Έντυπη Έκδοση

Με όχημα την αρχαιοελληνική τραγωδία

Από την «Ορέστεια», του Εθνικού Θεάτρου του Λονδίνου Από την «Ορέστεια», του Εθνικού Θεάτρου του Λονδίνου Γιάγκος Ανδρεάδης

Από τον Αισχύλο στον Μπρεχτ Ολος ο κόσμος μια σκηνή

εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2009, σ. 500

Αν είχε γραφεί σε μία από τις κρατούσες ευρωπαϊκές γλώσσες, το βιβλίο του Γιάγκου Ανδρεάδη θα είχε ήδη επιβληθεί, πιστεύω, ως ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά γεγονότα του έτους. Επειδή, θα το πω με τρόπο απλό, ιστορία, πολιτική και τέχνη διαπλέκονται σε αυτό γόνιμα και δημιουργικά, καταθέτοντας μια σύνθετη πρόταση πολιτισμού. Σήμερα μάλιστα σε μια κρίσιμη ώρα, μεταβατική, όταν ξέρουμε πια ότι το ιδιαίτερα πολύπλοκο ψυχοπολιτικό νεοελληνικό τοπίο που διαμορφώθηκε τους τελευταίους δύο αιώνες πάνω στη σχέση αγάπης-μίσους, έλξης-απώθησης με το άλλο πρόσωπό μας, το ευρωπαϊκό, δεν μπορεί να ανιχνευθεί με αποκλειστικούς γνώμονες την ορθόδοξη ψυχανάλυση ή το κλασικό μαρξιστικό εργαλείο. Χρειάζεται κάτι ακόμη: ο καθρέφτης του Θεάτρου, μέσα στο οποίο θα δούμε το σύγχρονο πρόσωπό μας ως άλλο, αλλά όχι ως ανοίκειο, ξένο. Ποιου όμως θεάτρου; Το βιβλίο του Ανδρεάδη δίνει απαντήσεις σε αυτό το θεμελιακό ερώτημα, με όχημα την αρχαιοελληνική τραγωδία στις ποικίλες μεταμορφώσεις και σκηνικές εφαρμογές της, από τον Αισχύλο ώς τον Μπρεχτ. Ακόμη, ο συγγραφέας ανατινάζει με ασυνήθιστη τόλμη μια σειρά από στερεότυπα και πάγιες αντιλήψεις της Δύσης, ανάμεσα στις οποίες ο μύθος της απόλυτης «καθαρότητας» του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, μήτρας του συγχρόνου, ευρωπαϊκού. Για να αποδεχθεί την υβριδική και σύμμεικτη φύση του, με κυριότερο παράδειγμα τον ίδιο τον Θεό της Τραγωδίας, τον Διόνυσο, που είναι ήδη για τους αρχαίους Ελληνες την ίδια στιγμή «δικός μας» και «άλλος», οικείος και ξένος. Οπως ακριβώς μια ολόκληρη σειρά τραγικών ηρώων, επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του, τη Θήβα, άγνωστος, μεταμορφωμένος αγνώριστος.

Για τον πλήρη σχολιασμό του βιβλίου θα χρειαζόταν, λόγω του όγκου, του βάθους και της πυκνότητάς του, ένα δεύτερο σύγγραμμα. Περιορίζομαι λοιπόν αναγκαστικά σ' ένα μακρύ σχόλιο ενός βασικού κεφαλαίου, που αφορά τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, στο οποίο θα επιχειρήσω να προσθέσω, όσο μπορώ, αναλογικά, δίπλα στις δικές του επισημάνσεις και κάποια δικά μου υπαινικτικά «σήματα», σκοπεύοντας σε έναν διάλογο.

Θα ξεκινήσω, γράφει ο Γιάγκος Ανδρεάδης, αμφισβητώντας ένα διάσημο κλισέ που παραφράζει τον Αριστοτέλη της «Ποιητικής»: Σύμφωνα με αυτό, ο Αισχύλος είναι κοντά στους Θεούς, ο Σοφοκλής ανθρώπινος και ο Ευριπίδης «ανθρώπινος, πολύ ανθρώπινος». Πώς μπορούμε να δεχτούμε κάτι τέτοιο κοιτάζοντας τις «Βάκχες», έργο όπου πρωταγωνιστεί ο Διόνυσος, ένας καταστροφικός Θεός, που ξεθεμελιώνει μια ολόκληρη πολιτεία, γιατί δεν πίστεψε σ' αυτόν και στη μάνα του; Μήπως στο τέρμα της διαδρομής τής μεγάλης αθηναϊκής τραγωδίας είναι ακριβώς η στιγμή όπου ο Βάκχος αποφασίζει να περάσει από την απουσία στην απειλητική παρουσία, ίσως για να δηλώσει ότι, σε πείσμα όσων αποκαλούν την τραγωδία απροσδιόνυση, ήταν πάντα εκεί; Η ιδέα είναι γοητευτική. Αλλά καταρρίπτεται από την ιστορία του αρχαίου θεάτρου: ήδη ο Αισχύλος έχει να μας παρουσιάσει έργα όπως οι «Ηδωνοί», όπου ο Διόνυσος πρωταγωνιστεί, ενώ η Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι επίσης ένα διονυσιακό έργο. Αν τώρα, προσέχοντας τα δίκαια παράπονα του Κάδμου στο φινάλε του έργου, δούμε την αγριότητα της επίθεσης του Διόνυσου, μπορούμε με μια μικρή υπερβολή να πούμε ότι οι «Βάκχες» είναι μάλλον «καθόλου μα καθόλου ανθρώπινες». Αν, ωστόσο, δεχτούμε ότι η απανθρωπιά χαρακτηρίζει δυστυχώς διαχρονικά τον άνθρωπο, τότε μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι «Βάκχες» είναι μάλλον τόσο ανθρώπινες όσο και πολιτικές και συμπαντικές και τελικά επίσης αρκετά απάνθρωπες. Το ψυχικό, με άλλα λόγια, δεν μπορεί να ιδωθεί ξεκομμένο από τα άλλα στοιχεία της αφήγησης και δεν μπορεί να αποκτήσει την πλήρη σημασία του, παρά αν συνδεθεί με το τελετουργικό και με το πολιτικό (...) Είδαμε ότι στο τέρμα του ταξιδιού του Διόνυσου υπάρχει μια δεύτερη γέννηση, συμβολισμένη διπλά από την αναζωπύρωση της φωτιάς στον τάφο της μάνας του και από την πυρκαγιά στο παλάτι του Πενθέα. Στο τέρμα του ταξιδιού του Πενθέα ενεδρεύει ο διασπαραγμός από τα χέρια της φονικής του μάνας. Εκεί όμως όπου το καλό και το κακό ταξίδι και μαζί το δράμα τελειώνουν, ο Διόνυσος μας αναγγέλλει κάποιες άλλες περιπλανήσεις. Ο Κάδμος και η Αγαύη θα πάρουν, σαν τον Οιδίποδα στο τέλος του «Τυράννου», τον δρόμο της εξορίας: και μόνον αυτός ο συσχετισμός με τον Οιδίποδα μας επιβάλλει να ψάξουμε μήπως η καινούρια περιπλάνηση με την οποία κλείνει το έργο, έχει και αυτή μια μυητική σημασία. Το κολοβωμένο κείμενο δεν μας επιτρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια πλήρη εικόνα και ξέρουμε ότι η τελική εγκατάσταση του Κάδμου στη νήσο τον Μακάρων δεν ήταν επινόηση του Ευριπίδη. Η φιλολογική όμως εξακρίβωση δεν καταργεί τον προβληματισμό σχετικά με τη λειτουργικότητα του στοιχείου αυτού στο έργο. Τοποθετώντας το τέρμα της πλάνης του γενάρχη των Θηβαίων στη νήσο των Μακάρων -και ταυτόχρονα τονίζοντας πως ο Κάδμος, που είναι «άτεκνος αρσένων παίδων», χάνει με τον Πενθέα τη δυνατότητα να διαιωνίσει τη γενιά του- ο Ευριπίδης μοιάζει να βάζει ένα τέρμα των καλών και των κακών ταξιδιών, ένα τέρμα που βρίσκεται πέρα από τις χαρές και τα δάκρυα αυτού του κόσμου των γεννήσεων και των θανάτων.

Ξαναγυρίζω στην καίρια παρατήρηση που κάνει ο συγγραφέας, ότι στο τέρμα του ταξιδιού του Διόνουσου υπάρχει μια δεύτερη γέννηση. Θα επιχειρήσω να προεκτείνω τη σκέψη του, λέγοντας ότι στην «Αντιγόνη» ο Διόνυσος, που έχει βιώσει μια πρώτη γέννηση τραυματική και μια τρομακτική νηπιακή ηλικία, έχοντας γνωρίσει τον ζωντανό διαμελισμό από τους Τιτάνες, επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του αφανής, αθέατος από τους πολλούς, θέλοντας να βιώσει μια δεύτερη γέννηση από μια μήτρα γυναίκας, όχι τραυματική τούτη τη φορά. Για να προσθέσω ακόμη ότι η μόνη «μήτρα» που τον αποδέχεται, είναι της Αντιγόνης. Καθώς με την απόφασή της να θάψει τον Πολυνείκη ενάντια στη θέληση του θεομάχου τυράννου Κρέοντα, επιτρέπει στον Θεό της Τραγωδίας να εγκατασταθεί μέσα της, και σηκώνει μόνη το τρομερό του βάρος. Τον ενανθρωπίζει, αν μπορούμε να πούμε, μετριάζει την αγριότητά του, δεν καταλαμβάνεται από την κακή μανία, ευρισκόμενη σε μια κατάσταση νηφάλιας μέθης, με τη συνείδησή της πάντοτε ανοικτή, ξέροντας από την αρχή τι κάνει, γιατί το κάνει, καθώς και το τίμημα που θα πληρώσει... Το ανθρώπινο ανάστημα μάλιστα μιας παρθένου, μιας κόρης, είναι στο έργο του Σοφοκλή ο άξονας που στηρίζει τα δύο κομμάτια του κόσμου, το επάνω και το κάτω, για να μην πέσει ολόκληρος ο ουρανός επάνω στη γη.

Αντιθέτως, στις «Βάκχες» του Ευριπίδη, όπου ο Διόνυσος περνά από τη (σκηνική) απουσία στην απειλητική παρουσία, απουσιάζει προκλητικά το ανθρώπινο ανάστημα, μιας Αντιγόνης, που με την υποδοχή μέσα της του σώματος του πάσχοντος Θεού θα μετριάσει την αγριότητα του «Θείου». Ο θεομάχος τύραννος Πενθέας δεν μετέχει στα «όργια» του θεού, ως τραγικός πρωταγωνιστής, θέλει να είναι απλός θεατής τους. Και γίνεται, μαζί με την πόλη του, το ακούσιο θύμα της «μανίας» του Θεού, που δεν αναγνωρίζει.

Βρισκόμαστε πράγματι στο τέρμα της διαδρομής της μεγάλης αθηναϊκής Τραγωδίας, όπως επισημαίνει σωστά ο Γιάγκος Ανδρεάδης. Για να καταλάβουμε όμως με ποιον τρόπο σημαίνεται αυτό στις «Βάκχες», δεν αρκεί να δούμε τη Θήβα ως μια απλή μετωνυμία της «πόλης του λόγου», της Αθήνας. Επειδή η «πόλις του λόγου», και ο συναφής πολιτισμός, γεννήθηκε πράγματι στην Ελλάδα, επρόκειτο όμως για έναν «λόγο» θεμελιωμένο επάνω στις κάθετες εγκοπές της πόλεως και στο «παράλογο» της έγκλειστης, εγκιβωτισμένης μέσα στα άδυτα υπόγεια της πόλεως, μεταμορφωμένης Ερινύας. Γι' αυτό και τραγικός καθαρτήριος λόγος. Οσοι το αγνόησαν αυτό και θέλησαν εν ονόματι της «καθαρότητας» να μεταφράσουν τη ζωή σε αποκλειστικά «λογικές» κατηγορίες εξαλείφοντας ολοσχερώς το «παράλογο», είδαν γρήγορα, όπως ο Πενθέας στις «Βάκχες» του Ευριπίδη, τις ασύντακτες δομές της αγριότητας να εισβάλουν ακάθεκτες μέσα από τις ρωγμές του «συντεταγμένου» λόγου τους και να τον διαλύουν, με συνέπειες καταστροφικές για τον πολιτισμό. Ισως ένα τέτοιο ερημωμένο τοπίο φρίκης και σφαγής να θέλει να μας δείξει στην πιο πάνω τραγωδία του ο Ευριπίδης: μια έρημη Θήβα, χωρίς Αντιγόνη για να πάρει απάνω της την ταφή του άταφου νεκρού αδελφού της, «εξημερώνοντας» και σώζοντας εντός της, με την πράξη της τον Θεό. Για τον ιδρυτή της Θήβας Κάδμο αρχίζει τώρα, σύμφωνα με την προφητεία του Δία, που εκφέρει ο Διόνυσος, ένας βίος ατέρμονης περιπλάνησης, μέχρι την τελική εγκατάστασή του στη νήσο των Μακάρων, όταν κλείσει ο κύκλος της βίας: «Ως τότε θα κυβερνάς αμέτρητο στρατό βαρβάρων πάνω σε βοϊδάμαξες και θα λεηλατείς πολιτείες...». Μια προφητεία για όλες τις εποχές. Ο Κάδμος, θυμίζω, ξεκίνησε από τη Φοινίκη την περιπλάνησή του, για να βρει τη χαμένη αδελφή του, Ευρώπη και κατέληξε μετά το χρησμό του Θεού να ιδρύσει την πόλη της Θήβας χωρίς να έχει βρει στο μεταξύ την Ευρώπη... Η προφητεία του Διόνυσου δεν μας λέει δυστυχώς αν η αναζήτηση της χαμένης Ευρώπης τελειώνει ή αρχίζει εδώ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η σκληρότητα του χιονιού
Πάλι τα τσούζει ο Στρατηγός
Απόδοση εικαστικής δικαιοσύνης
Το δικαίωμα του αναγνώστη όταν διαβάζει μια κριτική της Λίνας Πανταλέων
Υπέρ Αχαϊκής Βιομηχανίας, η Λωξάντρα και η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα
Η επανάσταση από τα κάτω και η ιστορική παραποίηση
Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Ερωτιδείς, χωρικοί και πυγμάχοι
Με τα μάτια της κάμερας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Με όχημα την αρχαιοελληνική τραγωδία
Η σκληρότητα του χιονιού
Πάλι τα τσούζει ο Στρατηγός
Απόδοση εικαστικής δικαιοσύνης
Το δικαίωμα του αναγνώστη όταν διαβάζει μια κριτική της Λίνας Πανταλέων
Υπέρ Αχαϊκής Βιομηχανίας, η Λωξάντρα και η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα
Η επανάσταση από τα κάτω και η ιστορική παραποίηση
Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Ερωτιδείς, χωρικοί και πυγμάχοι
Με τα μάτια της κάμερας
Διονύσης Σαββόπουλος
Ενας μεταφυσικός, δηλαδή ελληνικός, τρόπος τού άδειν
Από τις 4:00 στις 6:00
Τα σύννεφα φέρνουν τραγούδια
Μουσική
Τον εκτιμούσαν οι Beatles
Λογοτεχνία
Για τον Ουίλιαμ Μπάροουζ