Έντυπη Έκδοση

Ο Εντμόντ και ο Ζιλ

Δυο αδέρφια με την ίδια πένα...

Edmont & Jules de Goncourt

Ζερμινί Λασερτέ

μετάφραση, πρόλογος, σημειώσεις: Εφη Κορομηλά,εκδόσεις Νεφέλη, σ. 331, ευρώ 17,67

Ποια είν' η ιστορία; Μια υπηρετριούλα, βιασμένη από τα δεκατέσσερά της στο καφενείο όπου δούλευε, μόλις σταυρώνει δουλειά της προκοπής δίπλα σε μια αγαθή γυναίκα, που λες θα ησυχάσει πια, πιστή, φιλότιμη ώς και θρησκόληπτη αρχικά, γλιστράει σε μια παράταιρη σχέση, αρχίζει να δανείζεται για να υπηρετήσει το πάθος της, και ύστερα δειλή, μοιραία κι άβουλη αντάμα, το ρίχνει στο πιοτό για να μη βλέπει την αλήθεια, κλέβει για να εκβιάσει τον έρωτα και όταν δεν βρίσκει διέξοδο, καταλήγει να ψωνίζεται για την ικανοποίηση και μόνο, μ' όποιον λάχει, στα κρυφά!.. Αλλη μια περιφερόμενη δυστυχία... Οταν όμως το γραφτό καταφέρνει όχι μόνο να το παρακολουθείς απνευστί ίσαμε το τέλος, παρά και να το φιλήσεις το κακόμοιρο το «πατσαβούρι» αυτό -όπως ο Φραγκίσκος της Ασίζης τους λεπρούς- στο στόμα, τότε το κείμενο είναι άξιο - τόσο, ώστε δίκαια να δηλώνει ένας Ουγκό «γοητευμένος που το διάβασε κι ευτυχής που θα το ξαναδιαβάσει»...

Είν' η περίπτωση της Ζερμινί Λασερτέ των αδερφών Γκονκούρ -μοναδικού στα λογοτεχνικά χρονικά συγγραφικού διδύμου, αχώριστου στη ζωή και τη δημιουργία-, που καθώς δήλωναν «γράφαν με την ίδια πένα», φτιάχνοντας τα προπλάσματα ο ένας, και ζωντανεύοντάς τα με τον λόγο ο άλλος. Εναν λόγο απαστράπτοντα, νεώτεριστικό, δουλεμένον στην εντέλεια, με ταχύτατο κι εντυπωσιακό σκιτσάρισμα των προσώπων, τρομερή διεισδυτικότητα και νοσηρή ευαισθησία στη σύλληψη των αισθημάτων, την ανάλυση των καταστάσεων, την απόδοση των διαλόγων. Η περιγραφή των χαρακτήρων, τόσο τεκμηριωμένη, με τέτοια συγκρότηση και ψυχολογική συνοχή, ώστε κάθε τους πράξη να υπακούει σε μιαν αδήριτη εσωτερική αλληλουχία, ν' απορρέει υποχρεωτικά από τις προηγούμενες, μην αφήνοντας την παραμικρή αμφιβολία για την αληθοφάνεια των γραφομένων. Και από πάνω, μια αριστοτεχνική ικανότητα σκηνογραφική: το κείμενο ξεχειλίζει από εικόνες και πλούσια χρώματα, βγαλμένα, θαρρείς, από ιμπρεσσιονιστικούς πίνακες. Ολος ο Τουλούζ-Λοτρέκ, μαζί και οι εύθυμες συναθροίσεις των παρισινών περιχώρων του Ρενουάρ και οι παραμορφωμένες φιγούρες του Ντομιέ (για τους δευτερεύοντες ήρωες) πλημυρίζουν τις σελίδες του μυθιστορήματος...

Εν τούτοις, οι ίδιοι οι αδερφοί, Εντμόντ (1822-1896) και Ζιλ (1830-1870), θα είχαν ενστάσεις! Γι' αυτούς ο όρος «μυθιστόρημα» δίχως τον επιπρόσθετο χαρακτηρισμό: «αληθινό» δεν έλεγε τίποτε. Μυθιστορήματα διέθετε δα πολλά και περίφημα η γαλλική γραμματεία. Είχαν προηγηθεί τιτάνες, όπως ο Μπαλζάκ ή ο Στένταλ, και ζούσε ακόμη ο Ουγκό! Ομως οι Γκονκούρ με τις δημιουργίες τους αξίωσαν τη σύσταση ενός είδους ξέχωρου, κι επικύρωσαν με το ταλέντο τους την ιδρυτική πράξη καθαυτό μιας νέας τάσης: του Ρεαλισμού. Οχι του άκρατου (κι ελάχιστα θελκτικού μες στην αδρότητά του), όπως εκείνος του Ζολά -ένθερμου παρεμπιπτόντως εκτιμητή τής Ζερμινί από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας της!- παρά ενός τεχνικότερου, που δεν προδίδει ωστόσο ποτέ την ωμή και αψιμυθίωτη πραγματικότητα. Οπως, άλλωστε, σημείωναν: Τώρα πλέον ένα μας ενδιαφέρει στη ζωή μας: Η συγκίνηση που δίνει η μελέτη του πραγματικού. Εχοντας θητεύσει στην ιστορική - κοινωνιολογική ανάλυση παλαιότερων εποχών, θέλουν σαν επιστήμονες - παρατηρητές ν' ανεβάσουν επί σκηνής τον απλό σύγχρονό τους άνθρωπο, τη δούλα, τον υπόκοσμο, τους ανώνυμους, τους ταπεινούς και καταφρονεμένους, πιστεύοντας πως το δικό τους δράμα δεν είναι λιγότερο αξιοπρόσεκτο από των πατρικίων. Θέλουν να δείξουν πως οι φτωχές καρδιές δεν έχουν φτωχότερα πάθη, πόνους πιο μίζερους, φλόγες πιο αδύναμες από των δυνατών και προνομιούχων και σπεύδουν να φέρουν τους «ηττημένους της ζωής» στο ανατομικό τραπέζι της Τέχνης τους, για να φανερώσουν μέσα από τις αιμάσσουσες χειρουργικές τομές τους την πλήρη αλήθεια...

Η δημοσίευση του προσωπικού τους Ημερολογίου ήρθε να επιβεβαιώσει την ειλικρίνεια της συγγραφικής τους μεθόδου στο ακέραιο: Δεν είχαν πλάσει το παραμικρό! Η ιστορία τής Ζερμινί ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Μόνο που είχε άλλο όνομα! Επρόκειτο για την υπηρεσία που δούλευε επί δεκαετίες τυφλά αφοσιωμένη στα δύο γεροντοπαλίκαρα, «ένα έπιπλο του σπιτιού, ένα κειμήλιο των νιάτων τους, κάτι το απροσδιόριστα τρυφερό και φορτικό μαζί, ένα πιστός φύλακας, όπως μόνο τα σκυλιά ξέρουν να είναι φύλακες»... Κι όμως, σαν πέθανε, βγήκε μια απρόσμενη είδηση στο φως: παρασυρμένη από μιαν ευάλωτη καρδιά και κυλισμένη στη δυστυχία και τη διαφθορά, έκλεβε τα ίδια τ' αφεντικά της, είχε πέσει σε κτηνώδεις καταχρήσεις και κάτω από το πέπλο μιας συνεσταλμένης κόρης γυρνούσε στα σκοτάδια κι εκδιδόταν ασύδοτα. Και όμνυε ασφαλώς κι εκείνη ν' αρχίσει πιο καλή ζωή, αλλ' όταν ερχόταν η νύχτα, με τις δικές της συμβουλές, με τους συμβιβασμούς της, και με τις υποσχέσεις της, με τη δική της δύναμη του σώματος που θέλει και ζητεί, πήγαινε στην ίδια μοιραία χαρά χαμένη, τρέμοντας διαρκώς μην ανακαλυφθεί αυτή η διπλή ζωή της και βγούν στο φως οι ανείπωτες ακολασίες της... Μια διχοστασία τραγική, δεμένη παράδοξα με μια άγρυπνη ηθική συνείδηση, που δέσμευε σαν Κέρβερος, ίσαμε το τέλος, την παραμικρότερη ένδειξη ή ομολογία του πάθους μιας αμαρτωλής ψυχής...

Πόσο αμαρτωλής όμως πράγματι; Το «δεύτερο» πρόσωπο του μυθιστορήματος, η ζωντανή αντίστιξη, η σεβάσμια κυρά της, παρ' ότι συγκλονισμένη από την αποκάλυψη του ανοίκειου δράματος, βρήκε το κουράγιο και τη συγχώρεσε, όπως έκαναν στην πραγματικότητα και οι ίδιοι οι εξαπατημένοι αδερφοί... Εκείνοι, μάλιστα, είναι βέβαιο, θα πήγαιναν ακόμη παραπέρα: θα προσυπέγραφαν μ' ενθουσιασμό και το Αμαρτωλό της Γαλάτειας Καζαντζάκη:

Στη Σμύρνη Μέλπω,

Ηρώ στη Σαλονίκη,

στο Βόλο Κατινίτσα έναν καιρό -

τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα! []

...............................................................

Ως κ' οι πικροί μου χρόνοι, οι παιδικοί μου

θολές, σβησμένες ζωγραφιές -

κ' είναι αδειανό σεντούκι η θύμησή μου.

Το σήμερα χειρότερο απ' το χτες,

και τ' αύριο απ' το σήμερα θενάναι.

Φιλιά από στόματα' άγνωστα, βρισιές -

κ' οι χωροφύλακες να με τραβολογάνε...

Γλέντια, καυγάδες ώς να φέξει,

Αρρώστειες, αμφιθέατρο του Συγγρού

κ' ενέσεις 606.

Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι -

όλη η ζωή μου του χαμού!

Μ' από την κόλασή μου σου φωνάζω:

-Εικόνα σου είμαι, Κοινωνία, και σου μοιάζω!...

Αν στα χρόνια μας οι «ανθρωπιστικές» διακηρύξεις υπέρ των «δικαιωμάτων παρουσίας» των αδικημένων και των «θυμάτων» στη Λογοτεχνία και την Τέχνη γενικότερα έχουν γίνει τόσο κοινότοπες, σχεδόν αυτονόητες, ώστε να μοιάζουν υποκριτικές, τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Το μυθιστόρημα των Γκονκούρ αντιμετώπισε την παγωμάρα ή και την αποστροφή της Κριτικής και οι φωνές υποστήριξης, παρ'ότι εκλεκτές, δεν ήταν παρά φωτεινές εξαιρέσεις...

Η Εισαγωγή και τα Παραρτήματα που συνοδεύουν το κείμενο στην ελληνική έκδοση είναι καλογραμμένα κι επαρκώς διαφωτιστικά για τους συγγραφείς, για το έργο, την απήχηση που είχε και τη σημασία του. Εύστοχα παρατίθενται και οι κρίσεις του Φλομπέρ, του Σεντ-Μπεβ, του Ουγκό, πρωτίστως δε η τεκμηριωμένη κριτική του Ζολά. Τα υποσελίδια σχόλια, όπου υπάρχουν, χρήσιμα. Η μετάφραση διαβάζεται απρόσκοπτα και φαίνεται ν' αντιμετωπίζει ικανά τους νεολογισμούς και τη σωρεία των υφολογικών ιδιαιτεροτήτων του πρωτοτύπου, αν κι ενίοτε καταφεύγει σε γλωσσικές παρατολμίες, όπως η ανύπαρκτη εκείνη στα ελληνικά «πολυφορία» (!) της σελ.102, και η «ευερεθιστότητα» (!) της σελ.182, τ' άστοχα «φεγγαρήσια χρώματα» και κάμποσες αδόκιμες γενικές πληθυντικού, όπως: η δημοσιά - «των δημοσιών» (!). Ξενίζει επίσης, γι' άνθρωπο που 'χει έστω και την ελάχιστη τριβή με κλασική γαλλική πεζογραφία, να μεταφράζει τα χρυσά νομίσματα της εποχής ως ... «ναπολεόντεια» αντί ναπολεόνια! Κι όλ' αυτά τα μκροπταίσματα θα περνούσαν απαρατήρητα μες σ' ένα ανάγνωσμα 300 σελίδων, αν δεν έρχονταν να το μαγαρίσουν αθεράπευτα δύο ακατανόητες... «ταπετσέρισσες»! Στη σ. 166 η Ζερμινί περιπλανιέται με τον αγαπητικό της, νύχτα, σε κάποιο σκοτεινό καλντερίμι. «Πού και πού περνούσε μπροστά απ' τα μάτια τους κάτι σαν λάμψη: ήταν κάποια ταπετσέρισσα, που το φανάρι της έπεφτε πάνω σε σφαχτά και σε κομμάτια κρέας ριγμένα στα καπούλια ενός άσπρου αλόγου»... Αναρωτιέται κανείς πόσες «ταπετσέρισσες» βρέθηκαν άραγε στο δρόμο τους, και τι διάολο «φανάρια» είχαν, και πώς φώτιζαν τα φανάρια τους «σφαχτά»; Υπερρεαλισμός του 1865; Και δεν θα ξυπνούσε κανείς αν δεν συναντούσε και 60 σελίδες παραπέρα, μέσα στο δάσος της Βενσέν, ούτε λίγο ούτε πολύ, «ταπετσέρισσες» πάλι, να κάνουν τόση «φασαρία που αλάφιαζε τα πουλιά»!.. Μα πανταχού παρούσες ήταν πια; Και στο ύπαιθρο κάρφωναν ταπετσαρίες; Και δεν υπήρχαν άντρες στο επάγγελμα, μόνο γυναίκες; Αυτά κι άλλα παρόμοια γυρίζουν στο μυαλό, δίχως απάντηση, όταν δεν ξυπνάει η κοινή λογική στο διάβασμα ενός κειμένου! Αν η εμπειρία της ενασχόλησης με ξενόγλωσσα κείμενα δεν έχει διδάξει τον μεταφραστή πως οι πιο επικίνδυνες παγίδες κρύβονται στις απόλυτες «βεβαιότητές» μας για τις «αυτονοήτως» γνωστές λέξεις, παρά σε μιαν άγνωστη εντελώς... Και στην προκειμένη περίπτωση, το Λεξικό μάς έδειξε πως tapissiere δεν είναι μόνο το θηλυκό του tapissier (=ταπετσιέρη) αλλά και η «ανοιχτή άμαξα», το «κάρο»!.. Το κάρο του πλανόδιου χασάπη στην πρώτη περίπτωση, που το φανάρι του φωτίζει φυσικότατα την πραμάτεια με τα κρέατα, τ' αμάξια τ' ανοιχτά, που 'τρεχαν στους χωματόδρομους του δάσους, ξιπάζοντας τα πουλιά, στη δεύτερη... Είναι τάχα το μόνο παρόμοιο σφάλμα ή παραμονεύουν κάπου κι άλλες «ταπετσέρισσες» και διαβάζουμε κείμενο άλλο από κείνο που έγραψαν οι Γκονκούρ; Και πώς διασφαλίζεται η αξιοπιστία του πλέον;...

Ο τίτλος δύσκολα απομνημονεύεται... Μα εντυπώστε τον: Ζερμινί Λασερτέ! Γυρέψτε το και διαβάστε το! Διόλου «παρωχημένο». Ενάμιση αιώνα μετά τη συγγραφή του δεν έχει χάσει ίχνος από τη στίλβη του! Είναι βέβαιο ακόμη πως θα συγχωρέσετε και το κακόμοιρο το δουλικό, τη Ζερμινί. Αν μαζί και τη μεταφράστρια, δεν ξέρω! Γιατί το λένε όλες οι Γραφές, από καταβολής Κόσμου, πως τ' αμαρτήματα του πνεύματος βαραίνουνε περισσότερο από τις αμαρτίες του κορμιού!..

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο αγέλαστος Καρμπονάρος
Το μυθιστόρημα που δεν πολιτικολογεί
Η νέα γυναίκα πάντα
Σπάνιες αναλύσεις στην υγεία
Τι είναι η άμεση δημοκρατία;
Η δεξιοτεχνία της υπέρβασης
Επιστροφές και ψίθυροι
Κοσμοδρόμια μες στα σύννεφα
Χρωματικές ελεγείες
Κριτικές επισημάνσεις του δεινού φιλολόγου
Ευθανασία ενός έρωτα
Στον αστερισμό της Αβάνας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο αγέλαστος Καρμπονάρος
Το μυθιστόρημα που δεν πολιτικολογεί
Η νέα γυναίκα πάντα
Σπάνιες αναλύσεις στην υγεία
Τι είναι η άμεση δημοκρατία;
Δυο αδέρφια με την ίδια πένα...
Η δεξιοτεχνία της υπέρβασης
Επιστροφές και ψίθυροι
Κοσμοδρόμια μες στα σύννεφα
Χρωματικές ελεγείες
Κριτικές επισημάνσεις του δεινού φιλολόγου
Ευθανασία ενός έρωτα
Στον αστερισμό της Αβάνας
Αφιέρωμα
10 χρόνια από την πτώση των Δίδυμων Πύργων
Κινηματογράφος
Η λογοτεχνία στα 35 m.m.
Συνέντευξη: Μάρω Βαμβουνάκη
«Κάνω κάτι που με εκφράζει»
Άλλες ειδήσεις
Πετεινοί λαλίστατοι