Έντυπη Έκδοση

Πάλι τα τσούζει ο Στρατηγός

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος

εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ. 286, 16 ευρώ

Είκοσι χρόνια έχουν κυλήσει από την έκδοση του πρώτου βιβλίου τού Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Ηταν ένας από τους τελευταίους προσερχόμενους της ομάδας που, σήμερα, με τη σύντμηση του χρονικού εύρους των συγγραφικών γενιών, αποκαλούμε γενιά του '80. Εκείνο το πρώτο βιβλίο ήταν μια συλλογή 18 διηγημάτων, με τον ασυνήθιστο τίτλο, «Μάτι φώσφορο κουμάντο γερό». Μέχρι και σήμερα, η εξεύρεση ενός τίτλου που να ξαφνιάζει, φαίνεται ότι εξακολουθεί να συνιστά βασική μέριμνα του συγγραφέα. Επινοεί οξύμωρες φράσεις ή παραλλάσσει ρήσεις, προκαλώντας κάποτε σύγχυση στους δημοσιογράφους. Παράδειγμα ο τίτλος του καινούριου βιβλίου, τον οποίο ο υπεύθυνος λογοτεχνικού εντύπου διόρθωσε, επαναφέροντάς τον στη γνωστή φράση, μεταξύ σφύρας και άκμονος. Κι όμως, στον τίτλο, ο άκμονας έχει αντικατασταθεί από τον Αλιάκμονα, έστω κι αν εκ πρώτης όψεως και πέρα από τα συμφραζόμενα του διηγήματος όπου αναφέρεται, δείχνει σαν να μην παράγει νόημα. Από την άλλη, αυτός ο μεγαλύτερος από τους ποταμούς της Ελλάδος, που πηγάζει και εκβάλλει σε ελληνικό έδαφος, αποτελεί προς τα νοτιοδυτικά το γεωγραφικό όριο στον μυθοπλαστικό κόσμο του Σκαμπαρδώνη, ο οποίος απλώνεται, εξ ολοκλήρου, στον βορειοελλαδικό χώρο.

Στην πρόσφατη, έβδομη στη σειρά, συλλογή διηγημάτων του συγκεντρώνονται, όπως σημειώνεται και στη σελίδα τίτλου, τα διηγήματα της τελευταίας εξαετίας, 27 τον αριθμό. Στην προηγούμενη, του 2003, με τίτλο «Επί ψύλλου κρεμάμενος», συγκεντρώνονταν, αντίστοιχα, τα διηγήματα της περιόδου 1998-2003, 25 τον αριθμό. Αυτή την εκδοτική τακτική ακολουθεί ο συγγραφέας από το 2000, που κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα. Από τότε, όπως έχει εξομολογηθεί σε συνέντευξή του, καταπιάνεται με το διήγημα στα διαλείμματα της μυθιστοριογραφίας. Μοιράζοντας τη συγγραφική του δραστηριότητα ανάμεσα στα δύο, είναι λογικό στη συγγραφή μυθιστορημάτων να αφιερώνει, αναλογικά, πολύ χρόνο, αφού μέσα στην τελευταία δεκαετία εκδόθηκαν τέσσερα πολυσέλιδα μυθιστορήματα. Εντούτοις, και στην προηγούμενη δεκαετία, όταν το διήγημα αποτελούσε το μόνο πεδίο έκφρασης, μπορεί να είχε εκδώσει περισσότερες συλλογές, αλλά ο αριθμός των διηγημάτων ήταν παραπλήσιος. Αν θελήσουμε, όμως, να είμαστε αυστηροί και να χωρίσουμε τα διηγήματα από τις σύντομες ιστορίες, που φαίνεται να μένουν στο επίπεδο της καταγραφής ενός περιστατικού, τότε, στα πρώτα χρόνια, βρίσκουμε πολύ περισσότερα διηγήματα. Παρόλο που όλες, ανεξαιρέτως, οι ιστορίες του Σκαμπαρδώνη, όπως κι αν τις χαρακτηρίσουμε, παραμένουν ευθύβολες, με το στοιχείο του αιφνιδιασμού ως κατάληξη.

Εν συντομία, τα 118 διηγήματα που έχει συνολικά εκδώσει μέχρι σήμερα, συνιστούν ένα διακριτό σώμα μέσα στο σύνολο της ελληνικής διηγηματογραφίας κατά την τελευταία εικοσαετία. Κι αυτό οφείλεται στο αναγνωρίσιμο του ύφους και στην ιδιάζουσα θεματική τους, που διαφοροποιείται από τη θεματογραφία τόσο των παλαιότερων όσο και των νεότερών του συγγραφέων. Πιστεύουμε πως διά του αποκλεισμού μπορούμε να δώσουμε μια ευκρινέστερη εικόνα της θεματικής του. Τα διηγήματά του δεν είναι ερωτικά, όπως, κατά κανόνα, οι ιστορίες των νεότερων, ούτε διαπνέονται από νοσταλγία, όπως, συνήθως, οι αφηγήσεις των πρεσβύτερων. Στα διηγήματα δεν πρωταγωνιστεί ο Αλλος, τουλάχιστον στις δημοφιλείς εκφάνσεις, που συναντούμε στα βιβλία των περισσότερων συγγραφέων, όπως αυτές του μετανάστη ή του παρία. Υπάρχουν, βεβαίως, και μάλιστα συν τω χρόνω κυριαρχούν οι λαϊκοί τύποι. Το να ταυτίζουμε, όμως, τους λαϊκούς τύπους με τους παρίες, όπως συχνά συμβαίνει, είναι σαν να αποκαλούμε το λαϊκό ανάγνωσμα παραλογοτεχνία.

Η ιδιορρυθμία των ηρώων του Σκαμπαρδώνη μένει περιχαρακωμένη στη σφαίρα του ιδιωτικού. Με άλλα λόγια, γίνεται ελάχιστα ή καθόλου αντιληπτή από τον κοινωνικό περίγυρο. Τους εμφυτεύει κάποια λανθάνουσα λόξα ως κράτημα ή μέσα από διαβολικές συγκυρίες τούς οδηγεί σε απροσδόκητη, κάποτε μοιραία, συμπεριφορά. Στην πρόσφατη συλλογή πληθαίνουν οι μοναχικοί ήρωες, που προσπαθούν να διασκεδάσουν την καθημερινότητά τους. Μερικοί, για να πεισθούν οι ίδιοι πως παραμένουν ακόμη ακμαίοι, επιδίδονται σε κάποιο άθλημα, ζητώντας να καταρρίψουν ένα ρεκόρ. Παράδειγμα, το πρώτο διήγημα του βιβλίου, όπου ο αφηγητής επιχειρεί τον διάπλου του Τορωναίου Κόλπου, από την Καλλιθέα στη Νικήτη, το σύνολο 25 χιλιόμετρα. Είναι ο ίδιος με τον κολυμβητή του παλαιότερου διηγήματος, «Μέσα στο Μάτι-Γυαλί». Το πρότυπο και των δύο θα μπορούσε να είναι ο μυθικός Λέανδρος, που διέπλεε κάθε βράδυ τον Ελλήσποντο. Μόνο που εκείνος, όπως ανιστορείται σε ένα άλλο από τα πρόσφατα διηγήματα, διακινδύνευε για τα μάτια της Ηρούς, ενώ τους σκαμπαρδώνειους ήρωες δεν τους εγκαρδιώνει πια καμία γυναικεία ύπαρξη. Αυτοί καταπολεμούν «τον ένδον φόβο», όπως κάνει και η μία από τις δύο, όλες κι όλες, ηρωίδες της συλλογής, στο «Απνοια στην Τριστινίκα», που προσπαθεί να σπάσει το ρεκόρ άπνοιας, βυθιζόμενη στη θάλασσα, σαν αντίδοτο στην άπνοια της ζωής της.

Υπάρχουν, επίσης, και οι μοναχικοί ήρωες, που υποκαθιστούν την ανθρώπινη παρουσία με αυτήν των ζώων. Τους κρατούν συντροφιά όχι μόνο τα συνήθη κατοικίδια, αλλά και κάποια λιγότερο αναμενόμενα, όπως ένα ποντίκι ή ένας γλάρος. Καλλιεργείται μια τρυφερή σχέση, που φτάνει καμιά φορά να γίνει εξάρτηση. Αυτό το στοιχείο στη συμπεριφορά τους αναδεικνύει η αφήγηση. Γενικότερα, ο Σκαμπαρδώνης έχει ιδιαίτερη έφεση στο πλάσιμο ηρώων με εμμονές. Οπως, λ.χ., εκείνοι που έχουν αναγάγει την εργασία τους σε τελετουργία, ακόμη κι αν πρόκειται για το σκούπισμα του δρόμου. Σε αυτά τα διηγήματα καθόλου δεν τον απασχολεί ο κοινωνικός σχολιασμός, ούτε, όμως, ο πολιτικός. Παράδειγμα, το εντυπωσιακότερο, κατά τη γνώμη μας, διήγημα της συλλογής «Ο γουλιανός κοντά στην ακτή», στρεφόμενο γύρω από το ψάρεμα του γουλιανού, που είναι το μεγαλύτερο σαρκοφάγο ψάρι γλυκού νερού της Ευρώπης. Η κορύφωση της ιστορίας λαμβάνει χώρα στα δύο χωριά, που καταποντίστηκαν όταν κατασκευάστηκε το φράγμα του Αλιάκμονα. Από μια άποψη, θέμα επίκαιρο, λόγω και της εκτροπής του Αχελώου, που θα αναμενόταν να παρασύρει τον συγγραφέα σε παράπλευρο σχολιασμό. Αντ' αυτού, ο Σκαμπαρδώνης περιγράφει μια εκπληκτική σκηνή εντός της βυθισμένης αλλά ακέραιης εκκλησίας του χωριού Νεράιδα. Εκεί, ένας γιγάντιος γουλιανός κολυμπάει μεγαλόπρεπα ως υπερκόσμιος ιερουργός. Ενώ ο έμμονος αλιεύς παρατηρεί μαζί με τον γιο του το ποτάμιο κήτος. Είναι αυτός που εκστομίζει την αινιγματική φράση: «Τώρα είμαστε μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος».

Στα παλαιότερα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη ο βορειοελλαδικός χώρος ήταν, κατά κανόνα, τόπος θρυλικών αλλά και θαυμαστών διηγήσεων. Στα καινούρια, το υπερβατικό στοιχείο βρίσκεται σε υποχώρηση, ενώ η αφήγηση διατηρείται σε ρεαλιστικό πλαίσιο. Κατά τα άλλα, στην πρόσφατη συλλογή τα διηγήματα παρατάσσονται εναλλάξ. Οι άγριες, κάποτε φρικιαστικές θεματικές («Φωτογραφία με τον Αρη», «Ενα κεφάλι κασέρι», «Σιμιγδάλια για το Βιετνάμ») εναλλάσσονται με τρυφερές ή και κωμικές. Κάτι, δηλαδή, σαν σκοτσέζικο ντους, όπου, όμως, υπερισχύει μια αίσθηση ματαιότητας. Ο συγγραφέας φανερώνει τις δικές του εμμονές, καθώς επανέρχεται στα ίδια θέματα με διαφορετικές μυθοπλαστικές εκδοχές. Σε αντίθεση με άλλους, δεν προβάλλει εαυτόν ως κεντρικό ήρωα. Αρκείται στον ρόλο ενός αφηγητή, ο οποίος ανιστορεί πτυχές συνηθισμένων ανθρώπων. Καθώς, όμως, στη διήγηση μεγεθύνει λεπτομέρειες ή κατορθώματα των ηρώων του, δίνει την εντύπωση του μυθώδους. Σε όσα διηγήματα απουσιάζει κάτι ανάλογο, έχει το ιδιάζον αφηγηματικό γνώρισμα, δηλαδή την Τέχνη, να κεντρίζει το ενδιαφέρον. Τώρα, αν η Τέχνη κλέπτεται, όπως διατείνεται ο καμπανοποιός ήρωας στο τελευταίο διήγημα, ή αν κάποιος γεννιέται παραμυθάς, μένει ζητούμενο.

Οπως και να έχει, ο Σκαμπαρδώνης καταλαμβάνει θέση και συναριθμείται στις εκλεκτές περιπτώσεις διηγηματογράφων που εμφανίζονται στη μεταπολιτευτική περίοδο. Το αν και γιατί δεν παρέμεινε αποκλειστικά στο πεδίο της διηγηματογραφίας, αυτό ίσως να συναρτάται με τις γενικότερες συγγραφικές τάσεις που διαμορφώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Το ότι, πάντως, δεν τον συνεπήρε πλήρως η μέθη της μυθιστοριογραφίας και κάθε τόσο το τσούζει εις υγείαν της διηγηματογραφίας, αυτό, βεβαίως, καταλήγει υπέρ της διηγηματογραφίας. Το ποιο εκ των δύο μπορεί ο ίδιος να απολαμβάνει περισσότερο αποτελεί υποκειμενικό θέμα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Με όχημα την αρχαιοελληνική τραγωδία
Η σκληρότητα του χιονιού
Απόδοση εικαστικής δικαιοσύνης
Το δικαίωμα του αναγνώστη όταν διαβάζει μια κριτική της Λίνας Πανταλέων
Υπέρ Αχαϊκής Βιομηχανίας, η Λωξάντρα και η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα
Η επανάσταση από τα κάτω και η ιστορική παραποίηση
Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Ερωτιδείς, χωρικοί και πυγμάχοι
Με τα μάτια της κάμερας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Με όχημα την αρχαιοελληνική τραγωδία
Η σκληρότητα του χιονιού
Πάλι τα τσούζει ο Στρατηγός
Απόδοση εικαστικής δικαιοσύνης
Το δικαίωμα του αναγνώστη όταν διαβάζει μια κριτική της Λίνας Πανταλέων
Υπέρ Αχαϊκής Βιομηχανίας, η Λωξάντρα και η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα
Η επανάσταση από τα κάτω και η ιστορική παραποίηση
Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Ερωτιδείς, χωρικοί και πυγμάχοι
Με τα μάτια της κάμερας
Διονύσης Σαββόπουλος
Ενας μεταφυσικός, δηλαδή ελληνικός, τρόπος τού άδειν
Από τις 4:00 στις 6:00
Τα σύννεφα φέρνουν τραγούδια
Μουσική
Τον εκτιμούσαν οι Beatles
Λογοτεχνία
Για τον Ουίλιαμ Μπάροουζ