Έντυπη Έκδοση

Τέσσερις νομά σε ένα δωμά

«Ο συγγραφέας» του Τιμ Κράουτς στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

Μαντρωμένοι στο μικρό Δώμα, χωρίς κλιματισμό, με φώτα πλατείας και σε ασφυκτική γειτνίαση των κατάμεστων κερκίδων, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απρόσμενη ανατροπή ιδιοτήτων που τινάζει στον αέρα το κουκούλι των συμβάσεων αίθουσας - συγγραφέα - σκηνής και την ασφάλεια του «όλα είναι θέατρο».

Χωρίς «δράση», σκηνικό και εικόνα οι ηθοποιοί ξετυλίγουν μια φρίκη αποκλειστικά λεκτική, χρησιμοποιώντας τον ανθρώπινο ζόφο ως πρώτη θεατρική ύλη Χωρίς «δράση», σκηνικό και εικόνα οι ηθοποιοί ξετυλίγουν μια φρίκη αποκλειστικά λεκτική, χρησιμοποιώντας τον ανθρώπινο ζόφο ως πρώτη θεατρική ύλη Οι θεατές παύουν να είναι απρόσωπη μάζα παρατηρητών, αλλά άνθρωποι που κοιτάζονται μεταξύ τους, εκφράζονται, γελούν, μετέχουν ως σκηνικό και συν-παίκτες, δηλ. γίνονται κάτι σαν μέρος του έργου, ενώ οι ηθοποιοί καθισμένοι αφανώς ανάμεσά μας μας απευθύνονται παρεΐστικα. «Πώς σας λένε;», «συμφωνείτε;», «είχατε έκπτωση στο εισιτήριο; Πειράζει που ρωτάω;», «πώς νιώθουν οι ηθοποιοί που κάνουν τσιμπούκι στη σκηνή κι όχι στη ζωή, αναρωτιέμαι...».

Το παράδοξο αλισιβερίσι προκαλεί αμηχανία, που όμως καταλαγιάζει γρήγορα, καθώς το κουβεντολόι είναι παιγνιώδες και οι υποκινητές του ευγενικοί και χαλαροί. Εδώ τελειώνει το αθώο μέρος αυτού του πανούργου τριπλού coup «θεάτρου - εν θεάτρω», που καταργεί επί της ουσίας την περιβόητη απόσταση ανάμεσα σε δρώμενο και αποδέκτη.

Διατηρώντας τη νηφαλιότητα μιας διερεύνησης του θεατρικού μηχανισμού («το αίμα από τι το φτιάχνετε;»), το παιχνίδι χοντραίνει, αρχικά με φευγαλέες αναφορές σε σεξουαλικές φαντασιώσεις, κατόπιν κλιμακούμενο σε ειδεχθείς περιγραφές αποκεφαλισμών, ανθρώπων πατημένων «σαν χαρτόκουτα» από τανκς, λεπτομερείς εξιστορήσεις κακοποίησης 12χρονων κοριτσιών (με σπασμένο μπουκάλι από τον πατέρα και την παρέα του).

Δεν υπάρχει «δράση», σκηνικό, μήτε καν εικόνα. Βασικά δεν «κουνιέται φύλλο». Η φρίκη είναι αποκλειστικά λεκτική, πλημμυρίζει το χώρο και το μυαλό μας και η απόσταση ανάμεσα σ' αυτήν και εμάς φαντάζει ανύπαρκτη, καθώς οι επικλήσεις της αναδύονται μέσα από την καρδιά της πλατείας - σκηνής, αγγίζοντας επίπεδα συνειδητότητας απείρως υψηλότερα από αυτά των δελτίων ειδήσεων και του Ιντερνετ, στα οποία έχουμε μάλλον εθιστεί. Ιδού το παράδοξον και μαζί τεκμήριο της τεράστιας δύναμης του θεάτρου: γεγονότα που στη ζωή ανάγονται πλέον διαστροφικά στη σφαίρα του «αυτονόητου», στο θέατρο σοκάρουν ως ανυπόφορα «ακραία».

Στο φορτισμένο μεταίχμιο πλασματικής και κυριολεκτικής πραγματικότητας, δύο ηθοποιοί (Κατερίνα Λυπηρίδου, Χρήστος Σαπουντζής) περιγράφουν τους ρόλους και την επίδρασή τους στην καθημερινότητά τους («έχασα τον ύπνο μου», «αδύνατον να τον ξεφορτωθώ», «να φύγω, να την κάνω», «τέτοια έργα δεν είναι του γούστου μου»). Ενας τρίτος διαχυτικός και τσαχπίνης (Μάκης Παπαδημητρίου) λασκάρει λίγο την ένταση, υποδυόμενος το θεατή της παράστασης και τον μανιώδη θεατρόφιλο («υπέροχη αυτή η αναμονή πριν την έναρξη!»). Ο τέταρτος είναι ο συγγραφέας (Γιάννος Περλέγκας), που μεταφέρει την άγρια πλην ηδονική εμπειρία του αυτουργού ενός ακραία βίαιου έργου. «Είμαι ο Τιμ Κράουτς. Προσπαθώ να ξυπνήσω κάτι μέσα σας... Τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα, τα εξαντλημένα εισιτήρια και οι λιποθυμίες έδειξαν πως οι κόποι μας ανταμείφθηκαν...».

Το ερώτημα είναι τι αποζητούμε στο θέατρο. Ψυχαγωγία και απόδραση; Αντιπαράθεση και πρόκληση; Φρικτά πράγματα είναι ο κανόνας του Θεάτρου της Ωμότητας εδώ και 15 χρόνια. Οι τερατωδίες του Κράουτς επικαλούνται τον υψηλό στόχο της ευαισθητοποίησης του θεατή στη σύγχρονη κουλτούρα της βίας. Εν τούτοις, στο τέλος της βραδιάς αναρωτιέται κανείς για τη θεατρική και ηθική σκοπιμότητά τους.

Μήπως υποτιμούμε τον ανθρώπινο ζόφο χρησιμοποιώντας τον ως πρώτη θεατρική ύλη; Μήπως ανάλογες βίαιες εισβολές στην «καλοβολεμένη ζωούλα μας» (Κράουτς) απλώς διευρύνουν την ανοσία μας απέναντι στην υποβίβαση του ανθρώπινου σώματος σε αφηρημένη έννοια; Πόσο διατεθειμένοι είμαστε ως θεατές να εγκρίνουμε τέτοιες πιθανότητες; Η επαναλαμβανόμενη ερώτηση «είστε εντάξει; Να συνεχίσουμε;» αποσπά τα βουβά και άβολα νεύματά μας, καθώς παρακολουθούμε στην ουσία εμάς και τις αντιδράσεις μας. Αυτό δεν είναι συμμετοχή κοινού. Είναι το κοινό ως θέατρο και μαζί ως κριτής του εαυτού του. Παύσεις, πολύλεπτα σκοτάδια και μουσικά διαλείμματα μας χειρίζονται απροκάλυπτα ή παρεμβαίνουν κατευναστικά στις δύσκολες στιγμές. Το τέλος έρχεται τόσο απαρατήρητα που δεν ξέρουμε πότε να φύγουμε.

Μετάφραση Δημήτρης Κιούσης, σκηνοθεσία Παντελής Δεντάκης και φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική θεάτρου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αφιέρωμα
Ωρα αρχαίας Ελλάδος
Ο διαχρονικός ύμνος της στιγμής
Δείκτες της ανθρώπινης αγωνίας
Οταν ο χρόνος πρωταγωνιστεί στο σελιλόιντ
«Ο συμπαντικός χρόνος είναι ο αληθινός χρόνος»
«Το σύμπαν είναι μια συμπυκνωμένη μορφή του χωροχρόνου»
Κούρσες σκηνικού μαραθωνίου
Αναζητώντας τον ποιητικό χρόνο
Κομικ(ς)οδρόμιο
Μια παρέα φίλων και ένας μοναχικός νεκροθάφτης
Λούλου: μια διαχρονική ηρωίδα των κόμικς
Κριτική θεάτρου
Τέσσερις νομά σε ένα δωμά
Κριτική μουσικής
Μια κιθάρα εναντίον της Γουόλ Στριτ
Από το παρελθόν χωρίς κανόνες
Νέες κυκλοφορίες
Μουσική
Ο Γκαλιάνο τιμά τον Νίνο Ρότα