Έντυπη Έκδοση

Το φθινόπωρο της αθωότητας

Φιλίπ Μπεσόν

Το παιδί του Οκτώβρη

μτφρ.: Γιάννης Στριγκός

εκδ. Καστανιώτη, σ. 176, 12,54 ευρώ

Η λογοτεχνική μεταποίηση ενός αληθινού γεγονότος, και δη τραγικού, επωφελείται εξαρχής από το θέλγητρο του αξιοπρόσεκτου. Η πραγματικότητα έχει ήδη κάνει τη μισή δουλειά, έχει γεννήσει μια ωραία ιστορία. Ωραία στον βαθμό που συνιστά μια ενδιαφέρουσα αφήγηση. Ο συγγραφέας έρχεται να αντικαταστήσει με λέξεις τις αποσιωπήσεις του συμβάντος, να δώσει λόγο σε εκφάνσεις του που έχουν μείνει βουβές, να ανακρίνει το πεισματικά άλαλο παρελθόν, με άλλα λόγια αναλαμβάνει να διατυπώσει μια ερμηνεία. Στην απόπειρά του αυτή υποχρεώνεται να περιορίσει τις επινοητικές παρεμβάσεις, κάτι οπωσδήποτε ανασταλτικό για την τόσο αναγκαία συγγραφική ασυδοσία. Ενδέχεται, δηλαδή, το γεγονός αντί να τροφοδοτήσει τη μυθοπλαστική σύλληψη, όχι μόνο να την καταστήσει ατροφική, αλλά και να την ακυρώσει. Η απροσμάχητη σπουδαιότητα του πραγματικού αποδεικνύεται ενίοτε ο δολιότερος εχθρός της μυθοπλασίας, ιδίως όταν τίθεται ζήτημα σύγκρισης. Η λογοτεχνία που αρύεται έμπνευση από την πραγματικότητα και μάλιστα τη μεταγράφει, βρίσκεται αναγκαστικά σε μειονεκτική θέση έναντι αυτής. Τότε η λογοτεχνία περισσότερο αφουγκράζεται, παρά εφευρίσκει.

Οταν, λοιπόν, ο Φιλίπ Μπεσόν αναψηλαφεί, υπό τη μορφή μυθιστορήματος, τη δολοφονία ενός αγοριού τον Οκτώβριο του 1984, σ' ένα χωριό της γαλλικής επαρχίας, περισσότερο αναδιηγείται παρά διηγείται. Θα ήταν ενδιαφέρον να εντοπίζαμε το στρίμωγμα του συγγραφέα από το μέγεθος του ανιστορούμενου συμβάντος με βάση τη μαρτυρία ενός υποθετικού Γάλλου αναγνώστη, πιθανότατα εξοικειωμένου με τα πραγματολογικά θεμέλια του βιβλίου. Οι Γάλλοι που θα διαβάσουν το μυθιστόρημα του Μπεσόν μάλλον θα αναθυμούνται παρά θα παρακολουθούν την πλοκή του. Επομένως, αναρωτιέται κανείς κατά πόσον οι αναγνώστες που φυλλομετρώντας τις εν λόγω σελίδες ανακαλούν στη μνήμη τους την εν θερμώ αναδιατύπωση της ίδιας ιστορίας από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της εποχής, είναι προνομιούχοι ή, αντιθέτως, «ριγμένοι», καθώς στερούνται την έκπληξη, μείζον συστατικό μιας μυθοπλασίας.

Ο Μπεσόν, καλά υποψιασμένος για την επάρκεια της μνήμης του αναγνωστικού του κοινού, αποποιείται την ύφανση μυστηρίου, μάταιος κόπος γαρ, εκθέτοντας από την πρώτη κιόλας σελίδα τις βασικότερες παραμέτρους του γεγονότος, της δολοφονίας του Γκρεγκορί Μπερτέ στις 16 Οκτωβρίου του 1984. Η γραφή του, ασυγκίνητη, αμέτοχη, ακριβής, στην ίδια χαμηλή θερμοκρασία με τη δημοσιογραφική ιδιόλεκτο, συντονίζεται τέλεια με την αποστασιοποιημένη ματιά του.

Παίρνοντας τη σκυτάλη από τους πολυάριθμους ερευνητές της υπόθεσης, ανατρέχει με τη σειρά του σ' εκείνο το δυστυχισμένο γαλλικό φθινόπωρο για να δει και ο ίδιος το άψυχο κορμί του τετράχρονου Γκρεγκορί, να προβάλλει, δεμένο χειροπόδαρα, στις όχθες ενός ποταμού, όλο ένας γρίφος. Αν σε κάτι υπερέχει το συγγραφικό του βλέμμα είναι η επίγνωση της αποτυχίας του ότι θα δει. Ο Μπεσόν όχι μόνο δεν υποβαθμίζει στιγμή την ακατανοησία του εγκλήματος, αλλά και την προεξοφλεί. Η αδυναμία κατανόησης τοποθετείται στον πυρήνα του προβληματισμού του. Η συμβολή του στην εξιστόρηση συνίσταται στον υπαινιγμό ερωτημάτων των οποίων οι διαφυγούσες απαντήσεις υποδεικνύουν τις ενδεχόμενες διαστάσεις του γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, η φαντασία καλείται απλώς να συντρέξει τις πιο διαφωτιστικές εικασίες. Ο συγγραφέας ξέρει πως το μόνο πτώμα που μπορεί να αγγίξει είναι εκείνο της αλήθειας. Το πτώμα που άφησαν πίσω τους ανεπαρκείς πληρεξούσιοι του νόμου, παραλείψεις και ολιγωρίες. Το άλλο πτώμα, αυτό του αγοριού, θα παραμείνει ανέγγιχτο τόσο από τους πενθούντες όσο και από τους ειδήμονες. Μια φρικώδης ρωγμή στο καθημερινό. Βέβαια, ο Μπεσόν αντιστέκεται πολύ ορθώς στον πειρασμό να ενταφιάσει τον νεκρό Γκρεγκορί σαν μια μακάβρια εξαίρεση στον κανόνα που θέλει το κακό να καταλύεται μπροστά στην παιδική αγνότητα.

Ο ήρωας της ιστορίας του είναι πλασμένος από την κοινοτοπία της ζωής, συνεκδοχικά ο φόνος του, όσο ασύλληπτος και αν φαντάζει, πρέπει να καταχωριστεί στην άβυσσο των πιθανοτήτων. Είναι κάτι που συνέβη, συνεπώς είναι κάτι που συμβαίνει. Η αδυσώπητη λογική της φρίκης. Αλλωστε, ο παραλογισμός δεν υφίσταται, ει μη μόνον στον αντίποδα μιας σύμβασης που ονομάζουμε κανονικότητα. Ενα παιδί «τεσσεράμισι χρονώ για την αιωνιότητα», αποτελεί ένα απτό κομμάτι του πραγματικού κόσμου. Ο τάφος του γίνεται το μνημείο της ανέκκλητης, προαιώνιας ήττας της ζωής από το κακό. Η δολοφονία του, το άκρον άωτον του άλογου, προκαλεί ανείπωτο φόβο διότι εγχαράχθηκε με φυσικότητα στον ρου της καθημερινότητας δύο απλοϊκών ανθρώπων, των γονιών τού αγοριού, ανθρώπων με στοιχειώδεις απαντοχές από τη ζωή, οι οποίες, όμως, στραγγαλίστηκαν σε μια στιγμή μαζί με τον πνιγμό του παιδιού τους.

«Θα υπέθετε κανείς πως ένα παιδί του οποίου το πτώμα πρόκειται να βρεθεί στο ποτάμι είναι ένα πλάσμα αλλόκοτο, που κουβαλάει μέσα του κάτι το ουσιαστικά διαφορετικό, το οποίο το κάνει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα· αλλά αυτό δεν ισχύει». Και αυτό είναι αβάσταχτο. Η αδιανόητη αγριότητα, το γεγονός ότι κάποιος σκοτώνει ένα παιδί, ανοίγει ένα βάραθρο απιθανοτήτων. Είναι ένα γεγονός που σαρώνει την πραγματικότητα από τις ψευδαισθήσεις του ανέφικτου. Η καθημερινότητα προβάλλει ξαφνικά έτσι όπως πραγματικά είναι, ευπόρθητη στο κακό, απροστάτευτη. Οπως πολύ επώδυνα διαπιστώνει η νεαρή μητέρα, ο εφιάλτης «είναι κάτι που δεν έχει άκρη». Το άψυχο σώμα του γιου της προκαλεί εντονότερα τρόμο παρά πόνο. Τον απερίγραπτο τρόμο της οριστικής απώλειας κάθε ασφάλειας.

Αν ο Μπεσόν επιλέγει τον Γκρεγκορί για πρωταγωνιστή του βιβλίου του το κάνει επειδή ακριβώς αυτό το όλως συνηθισμένο παιδί μπορεί να ενσαρκώσει όλα τα παιδιά. «Αυτή την εύθραυστη ομορφιά, αυτή την τρομακτική ανεμελιά», το στερεότυπο της παιδικότητας, εξεικονίζουν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων κάτω από πένθιμους τίτλους. Η αντίστιξη μεταξύ της γαλήνης της φωτογραφίας και της βιαιότητας των λέξεων υποδηλώνει την αντίθεση ανάμεσα στο ανέφελο πρόσωπο του Γκρεγκορί που προοιωνιζόταν μια κανονική ζωή και στο τερατωδώς αντικανονικό πεπρωμένο του. Ο θάνατός του είναι ίσως το μοναδικό είδος σπανιότητας που θα μπορούσε ποτέ να του προσφέρει η ύπαρξή του. «Ναι, μονάχα ο θάνατος, μέσω μιας βάρβαρης δολοφονίας, θα τον μετατρέψει για πάντα σ' ένα πλάσμα ξεχωριστό».

Ομως ο Γκρεγκορί ήταν ένα πλάσμα ξεχωριστό ήδη από τη στιγμή της γέννησής του, με τον τρόπο που είναι ξεχωριστοί όσοι αποτελούν αντικείμενο αγάπης. Ο Μπεσόν υπογραμμίζει διεισδυτικά τη σημασία του αγοριού για τους γονείς του, εντοπίζοντάς τη στο ότι τους γλιτώνει από έναν πνιγηρό, κακεντρεχή περίγυρο που βρίθει χθαμαλών ενστίκτων. Η παρουσία του γιου χαλαρώνει τη θηλιά της επαρχίας και μαζί τον οικογενειακό κλοιό. «[...] είναι το αλεξικέραυνο, η προστασία από την κακία που επικρατεί, από τους κεραυνούς που πέφτουν στην τύχη, απροειδοποίητα, ένα αντίβαρο στο μίσος. Είναι επίσης ο μόνος προς τον οποίο οι γονείς του μπορούν να εκδηλώσουν ένα συναίσθημα που δεν είναι κακό ή εκφυλισμένο. Γίνεται ο δέκτης όλης της καλοσύνης που εκείνοι δεν μπορούν να διοχετεύσουν πουθενά αλλού».

Ο δαιμονικός χορός συγγενών και συντοπιτών επισπεύδει την κορύφωση της τραγωδίας, όχι όμως και την κάθαρση, με τη λυσσαλέα του ανάγκη για έναν ένοχο· ανάγκη που συγκαλύπτει τη μύχια ευγνωμοσύνη για το κακό που ξέπλυνε τις μουντές ζωές του από την πλήξη. Τα ξεθεμελιωμένα οχυρά της κοινής λογικής που την προφύλασσαν από τη σκέψη του απίθανου, αποκαλύπτουν το πιο απίστευτο, την ενοχή της μητέρας. Και τότε εκείνη, με τον μοναδικό δέκτη της καλοσύνης της νεκρό, μπορεί να επικαλεστεί ξανά την παρηγοριά της κακίας. Ο Μπεσόν της δίνει τον λόγο προκειμένου να αρθρώσει την ύστατη απολογία της που περισσότερο προσιδιάζει σε κατηγορητήριο· ένας μονόλογος ριγηλός από σπαραγμό και οργή. Η φωνή της μητέρας ακούγεται στραγγισμένη από κάθε έλεος. Η ακραία ταπείνωσή της την κάνει ανήμπορη για συγχώρεση. Το ότι επωμίστηκε το ανήκουστο χρέος να υπερασπίσει την αθωότητά της για τον φόνο του γιου της, είναι κάτι που την πάει πολύ πιο μακριά από το πένθος, την εξοστρακίζει «σ' αυτό τον τόπο που είναι τόσο κοντά στην τρέλα»· «εκεί που βρίσκεται εκείνη κανείς δεν μπορεί να την πλησιάσει». Αδιαπέραστη μες στον θυμό της, τον μόνο τρόπο που της έχει μείνει για να ζει, σπαράζει για εκδίκηση χωρίς να διεκδικεί κανένα ελαφρυντικό για τη μνησικακία της. Εχει κερδίσει το δικαίωμα στο μίσος με την ψυχική της δοκιμασία. «Στους ανθρώπους που δεν είναι ικανοί να προσεγγίσουν αυτή τη δυστυχία τούς αρνούμαι το δικαίωμα να με κρίνουν».

Η αξία της μυθοπλαστικής μαρτυρίας του Φιλίπ Μπεσόν για τον θάνατο του Γκρεγκορί Μπερτέ, πάνω από το μνήμα του οποίου θα ορθώνεται πάντα ένα αδυσώπητο ερωτηματικό, οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στη συνταρακτική απόδοση της αφωνίας του θύματος, της διαχρονικής απορίας τού ανθρώπου μπροστά στην απανθρωποποίησή του από το κακό.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Στην Κύπρο του '55
Τα κενά και οι απώλειες του Ανδρέα Μήτσου
Μάκβεθ: Ο φόνος σαν όρος επαλήθευσης του τραγικού πεπρωμένου
Αναθεώρηση μιας φιλολογικής προκατάληψης
Ποιοι είναι δικοί μας και ποιοι ξένοι
«Σε λιβάδι πατημένο, τίποτα δεν βλασταίνει!»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Στην Κύπρο του '55
Τα κενά και οι απώλειες του Ανδρέα Μήτσου
Μάκβεθ: Ο φόνος σαν όρος επαλήθευσης του τραγικού πεπρωμένου
Αναθεώρηση μιας φιλολογικής προκατάληψης
Το φθινόπωρο της αθωότητας
Ποιοι είναι δικοί μας και ποιοι ξένοι
«Σε λιβάδι πατημένο, τίποτα δεν βλασταίνει!»
Συνομιλίες
Ο τρόπος του συγγραφέα και η αξιολόγησή του
Το βλέμμα του χρόνου
Στο προτελευταίο θρανίο
Διήγημα
Giovanni Verga: L' amante di Gramigna
Από τις 4:00 στις 6:00
Ξεχώρισαν με την πρώτη τους εμφάνιση
Δάσκαλος ...για πολλούς μουσικούς