Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας
Αρχαία και πράσινη ενέργεια
Εικαστικά
«Ντέρτι Humanism», στο Λονδίνο
88 χώρες για Βενετία
Κομικ(ς)οδρόμιο
Και η κρίση θέλει το γέλιο της
Οταν ο Κόρτο Μαλτέζε ταξίδεψε στο νησί Πίτκαιρν