Έντυπη Έκδοση

Μηνιαία, άγρυπνα και φωτεινά

Κριτικές επισημάνσεις του δεινού φιλολόγου

Π.Δ. Μαστροδημήτρης

Από τη Λογοτεχνία στη Φιλολογία

Θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και της σπουδής της

εκδόσεις Δόμος, σ. 431

Πανόραμα θεμάτων και προσώπων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο ογκώδης τόμος με τα 28 μελετήματα και δημοσιεύματα του δεινού φιλολόγου, ερευνητή και πολυγραφότατου Π.Δ. Μαστροδημήτρη. «Λογοτεχνία-Κριτική-Φιλολογία» είναι λίγο-πολύ αλληλένδετα πεδία, που τροφοδοτεί το ένα το άλλο, το συμπληρώνει και το ολοκληρώνει, με προεξάρχουσα βέβαια τη Λογοτεχνία, βεβαιώνει στα «Προλεγόμενά» του.

Σημειώνει την ανάγκη σχεδιασμού και σύνταξης «μιας καθαυτό συλλογικής Ιστορίας της νεοελληνικής Λογοτεχνίας» καθώς και τη σοβαρή καθυστέρηση όσον αφορά την ύπαρξη ιστορίας νεοελληνικής κριτικής. Θεωρεί, ακόμη, αναγκαίο να υπερασπιστεί την επιστήμη της φιλολογίας, καθώς παρατηρεί απουσία της γενικής εκτίμησης που ισχύει για τις άλλες επιστήμες. Με την εμπειρία μιας πολύχρονης και πολύμοχθης θητείας στο φιλολογικό πεδίο, με εκατοντάδες δημοσιεύσεις, συστήνει ως γονιμότατη για την πληρέστερη ανάγνωση των λογοτεχνικών έργων την απόκτηση φιλολογικής παιδείας.

Πρώτη στα περιεχόμενα του τόμου η «Επτανησιακή γλωσσική θεωρία (1818-1911)», που καταλαμβάνει 51 σελίδες. Πρόκειται για εξαιρετική μελέτη που διαθέτει το πλεονέκτημα να μας οικειώνει με τις αντίστοιχες χρονολογικά λογοτεχνικές και ποιητικές παρουσίες, εντοπίζοντας ομοιότητες, διαφορές, προβλήματα, με κύριο άξονα βέβαια τη γλώσσα και την πορεία της σε σχέση με την ταυτόχρονη πορεία του νέου Ελληνισμού. Η επαφή των Επτανήσιων με τις δυτικές λογοτεχνίες και μάλιστα την ιταλική ωθούσε σε ανάπτυξη και μιας νεοελληνικής λογοτεχνίας και σε προώθηση μιας σύγχρονης εθνικής γλώσσας (κλασικό παράδειγμα ο Δάντης). Με αφετηρία το δημοτικό τραγούδι, την κρητική Λογοτεχνία και δείγματα ποιητικού λόγου (Χριστόπουλος, Βηλαράς) διαμορφώθηκε μια λαϊκή γλωσσική βάση που θα συνδυαζόταν με ευρωπαϊκές αισθητικές τάσεις, με προοπτική την ελληνική ιδιαιτερότητα εν μέσω του παγκόσμιου γίγνεσθαι. Ο σ. δεν παραλείπει να σημειώσει τη διαφορά μεταξύ αρχαιοελληνικής και λατινικής, καθώς στην πρώτη περίπτωση ευνοείται η «μετασχηματιστική σχέση της νεοελληνικής με την αρχαία», οπότε μπορεί ευχερέστερα να αφομοιωθεί ο παραδοσιακός πλούτος. Το ζήτημα συμπυκνώνεται στο παρακάτω απόσπασμα του Σπ. Ζαμπέλιου, που μεταξύ πλείστων άλλων παραθέτει ο συγγραφέας: «Η λαϊκή νεοελληνική, καίτοι το χυδαίον ένδυμα, κατά την συνήθη φράσιν, περιβεβλημένη, περιέχει "πυρηνικά" την ιστορίαν του ανεκπροσωπήτου πλήθους και συγκερνά τα προϊόντα των συνεχομένων ελληνικών πολιτισμών» και είναι η μόνη ευρωπαϊκή γλώσσα που κατορθώνει ταυτόχρονα να βυθίζεται γενετικά έως και το απώτατο παρελθόν και να υφίσταται σήμερα σφριγηλή (ενός και ζων εν μέσω νεκρών και νεκρός μετά ζώντων), γιατί ανανεώνεται αντλώντας δυνατότητες από όλες τις περιόδους» (σ. 45).

Με αναφορές στον Κάλβο, τον Σολωμό, τον Μάτεση, τον Ζαμπέλιο, τον Πολυλά, τον Τυπάλδο, τον Φατσέα, τον Βαλαωρίτη, τον Κονεμένο, τον Λασκαράτο και άλλους, παραθέτοντας συχνά εκτενέστατα αποσπάσματα έργων τους, καταφέρνει να δώσει μια ζωντανή εικόνα της γλωσσικής περιπέτειας, ειδικά όπως αυτή παρουσιάζεται στα Επτάνησα, με την ξεχωριστή γλωσσική τους αλλά και κοινωνικο-ιστορική πραγματικότητα.

Ερχονται έτσι στο προσκήνιο οι διακυμάνσεις, οι προτάσεις, οι σκέψεις και τα επιχειρήματα που αντιπαρέθεσαν καθαρευουσιάνοι και δημοτικιστές, ο αγώνας για υπέρβαση των ακροτήτων, η προσπάθεια συνειδητοποίησης της συνέχειας της γλώσσας από την αρχαιοελληνική περίοδο στη βυζαντινή-μεσαιωνική και από εκεί στη νεοελληνική. Στους τωρινούς καιρούς, εν μέσω καταιγισμού προβλημάτων και ανάγκης επαναπροσανατολισμού της πορείας της χώρας, το μελέτημα αυτό του Π.Δ. Μαστροδημήτρη συμβάλλει σε εκ νέου σπουδή της νεότερης ιστορίας ως προς το γλωσσικό ζήτημα πρώτιστα, αλλά και σε αποσαφήνιση των ιδεολογικών και πολιτιστικών ρευμάτων που συνόδευαν τις αντιπαραθέσεις και τις προσπάθειες να διαμορφωθεί η αναγεννώμενη εθνική γλώσσα, καθώς και η ανάλογη παιδεία και η κοινωνία που θα την καλλιεργούσαν.

Ανάμεσα στις υπόλοιπες μελέτες, τις βιβλιοκρισίες και τα σημειώματα ξεχωρίζω, για διαφορετικούς λόγους: «Γιώργου Θεοτοκά: Δοκίμιο για την Αμερική» (1954) - Σχόλια στο κατώφλι του νέου αιώνα, «Ο Π. Κανελλόπουλος και η νεοελληνική λογοτεχνία» και τα «Επτά ανέκδοτα γράμματα του Ν.Γ. Πεντζίκη».

Η ανάγνωση που επιχειρείται της στάσης του Θεοτοκά ειδικά στο ζήτημα η Αμερική και η Ευρώπη ή η Αμερική και ο κόσμος, αν το επιγράψουμε έτσι, σε συνδυασμό βεβαίως με το ταξίδι του εκεί, φαντάζει θα έλεγα παρωχημένη. Σε μια εποχή σαν τη σημερινή, όπου οι ΗΠΑ ευθύνονται για πλήθος καταστροφικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο στο όνομα της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού αλλά και του καθ' όλα κερδοσκοπικού συστήματος, δεν μπορεί να γυρνά κανείς στο «σχέδιο Μάρσαλ», παρά τη βοήθεια που όντως πρόσφερε τότε σε έναν μεταπολεμικά εκ θεμελίων ανοικοδομούμενο κόσμο. Οπωσδήποτε το ταξίδι του Θεοτοκά αλλά και το κλίμα που επικρατούσε ακόμη τότε, διατηρούσε τον απόηχο από τη νικηφόρα συμμετοχή των Αμερικανών στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την εικόνα τους ως πρωταγωνιστών στην απελευθέρωση της Ευρώπης από τους ναζί. Το γεγονός ότι ο Θ. από μια στιγμή και ύστερα επιστρέφει στην πνευματική παράδοση της Ορθοδοξίας, δεν συνεπάγεται και ορθό προσανατολισμό στα πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικά πράγματα. Αλλωστε ό ίδιος ο Θ. στο βιβλίο επισημαίνει τη λανθασμένη στάση των Αμερικανών στο ζήτημα των «Νέγρων» και τις ανακολουθίες σε σχέση με τα ιδανικά που πρέσβευαν. Η διατύπωση του Θ., ότι «το αμερικανικό οργανωτικό πνεύμα... είναι θα έλεγα, κατά κύριο λόγο, μια σύνθεση από τον αγγλικό εμπειρισμό, τη γερμανική μεθοδικότητα και την αυτοπειθαρχία των λαών που δέχτηκαν την επιρροή του προτεσταντισμού», αν παραλληλιστεί με τη διατύπωση του Τοκβίλ: «Βλέπω ένα πλήθος αναρίθμητο όμοιων και ίσων ανθρώπων που περιστρέφονται ακούραστα περί τον εαυτό τους για να προσποριστούν μικρές και φτηνές απολαύσεις με τις οποίες γεμίζουν την ψυχή τους.[...] το θέαμα της καθολικής αυτής ομοιομορφίας με θλίβει και με παγώνει, και νιώθω τον πειρασμό να νοσταλγήσω την κοινωνία που έφυγε» (Περί της δημοκρατίας στην Αμερική, τ. ΙΙ, 4ο μέρος, κεφ. VII και VIII, σ. 710-712) και ακόμη με τις αναλύσεις του Μ. Βέμπερ για τη σύνδεση προτεσταντισμού (πουριτανισμού-πιετισμού) «και παραγωγικότητας της εργασίας με την καπιταλιστική έννοια της λέξης» (Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, Gutenberg, σ. 156), οι κρίσεις του Θ. αμφιβάλλω αν ισχύουν έστω για την εποχή συγγραφής του βιβλίου του.

Στο καλογραμμένο μελέτημά του για τον Κανελλόπουλο (το δεύτερο μεγαλύτερο του τόμου - 36 σ.) ο Μαστροδημήτρης επιλέγει να ασχοληθεί με μια πλευρά του γνωστού πανεπιστημιακού δασκάλου, διανοητή και πολιτικού, με την οποία δεν είναι εξοικειωμένο το ευρύ κοινό: τους νεοέλληνες ποιητές και συγγραφείς, χωρίς ωστόσο να αφήσει απ' έξω τις γενικές αξίες ή εκτιμήσεις που κατά κύριο λόγο τον χαρακτήριζαν. Βρισκόμαστε έτσι μπροστά σε εξαιρετικά καίριες παρατηρήσεις για τους κλασικότερους νεοέλληνες συγγραφείς, ποιητές και διανοητές, από τον Κάλβο και τον Σολωμό μέχρι τον Παλαμά, τον Καβάφη, τη «γενιά του '30», τον Σικελιανό, τον Γιαννόπουλο, τον Σαραντάρη, τον Καπετανάκη και άλλους. Την ίδια στιγμή και καθώς ο Μ. παρακολουθεί εκ των έσω τις σκέψεις και τις διατυπώσεις εκείνου, αναδύεται μια μόνιμη διελκυστίνδα ανάμεσα στην ελληνική πραγματικότητα, ιστορική, κοινωνική, εθνική και βεβαίως λογοτεχνική και πολιτιστική και την ανάλογη ή αντίστοιχη ευρωπαϊκή ή μάλλον δυτικοευρωπαϊκή. Παρακολουθούμε συνάμα την πορεία του ίδιου του Κ. στα διάφορα πεδία, γνωστικά και άλλα, και σχεδόν ξαφνιάζει η προτεραιότητα που έδινε στην ποίηση, ξεχωρίζοντάς την ή μάλλον υψώνοντας την πάνω από όλες τις ανθρώπινες πνευματικές ενασχολήσεις, τη στιγμή μάλιστα που στο μεγαλύτερο μέρος του βίου του καταγινόταν πιο πολύ με φιλοσοφικά και θεωρητικά έργα. Μεταφέρω μερικές φράσεις του Κ. από την Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος: «Ποίηση -προπάντων η πιο αυτόνομη, που τη λέμε λυρική- είναι ακριβώς το πιο υπεύθυνο ξεπέρασμα του θεωρητικού και του ηθικού ή συναισθηματικού εαυτού μας, είναι το υπεύθυνο αντίκρυσμα του αοράτου, το βύθισμα στα βάθη που δεν τα φτάνει η λογική, το ανέβασμα στα ύψη που δεν αγγίζονται με τον θεωρητικό νου... η γνωριμιά με τον Θεό, με το Σύμπαν και με το Μηδέν... η γνωριμιά με ό,τι μέσα στον άνθρωπο είναι παραπάνω από τον άνθρωπο». Ξεχωρίζω ακόμη ανάμεσα στις πάμπολλες κριτικές επισημάνσεις του Μ. για το έργο του Κ. αυτήν που εντοπίζει αναφορικά με Σικελιανό, Καζαντζάκη και Νίτσε: «η πνευματική μεγαλοφροσύνη του Σ. (αλλά και του Κ.) διαφέρει καίρια από την απανθρωπία του νιτσεϊκού αριστοκρατισμού» (σ. 318). Παρεμπιπτόντως ο συγγραφέας σε μικρότερο άρθρο του για τον Καζαντζάκη (σ. 353-359) συνιστά «η συγκρότηση ενός corpus των επιστολών του Κ... να συγκαταλεγεί στις προτεραιότητες της νεοελληνικής φιλολογίας».

Δυο λόγια τώρα για τις επιστολές του Πεντζίκη.

Οι πέντε πρώτες απευθύνονται στον Α. Καμπίτογλου, ομότιμο καθηγητή σήμερα στην Αυστραλία και μέλος της Ακαδημίας, σπουδαγμένον στην κλασική αρχαιολογία, μία στον πεζογράφο Στ. Ξεφλούδα και μία στον Στρατή Δούκα. Το σημαντικό είναι ότι ο Μ. συνοδεύει τις επιστολές με σχόλια και πληροφορίες που καθιστούν τα γράμματα πολύ πιο ευανάγνωστα, μα και συμβάλλουν σε πληρέστερη γνωριμία με τον συγγραφέα τους.

Ο Π. στην τελευταία επιστολή είναι συγκλονιστικά εξομολογητικός. Σε όλες σχεδόν μιλά για τη σχέση του «εγώ» και του «άλλου», αλλά σε αυτήν εδώ θέτει με εξαιρετικά ιδιόρρυθμο τρόπο τη συγκεκριμένη σχέση αγάπης με τον Δούκα, λέγοντάς του ότι «Στάθηκα άδικος απέναντί σου επειδή δεν σ' αγάπησα τόσο ώστε να τολμήσω να σε αδικήσω»! Προσθέτοντας ότι «Ενοιωσα τον εαυτό μου εσαεί υποχρεωμένο απέναντί σου επειδή μ' αγάπησες και πολλές φορές δεν εδίστασες καθόλου να μ' αδικήσεις, παρέχοντάς μου άφθονες τις ευκαιρίες να σχηματιστώ. Συγχώρα με που δεν σ' έσπρωξα καμιά φορά να σχηματιστείς. Συγχώρα με που, επιμένοντας στην εγωιστική αυτοσυνέπεια, στάθηκα αποπνιχτικό βάρος για τη μορφή σου». (σ. 172). Δεν ξέρω τι θα έλεγαν οι ψυχολόγοι και οι ψυχαναλυτές, αλλά εδώ παρουσιάζεται η αγάπη ανάμεσα σε δύο πρόσωπα (και μάλιστα του αντρικού φύλου) να αντλεί τη σημασία της και το νόημά της όχι από το «εγώ» αλλά από τον «άλλο». Χάριν του «άλλου», για να σχηματιστεί ο άλλος, να ωριμάσει, να εκτεθεί, να πάψει να είναι προσκολλημένος στον εαυτό του, πρέπει να αδικηθεί! Εδώ αναθυμόμαστε βέβαια το σωκρατικό «αδικείσθαι μάλλον ή αδικείν». Μα υπάρχει και μια άλλη φράση που συμπληρώνει το ζήτημα. «Είναι ανάγκη να μην εκφράζουμαι μονάχα με καλά συναισθήματα. Πρέπει και ο Σατανάς που κρύβεται μέσα μου να περάσει στην έκφρασή μου. Αλλιώς δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατό κανένας να ζήσει ή να πεθάνει» (σ. 173). Φράση που τινάζει στον αέρα, νομίζω, προπαντός τον ναρκισσισμό, που στις μέρες μας προχωρεί ακάθεκτος, παρά την τερατώδη παραμόρφωση που υφίσταται ο άνθρωπος. *

Info: Το βιβλίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτενή ή ολιγοσέλιδα κείμενα για τον Καβάφη, τον Καρκαβίτσα, τον Σκαρίμπα, τον Λορεντζάτο, τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, τη Δημουλά κ.ά.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο αγέλαστος Καρμπονάρος
Το μυθιστόρημα που δεν πολιτικολογεί
Η νέα γυναίκα πάντα
Σπάνιες αναλύσεις στην υγεία
Τι είναι η άμεση δημοκρατία;
Δυο αδέρφια με την ίδια πένα...
Η δεξιοτεχνία της υπέρβασης
Επιστροφές και ψίθυροι
Κοσμοδρόμια μες στα σύννεφα
Χρωματικές ελεγείες
Ευθανασία ενός έρωτα
Στον αστερισμό της Αβάνας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο αγέλαστος Καρμπονάρος
Το μυθιστόρημα που δεν πολιτικολογεί
Η νέα γυναίκα πάντα
Σπάνιες αναλύσεις στην υγεία
Τι είναι η άμεση δημοκρατία;
Δυο αδέρφια με την ίδια πένα...
Η δεξιοτεχνία της υπέρβασης
Επιστροφές και ψίθυροι
Κοσμοδρόμια μες στα σύννεφα
Χρωματικές ελεγείες
Κριτικές επισημάνσεις του δεινού φιλολόγου
Ευθανασία ενός έρωτα
Στον αστερισμό της Αβάνας
Αφιέρωμα
10 χρόνια από την πτώση των Δίδυμων Πύργων
Κινηματογράφος
Η λογοτεχνία στα 35 m.m.
Συνέντευξη: Μάρω Βαμβουνάκη
«Κάνω κάτι που με εκφράζει»
Άλλες ειδήσεις
Πετεινοί λαλίστατοι