Έντυπη Έκδοση

Διδακτική ύλη σε σφαίρες

Antonio Scurati

Δάσκαλος και μαθητής

μτφρ.: Δήμητρα Δότση

εκδόσεις Πόλις, σ. 394, ευρώ 19,09

Αντί να επιλέξει τον αιώνιο ύπνο, τη μόνη αρμόζουσα τιμωρία για την ανεπίγνωστη τυφλότητά του, που έγινε η θρυαλλίδα μιας σφαγής, ο καθηγητής Μαρεσκάλκι αποφάσισε να καταδικάσει τον εαυτό του σε μια ζωή ακοίμητη, την οποία θα ζούσε χωρίς βλέφαρα, αναγνωρίζοντας το χρέος του να έχει στο εξής διαρκώς τα μάτια του ανοιχτά. Μόνο η εξαντλητική κούραση των ματιών θα του επέτρεπε ενδεχομένως να βρει κάποτε την απάντηση στην άρρητη ερώτηση, που του είχε απευθύνει το βλέμμα του αγαπημένου του μαθητή, την ημέρα των απολυτήριων εξετάσεων. Την απόσταση ανάμεσα στον Αντρέα Μαρεσκάλκι και τον Βιταλιάνο Κάτσα, που καθόταν απέναντί του στην καρέκλα του εξεταζόμενου, φόρτιζε, μαζί με την άηχη επιταγή του μαθητή, ο απόηχος των πυροβολισμών του, που είχαν εγκατασπείρει στην αίθουσα των εξετάσεων επτά πτώματα, πρώην συναδέλφους του καθηγητή.

Ο Αντόνιο Σκουράτι (Νάπολη, 1969), τοποθετώντας στο κέντρο της μυθοπλασίας την τεταμένη αντιμέτρηση ενός δασκάλου και ενός μαθητή, αποδύεται σε μια εξαιρετικά σύνθετη ανάλυση των διαμετρικών τους θέσεων, αποτυπώνοντας έτσι όχι μόνο την παθογένεια της δημόσιας παιδείας, αλλά πρωτίστως τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα, που συχνά διεγείρει η επαφή μεταξύ ανηλίκων και ενηλίκων. Ο ιταλός συγγραφέας, υποδαυλίζοντας εντέχνως τις αγωνιώδεις σκέψεις του καθηγητή Μαρεσκάλκι, στην πάλη του να εξοικειωθεί με τη νεόκοπη ταυτότητα του επιζήσαντος και παράλληλα να εντοπίσει το μερίδιό του στο κακό, διερευνά μαζί του τις διαφυγούσες πτυχές της ηθικής αυτουργίας, καθηλώνοντας τον αναγνώστη με τους διασκελισμούς του στοχασμού του. Οι εσωτερικοί μονόλογοι του κεντρικού ήρωα, όπου η λυγμική αυτολύπηση δέχεται επανειλημμένως την εμμανή επίθεση ενός άτεγκτου, πεισματικά αδάκρυτου ορθολογισμού, πλαισιώνονται από τις εμβόλιμες θέσεις διαφόρων ειδημόνων, οι οποίοι απαντούν με την ιδιαίτερη υφολογία της αρμοδιότητάς τους στο ίδιο ακριβώς «γιατί» που κατατρύχει και τον Μαρεσκάλκι. Σε αντίθεση ωστόσο με τους αστυνομικούς, τους δημοσιογράφους, τους εγκληματολόγους και τους ψυχολόγους, εκείνος οφείλει να αναζητήσει την απάντηση μακριά από τις καθησυχαστικές όσο και επηρμένες βεβαιότητες των επιστημονικών θεωριών, καταβυθιζόμενος στις αφώτιστες απολήξεις της καθηγητικής του πρακτικής, πλησιάζοντας έτσι αναπόφευκτα στο τυφλό σημείο της ενοχής του. Από τη στιγμή που ο μαθητής τού απόθεσε στους ώμους το βάρος επτά φερέτρων, ο δάσκαλος όφειλε να κατανοήσει, πολύ περισσότερο από το αίτιο των θανάτων, το νόημα της δικής του επιβίωσης.

Βέβαια, το γεγονός ότι καμία από τις σφαίρες του Βιταλιάνο δεν είχε διαπεράσει τη σάρκα του, δεν συνεπαγόταν αυτονόητα τη συνέχιση της ζωής του. Αντιθέτως, από την ημέρα του μακελειού η καθημερινότητα ήγειρε διαρκώς στον Μαρεσκάλκι το δίλημμα μεταξύ ζωής και θανάτου, με τη ζυγαριά να γέρνει αισθητά προς τη μεριά του δεύτερου. Πολύ προτού η αυτοκτονία γίνει για εκείνον συνειδητή προοπτική, ο καθηγητής ξαπλώνει ανάμεσα στους νεκρούς, δηλώνοντας στην πρώτη φράση του μυθιστορήματος: «Ο Βιταλιάνο Κάτσα μάς δολοφόνησε στις 18 Ιουνίου του 2001, τρεις ημέρες πριν από το θερινό ηλιοστάσιο». Βλέποντας την ημέρα εκείνη τον δολοφόνο να τον εγκαταλείπει στον τόπο του εγκλήματός του, το μόνο για το οποίο θα ήθελε να τον ικετεύσει ήταν να πάρει μαζί του τους νεκρούς «τους», άροντας τη συνενοχή τους. Διότι αν εκείνος κατάφερνε κάποτε να αποδεχτεί την αδικαιολόγητη άφεση που του προσφέρθηκε, αυτό θα γινόταν με την προϋπόθεση ότι ως επιζήσας θα ήταν ταυτόχρονα θύτης και θύμα. Υπόλογος σε έναν φασματικό εισαγγελέα, που αγόρευε μέσα του «γδέρνοντας με τα γαμψά του νύχια τη συνείδησή του», ο Μαρεσκάλκι μετακινούνταν ανάμεσα στο ειδώλιο του κατηγορουμένου και στα έδρανα των ενόρκων, αδυνατώντας να εντοπίσει την ενδεδειγμένη θέση.

Ο Μαρεσκάλκι, μολονότι πάσχιζε με εντιμότητα και νηφαλιότητα να ορίσει την αιτία της σφαγής, καθώς και τον δικό του ρόλο σε αυτήν, κατανοούσε πως όσο γερή και αν ήταν η αλυσίδα των συλλογισμών του, «θα φάνταζε γελοία πλάνη απέναντι στη λογική, και ταυτόχρονα προσβολή της». Γι' αυτό επιστρατεύει τις βαρύτατα τρωθείσες εγκεφαλικές του δυνάμεις στη διερεύνηση της σχέσης του με τον Βιταλιάνο. Ο τελευταίος με ένα ημιαυτόματο πιστόλι 9 χιλιοστών τον είχε υποβάλει σε μια αντίστροφη μαθητεία. Ο άοπλος δάσκαλος καλούνταν να αποκωδικοποιήσει το μήνυμα των σφαιρών τού μαθητή και εκείνης ιδίως της σφαίρας που συνειδητά παρεξέκλινε από το σώμα του. Παράλληλα, ο δάσκαλος είχε χρέος να αναλογιστεί τη διδαχή που είχε οπλίσει το χέρι του μαθητή. Μολονότι στην αίθουσα διδασκαλίας κουβαλούσε πάντα, κάτω από τη μελαγχολία της παραίτησης, την ευσυνείδητη προσποίηση του ενθουσιασμού, θέλοντας να προφυλάξει τα παιδιά από τον κυνικό ενήλικο στον οποίο είχε μεταμορφωθεί, ποτέ δεν διανοήθηκε ότι με την αφοσίωσή του στο μικρό του καθήκον παραμελούσε κάποιο άλλο, μεγαλύτερο. Το έγκλημα του Βιταλιάνο τον προέτρεψε να αναγνωρίσει για πρώτη φορά στο πρόσωπό του έναν «δάσκαλο που ξόδεψε μεγάλο μέρος της σταδιοδρομίας του οικτίροντας τον εαυτό του για την αδυναμία του, ενώ αντιθέτως θα έπρεπε να αμφισβητεί την ασυναίσθητη δύναμή του». Υπό το άχθος αυτής της επίγνωσης, ο δάσκαλος ανατρέχει στο ημερολόγιό του, ψάχνοντας τη στιγμή της εκπυρσοκρότησης του δικού του όπλου.

Στις σελίδες του ημερολογίου, ωστόσο, ενεδρεύει κάτι πολύ πιο αλγεινό από το πειστήριο ενός ολέθριου σφάλματος. Φυλλομετρώντας την τελευταία σχολική χρονιά, ο Μαρεσκάλκι υποχρεώνεται να αντιμετωπίσει κατάματα τη συμπόνια του για τον δολοφόνο και να την ερμηνεύσει ως την εύλογη συνέπεια μιας ατελούς ταύτισης. Δάσκαλος και μαθητής αποδεικνύεται πως είναι το ίδιο πρόσωπο. Ο Βιταλιάνο τον άφησε ζωντανό, επειδή δεν θα μπορούσε ποτέ να σκοτώσει ένα, έστω σακατεμένο, alter ego. Ο εγωτισμός του αντιστρατευόταν την αλληγορία αυτής της αυτοκτονίας. Συνεπώς, ο μαθητής συμβολοποιείται σαν τη χαμένη νεότητα του δασκάλου, ανεπανόρθωτα αμαυρωμένη από την ενηλικίωσή του.

Ο Αντόνιο Σκουράτι αποτυπώνει με συνταρακτική οξυδέρκεια τον βραδύκαυστο αυτό αντικατοπτρισμό, μέσα από τον οποίο αναφαίνονται τα δύο μείζονα ψυχογραφήματα του μυθιστορήματος. Εξαρχής ο μαθητής συστήνεται μέσα από το εξιδανικευτικό πρίσμα του δασκάλου. Στον Βιταλιάνο ο Μαρεσκάλκι επιμένει να βλέπει την ενσάρκωση μιας φωτόλουστης νιότης, που περιαυγάζει σε έναν βορβορώδη κόσμο. Ο Βιταλιάνο ήταν για εκείνον «το φωτοστέφανο που πάλλεται αιώνια στα όρια του παντοτινού σκότους». Οπως φανερώνεται βαθμιαία, ο ιδεαλισμός του βλέμματος του δασκάλου δεν εκρέει από τον μαθητή, αλλά από έναν συνομήλικο με εκείνον εαυτό, εντελώς ξένο πια. Ανάμεσα στις φιγούρες του μαθητή και του δασκάλου κινείται κυκλωτικά το φάντασμα του εικοσάχρονου Μαρεσκάλκι, φιλοδωρώντας τον πρώτο με ελεγείες και τον δεύτερο με οικτιρμούς. Ενας εικοσάχρονος, ο οποίος είχε στηρίξει τη νεότητά του στη «θεωρία του τετελεσμένου μέλλοντα», ατενίζοντας από τότε ακόμη με σπαραγμό τον ενήλικο που κάποτε θα τον υποκαθιστούσε, το καλύτερο που μπορεί να προσφέρει σε έναν σαραντάχρονο δίδυμο είναι λύπηση. Διάτορη η συντριβή στην ομολογία του καθηγητή: «Αρνήθηκα να επιδιώξω να γίνω ο άνθρωπος που εκείνος ο νέος θα θαύμαζε, για να μην κινδυνεύσω να γίνω ο άνθρωπος τον οποίο θα περιφρονούσε». Η ανάγκη του να υπερασπίζεται την αθωότητα του Βιταλιάνο μεταμφιέζει την επιθυμία του να απευθύνει μια έκκληση συγχώρησης στον νέο, που ο ίδιος υπήρξε, για τη λιποταξία του από υψηλόφρονες απαντοχές. Στην ακόλουθη διερώτηση υποβόσκει η ευγνωμοσύνη του δασκάλου για τον εαυτό του της νεότητας, που εξακολουθούσε να αναπνέει σιγανά κάτω από το δέρμα του, αλλά και ο θαυμασμός του για τον Βιταλιάνο, που είχε καταφέρει να αφουγκραστεί αυτόν τον ασθενικό σφυγμό. «Με ποιο μάτι τροχιστή θα έπρεπε να τον είχε κοιτάξει για να διακρίνει την κόψη της λάμας κάτω από τα τόσα στρώματα σκουριάς που με τα χρόνια την είχαν διαβρώσει;»

Ο καθηγητής βρίσκει τελικά το θάρρος να αφοπλίσει τον μαθητή. Ο Βιταλιάνο χάνει όλα του τα όπλα, όταν ο Σκουράτι τον υποχρεώνει να γίνει ο αποστολέας μιας κάρτας από το Μεξικό, τόπο φαντασιώδη, καθότι μυθιστορηματικό, συνυφασμένο με το Κάτω από το ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρι, δώρο του δασκάλου στον μαθητή. Ο εξολοθρευτής άγγελος, στον οποίο επί μήνες δεόταν ο Μαρεσκάλκι, φαντάζει ξαφνικά μια ηλιοκαμένη φιγούρα που πίνει κοκτέιλ σε μια μεξικανική παραλία. Το φωτοστέφανό του αναλιγώνει στο τροπικό ηλιοβασίλεμα.

Ο Βιταλιάνο, παρών στον παροντικό χρόνο της μυθοπλασίας μόνο τη στιγμή των πυροβολισμών, μετατρέπεται από λάβαρο σε καρτ-ποστάλ, για να καταλήξει μια τελεσίδικη απουσία. Υπό μία έννοια, ποτέ δεν υπήρξε. Η ύπαρξή του ήταν περισσότερο μια συνισταμένη της ιδιοσυστασίας του δασκάλου. Ο αφανισμός του μαθητή ολοκληρώνεται, όταν ο δάσκαλος ξαναμπαίνει στην αίθουσα διδασκαλίας. Στην τελευταία παράγραφο του μυθιστορήματος, ο Βιταλιάνο Κάτσα χάνει το όνομά του και σκορπίζεται στα άπειρα ενδεχόμενα που εκκολάπτονται στα θρανία μιας σχολικής αίθουσας. Ο Αντόνιο Σκουράτι, μετατρέποντας με τρόπο αριστουργηματικό την κάννη ενός όπλου σε διόπτρα μικροσκοπίου, είδε μέσα σε υπολείμματα κιμωλίας τούς ακατάπαυστους σπασμούς της συνείδησης μπροστά στα όριά της.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Επικίνδυνα μιάσματα
Η γέννηση των «μύθων»
Με όχημα την Ιστορία
Η ποίηση ως γλωσσικό συμβάν
Οταν το εγώ καταβροχθίζει τις σάρκες της Ιστορίας
Οταν δεν πιάνουν αράχνες τα μουσεία!
Ενα άνθος της Χιλής
Η ανέκφραστη ψυχή του ανθρώπου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Επικίνδυνα μιάσματα
Η γέννηση των «μύθων»
Με όχημα την Ιστορία
Διδακτική ύλη σε σφαίρες
Η ποίηση ως γλωσσικό συμβάν
Οταν το εγώ καταβροχθίζει τις σάρκες της Ιστορίας
Οταν δεν πιάνουν αράχνες τα μουσεία!
Ενα άνθος της Χιλής
Η ανέκφραστη ψυχή του ανθρώπου
Συνέντευξη: Φερεϊντούν Φαριάντ
Ισορροπώ πάνω σ' ένα τεντωμένο σχοινί
Συνέντευξη: Galia Oz
«Η τέχνη στα καλύτερά της ανακουφίζει»
Διήγημα του Σαλβατόρε ντι Τζάκομο
Κοκόττα
Από τις 4:00 στις 6:00
Απόψε ακούμε μουσική...
Η καλύτερη εν ζωή λευκή τραγουδίστρια της σόουλ
Άλλες ειδήσεις
Η βροχή
Μια ιδιόμορφη κάθαρση