Έντυπη Έκδοση

Το δικαίωμα του αναγνώστη όταν διαβάζει μια κριτική της Λίνας Πανταλέων

De gustibus est non disputandum? Τα γούστα διαπραγματεύονται;

Λίνα Πανταλέων

Αναγνωστικά Δικαιώματα

Κριτικά δοκίμια για τη λογοτεχνία

εκδόσεις Πόλις, σ. 608, 25 ευρώ

Αναγνωστικά Δικαιώματα, ο τίτλος της συλλογής τριάντα βιβλιοκρισιών της Λίνας Πανταλέων που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Νέα Εστία, την τελευταία τριετία (2006-2009), τώρα σε έναν ενιαίο τόμο από τις εκδόσεις Πόλις. Κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη η συμβολή της φίλεργης Λ. Π. στον καθ' ημάς κριτικό λόγο. Ειδικότερα αφού, κάθε φορά, το κρινόμενο βιβλίο γίνεται αφορμή για την προσπέλαση του προγενέστερου έργου των συγγραφέων. Εντοπίζοντας τις συνάφειες θεμάτων που επανακάμπτουν και σχολιάζοντας τη λογοτεχνική τους διαχείριση σε βάθος χρόνου, η Πανταλέων ενισχύει σημαντικά τις θέσεις της κι επίσης συμβάλλει στη θεώρηση του κριτικού πεδίου.

Οι αρετές της κριτικής της, πολλές: άρτια τεκμηρίωση, θεωρητική οξυδέρκεια και συνέπεια στο να αποδίδει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Διαχωρίζει, για παράδειγμα, το έργο από την κοινωνική περσόνα του συγγραφέα (Σ. Τριανταφύλλου, Κορτώ), ενώ διατηρεί τη διαλλακτικότητά της όταν εντοπίζει λογικές αντιφάσεις (Σπετσιώτης) και την απροκατάληπτη θέση της σε σχέση με παλαιότερες λογοτεχνικές δάφνες (Κουμανταρέας). Διαθέτει ζηλευτή ακρίβεια στους χαρακτηρισμούς της, τόσο τους κριτικούς όσο και τους περιγραφικούς, και επιπλέον, συχνότατα, τόλμη υφολογική. Η Λ.Π. αγαπά κατ' αρχάς τη γλώσσα, και αυτό είναι προφανές στη γραφή της. Ας γίνει εδώ μνεία και της αυστηρότητάς της απέναντι στη συγκινησιακή φόρτιση ενός κειμένου με στόχο τη χειραγώγηση του αναγνώστη. Λίγα πράγματα στηλιτεύει η Πανταλέων με τόση αμεσότητα όσο το θυμικό πλεόνασμα, κοινώς αισθηματολογία, όταν κρίνει πως αυτό δεν συνάδει με τις επιταγές της δραματουργίας.

Αυτές οι ίδιες αρετές καθιστούν αξιοπρόσεκτες κάποιες λιγότερο ευθύβολες διατυπώσεις της που θα μας δώσουν λαβή να πλαισιώσουμε ένα γενικότερο, όσο και ολισθηρό, ερώτημα: Κατά πόσον μπορούν να συμπεριληφθούν η «συναισθηματική σκευή» του αναγνώστη, η υποκειμενικότητα, ως συντελεστές αναγνωστικής επάρκειας. Πόσο θεμιτές ή έγκυρες μπορεί να είναι, εντέλει, οι κριτικές αναφορές στο συναισθηματικό «βάθος» ή την «αμεσότητα» ενός κειμένου (π.χ. για την Ανάκριση του Ηλία Μαγκλίνη). Η κριτικός πρώτη συγκατανεύει ότι «το αναγνωστικό υπόβαθρο του καθενός είναι υπό διαρκή επεξεργασία και αναθεώρηση». Ο δικός μας ισχυρισμός είναι ότι ο αναγνώστης εν πολλοίς προκρίνει τα στοιχεία ενός έργου που καθρεφτίζουν πτυχές της δικής του συμβολικής και ψυχικής διαδρομής και ότι αυτά είναι τόσο αμφιλεγόμενα όσο και καθοριστικά για τον τόνο της πρόσληψης. Αντί να ορίσουμε αναλυτικά τους επίμαχους όρους, αναθέτουμε τη διασαφήνισή τους σε μερικά παραδείγματα. Τα επιλέγουμε από κείμενα της Λ.Π. για δύο συγγραφείς των οποίων η γενικότερη κριτική υποδοχή έχει υπάρξει παραδειγματικά αμφίγνωμη.

«Τολμηρότητα με την ορμή της απόγνωσης» - Ο Δαιμονιστής του Αύγουστου Κορτώ

Θυσιάζοντας κατ' ανάγκη το περιρρέον νοηματικό πλαίσιο, εξάγουμε το πρώτο παράδειγμα από το κείμενο της Λ.Π. για τον Δαιμονιστή του Α. Κορτώ:

«...οι δαιμονιστές είναι πλάσματα καταραμένα, απόγονοι μιας αρχαίας φυλής, των οποίων η ευτυχία (και συνάμα το ηθικό χρέος) επιτάσσει την απάρνηση της ηδονής».

Για όποιον έχει διαβάσει το βιβλίο, όσον αφορά τον κεντρικό ήρωα, η «ευτυχία» και το «ηθικό χρέος» μπαίνουν πάντα σε εισαγωγικά και είναι ακριβώς τα δύο πεδία από τα οποία εκείνος και το είδος του δείχνουν εξαρχής εξοβελισμένοι. Συνάδει όντως με τη συγγραφική μυθοπλασία η ως άνω διατύπωση, που είναι περίπου σαν να λέμε ότι η ευτυχία του λύκου επιτάσσει να απαρνηθεί το πρόβατο; Ή είναι, μάλλον, ο ήρωας υποχρεωμένος να μετριάζει με διάφορα τεχνάσματα το κακό που προκαλεί, όχι όμως και να το απαλείφει, υποφέροντας εσαεί από αυτό το ηθικό ημίμετρο; Προτείνουμε πως η δραματική φόρτιση της κατάρας (της θεμελιακής αντινομίας) συνίσταται στο ότι ο Δαιμονιστής τελεί υπό το κράτος μιας επιταγής την οποία του είναι φύσει αδύνατον να μην παραβιάσει (λόγω αχαλίνωτης ερωτικής επιθυμίας, λόγω του ότι, όπως μαθαίνουμε στην πρώτη σελίδα του βιβλίου, «σκοπός κάθε κατάρας των Αιωνίων είναι η παντοτινή δυστυχία των καταραμένων» κ.ο.κ.) Η αλήθεια είναι πως η λογική τού μύθου τού Κορτώ είναι επαρκώς χαλαρή, ώστε να επιδέχεται τέτοιου είδους λεπτολογίες ad infinitum. Δύο σελίδες πάντως αργότερα η Λ.Π. εντείνει τη σύγχυση με το σχόλιο: «Γίνεται όλος ένα σώμα ανίκανο να ανταποκριθεί στη βασικότερη επιταγή του, τη σεξουαλική...». Ποια είναι εντέλει η «βασικότερη επιταγή»; Ή είναι το εξέχον στοιχείο στο πορτρέτο του Δαιμονιστή το ότι, ήδη από την εκκίνηση, ο δημιουργός του τον τοποθετεί άοπλο μπροστά σ' έναν Γόρδιο δεσμό, τον οποίο εκείνος οφείλει, επομένως, να κόψει με τα δόντια; Πόση σημασία αναλογεί, εν κατακλείδι, στο ότι ο Δαιμονιστής βιώνει τη φύση του ως τιμωρία βάσει κάποιου (άδηλου) νόμου, τον οποίο αυτός παραβαίνει υπάρχοντας και μόνο; Εξού, βεβαίως και η τόση λύσσα του, «το υπερτροφικό, αδιέξοδο μίσος, που διστάζει να στρέψει εναντίον του [εαυτού του] και να λυτρωθεί», όπως σωστά παρατηρεί η Λ.Π.! Η διαφορά έγκειται στη γωνία πρόσληψης. Ανατρέχοντας τις σελίδες τού Κορτώ, το δικό μας βλέμμα εστιάζει (και καθηλώνεται) στη σχιζογενή επιταγή: «Αυτοκτόνησε για να γλιτώσεις!»

Πώς αναπτύσσεται περαιτέρω η μυθοπλασία; Ευθύς μετά η κριτικός τη σχολιάζει ως εξής: «...αρκετές σελίδες φορτώνονται με υλικό αμιγώς πορνογραφικό, που όμως ουδέποτε δείχνει πλεονάζον ή προκλητικό, πολλώ δε μάλλον χυδαίο.» (Ναι μεν, οι σελίδες «φορτώνονται», αλλά το υλικό «δεν δείχνει» πλεονάζον. Εστω.) Αν, ωστόσο, αφαιρεθούν από την «αμιγή πορνογραφία» η προκλητικότητα και η χυδαιότητα, τι μένει αλήθεια; (Οχι, ασφαλώς, ένα ντοκιμαντέρ για τη συνουσία.) Η Πανταλέων επεκτείνεται μιλώντας για το πώς «ο σπαραγμός του σώματος μεγεθύνεται σε ανυπέρβλητο ψυχικό μαρτύριο», εκτίμηση με την οποία δύσκολα θα διαφωνήσει ο αναγνώστης του Δαιμονιστή. Ούτε, όμως, μπορεί να αμφισβητηθεί το ότι οι όποιοι «φιλοσοφικής χροιάς» στοχασμοί τού συγγραφέα, οι «συνδηλώσεις της πλοκής» και τα «παρακλάδια της προβληματικής» του συστηματικά προωθούνται με όχημα τη σχηματοποίηση οριακών φαντασιώσεων. Κατ' εμάς, αυτές εξίσου συστηματικά υπερφαλαγγίζουν τη «γλωσσική αβρότητα» και «διαυγή στοχαστικότητα» που αποδίδει στη γραφή η Λ.Π. («Ακόμα και όταν φυλακίζεται εθελούσια σε ένα σώμα εφιαλτικό, κατακρεουργημένο..., ο πόθος που προκαλεί ένα σώμα το οποίο δεν ποθεί παρά τον αφανισμό του..., υπονοεί ότι η αυθεντική ομορφιά δεν παρουσιάζεται ποτέ σε απτή, ορατή μορφή».)

Οι σελίδες τού Κορτώ (πορνογραφικές και μη) δεν είναι μόνο «σπαρακτικές, αγωνιώδεις, βασανιστικές», αλλά και κατάφωρα προκλητικές, εμπρόθετα θηριώδεις και διεξοδικά διαστροφικές (με την κλινική έννοια). Πιθανώς, η πρωταρχική απόλαυση (-βάσανο) στα κείμενα του Κορτώ να συνίσταται ακριβώς στις πάντα άριστες επιδόσεις του στη σύληση κάθε ιερού και όσιου της συμβατικής ηθικής και αισθητικής. Οπωσδήποτε, για τα νοήματα των ανομημάτων στην εργογραφία του, η Πανταλέων έχει πολλά κι ενδιαφέροντα να καταθέσει, έστω και εάν δεν απουσιάζουν κάποιες αδιόρατα αμήχανες στιγμές. (Η σύμπλευσή της, για παράδειγμα, με τη βεβιασμένη αιτιολόγηση του συγγραφέα: «Ο Δαιμονιστής είναι άφυλος, συνεπώς δεν θα μπορούσε να είναι ομοφυλόφιλος. Επιλέγει για τις "μετασωματώσεις" ομοφυλόφιλους άνδρες, προκειμένου να ταυτίζεται με ένα φύλο και να διατηρεί μια συνέπεια στη συμπεριφορά του»! Πιθανώς επιπολάζουν εδώ θέματα φύλου και ταυτότητας, που η σχέση τους με τη «φύση», τον «νόμο», την «κανονικότητα» παραμένει αδιερεύνητη.) Πέρα, ωστόσο από τα συγγραφικά χρέη στον Ντε Σαντ και τον Καμί, την αδιάπτωτη αμφιθυμία απέναντι στο νόημα της ερωτικής επιθυμίας, τη σταθερή συναίρεση της υψηλής τέχνης με την αθανασία κ.λπ., η δική μας πρόσληψη αφορά το προφανές, για την ελαχιστοποίηση του οποίου δεν βρίσκουμε αποχρώντα λόγο: η συγκινησιακή φόρτιση που διατρέχει, σαν γραμμή πυρίτιδας, το συγγραφικό πεδίο του Α.Κ. αντλείται από μια ευφάνταστη, έως εσχάτων κλιμακούμενη, διατράνωση της παραβατικότητας: Κάθε όριο εξαρχής κυοφορεί τον πόθο της κατάλυσής του! Στον βαθμό που αυτό συνιστά ιδρυτική αρχή στη μυθοπλασία τού Κορτώ, πλάι στην τεκμηρίωση της Πανταλέων για την έλλειψη (και εξιδανίκευση) του μητρικού προσώπου στο έργο του συγγραφέα, βρίσκουμε βάσιμους λόγους να εικάζουμε ένα αντίστοιχα εκκωφαντικό έλλειμμα του ονόματος του πατρός. Κοιλάρφανος αλλά και νόθος, λοιπόν, ο γαλαζοαίματος Δαιμονιστής. Ο δε δημιουργός αυτού του υπερφυσικού παρία, κάποιος που θέτει τη συνενοχή ως απαράβατο όρο της αναγνωστικής του πρόσληψης.

Η υπερθεμάτιση στην κλιμάκωση της πλοκής σώζεται (σαν από μηχανής δαίμονας) με την καταληκτική συνάντηση, και συνεύρεση, του Δαιμονιστή με τον ιστορικό συγγραφέα Κορτώ, εύρημα που μετατρέπει αυθωρεί το αφήγημα σε αυτοβιογραφία! Συνταρακτικό αυτοαναφορικό παίγνιο, που ανοίγει διάπλατα την ανάγνωση σε ένα καινούριο και απρόσμενο επίπεδο (Λ.Π.) ή μια θεαματική μεν, αλλά λογοτεχνικά ανενεργή έξοδος από ένα κείμενο κατειλημμένο εξ απροόπτου από την ίδια του τη φρενίτιδα;

Εντοπίζουμε αποκλίσεις, οι οποίες, αν και παρουσιάζονται με ένδυμα κριτικού λόγου, απώτερο σκοπό έχουν να εικονογραφήσουν το νόημα της «συναισθηματικής πρόσληψης», το πώς οι ψυχικές εντάσεις που το κείμενο εγείρει σ' έναν φιλόξενο αποδέκτη οργανώνουν τη σημασιοδότηση άλλων άλλοτε στοιχείων ως πρωταρχικών. Στη δική μας περίπτωση η ανάγνωση οργανώνεται από τη «βρόμικη σωματικότητα» της αναπαράστασης, τους φρενήρεις ρυθμούς, το καθεστώς ανομίας και το λανθάνον, πλην πανίσχυρο, αίτημα συνενοχής. Διακινδυνεύοντας μια υπεραπλούστευση, πιθανολογούμε πως πρόκειται για διαφορές αναγνωστικού ταμπεραμέντου. Και βέβαια, αυτή η παρατήρηση διόλου δεν αποβλέπει στην αποσόβηση του διαλόγου, με το σκεπτικό τού «Σε μερικούς αρέσει, σ' άλλους πάλι όχι».

« Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε» - Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη

Μια συγγενικής φύσεως «ιδιοσυγκρασιακή μονομέρεια» είναι ανιχνεύσιμη στο κείμενο της Λ.Π. για το Σουέλ της Ι. Καρυστιάνη. Εδώ, οι περιγραφές χαρακτήρων και συμβάντων στρεψοδικούν διακριτικά υπέρ του επιχειρήματος ότι η ιδιοσυστασία των ηρώων είναι αφόρητα μονοδιάστατη και, συνεπώς, απρόσφορη δραματουργικά. Ας πάρουμε τη γυναίκα του καπετάνιου Αυγουστή, που τον επισκέπτεται στο καράβι για να τον πείσει να προσδέσει επιτέλους στο σπίτι τους, ύστερα από δώδεκα συναπτά έτη απουσίας. Η Φλώρα Αυγουστή «δικαιούται φωτοστέφανο», κατά την Πανταλέων, επειδή, όταν ανακαλύπτει την τυφλότητά του, δεν τον καρφώνει στην εταιρεία, ώστε να επισπεύσει κακήν-κακώς την επάνοδό του. Ελα όμως που κανένα φωτοστέφανο δεν δικαιούται η σύζυγος, διότι τη συντρέχει ο φόβος μήπως χάσουν μέρος από τη σύνταξη του άντρα της έτσι και μαθευτεί η συγκάλυψη της αναπηρίας του· το πρώτο, μάλιστα, που κάνει άμα τη επιστροφή της, είναι να συμβουλευτεί δικηγόρο επί τούτου! Μια ταλάντευση ανάμεσα στο πάθος και το συμφέρον, ολωσδιόλου πειστική, όπως εξάλλου και οι απόπειρες της Φλώρας Α. να βρει εραστή, τις οποίες η δειλία της, κάθε φορά, αποτρέπει.

Πιο εμπεριστατωμένη είναι η ένσταση της Λ.Π. ότι η συνενοχή που μέσα σε λίγες εβδομάδες αίρει θεαματικά την αποξένωση χρόνων ανάμεσα στον καπετάνιο και τον «αδαμάντινο» γιο του, είναι πέραν πάσης αφηγηματικής συνέπειας. Εμείς επισημαίνουμε την παρατεταμένη αναβλητικότητα του γιου ως προς τη στιγμή της αποκάλυψης, την αμφιθυμία απέναντι στο ιερό τέρας, τον πατέρα του, και την ανικανότητά του να κλάψει ως (μερικούς από τους) σταθμούς στη διαδικασία επανασύνδεσης. Είναι όντως αυτοί δραματουργικά αμελητέοι, σε βαθμό που η συμφιλίωση ανάμεσα σε πατέρα και γιο να χαρακτηρίζεται αμετροεπής και αψυχολόγητη;

Ακόμα πιο καίρια είναι η κριτική για τη σχηματική ταυτότητα της σύγχρονης εκείνης Πηνελόπης, της Ελευσίνιας Λίτσας. «Από τους πιο αδικημένους χαρακτήρες της Καρυστιάνη», στην οποία ο πολύτροπος λόγος του αφηγητή παραχωρεί το πρώτο πρόσωπο, αλλά μετά υποχρεώνει να τον μιμηθεί βάζοντας στο στόμα της φράσεις που δεν θα μπορούσαν να εκφέρονται από μια κομμώτρια της Δ' του Δημοτικού: «Εκείνος έγραψε κάθε γράμμα της ζωής μου», «Ο ανθισμένος κήπος θυμιάζει τον ανήσυχο ύπνο μου», «Η θάλασσα είναι το δίκιο του», «[...] από μόνη μου αγκυροβόλησα στον πάτο της ζωής σου» και άλλα. Το επιχείρημα στέκει αν θεωρήσουμε τη μεταφορική έκφραση προνόμιο των πεπαιδευμένων και αν, επίσης, αγνοήσουμε την εξαρχής δεδηλωμένη πρόθεση της Λίτσας να «φιλοσοφεί, όσο και όπως μπορεί. Εάν η όντως ιδιότυπη Λίτσα είναι επί τεσσαρακονταετία ερωτευμένη τόσο με την παρουσία του καπετάνιου της όσο και με την απουσία του (όπως με κάθε τρόπο πιστοποιεί), τότε ποιος πλέον πρόσφορος τρόπος για να υπηρετήσει αυτήν την απουσία από την (προφανώς) εγγενή της έφεση στην ποιητικότητα; Λέμε τώρα, διακινδυνεύοντας να κατηγορηθούμε για ευπιστία, αισθηματολογία (πάντα απωθητική), έφεση στο μελόδραμα (πάντα ευτελές). Ισως για τρυφερότητα.

Συμπερασματικά, στη Λ.Π., «η Λίτσα φαντάζει ελάχιστα γήινη, μια αγκυλωμένη ανοιχτή αγκαλιά, έτοιμη να καλωσορίσει και να ξορκίσει κάθε άγος... Η δανεική της γλώσσα την ευτελίζει ως μυθοπλαστικό χαρακτήρα όσο και η εξωπραγματική συναισθηματική της υποτέλεια. Γενικότερα, το ζήτημα δεν αφορά το αν υπάρχουν ή όχι τέτοιοι ανθρώπινοι τύποι... αλλά ο συνωστισμός τόσο εξαίρετων περιπτώσεων σε ένα βιβλίο εγείρει αμφιβολίες και συχνά προκαλεί θυμηδία». Ως άλλη περίπτωση, όπου «οι δραματικές συνθήκες είναι στη διαπασών, χωρίς να υπηρετούν την αφηγηματική αιτιότητα», κρίνεται βεβαίως η κεντρική προσωπογραφία του καπετάνιου Μήτσου Αυγουστή, η τραβηγμένη από τα μαλλιά «αγιογραφία» του.

Δεν επιδιώκουμε να αποφανθούμε υπέρ ή κατά των κριτικών συμπερασμάτων της Λ.Π., τα οποία, ούτως ή άλλως, βασίζονται στο άθροισμα των επιμέρους παρατηρήσεών της, όπως δεν επιλέγουμε να αποφανθούμε συνολικά για τα Αναγνωστικά Δικαιώματα. Επί του προκειμένου, ωστόσο, η κριτικός μάς προτρέπει να μπούμε στη διαδικασία τού να αναρωτηθούμε αν αποτύχαμε οικτρά στην ανάσχεση της ειρωνικής παρακολούθησης τόσων φαιδρών.

Αντιτάσσουμε, λοιπόν, κάποιες δυνατότητες εναλλακτικών αναγνώσεων. Η αδιασάλευτη θέρμη και η ποιητικότητα είναι εδώ αποδεκτές ως χαρακτηρολογικά υπόβαθρα και οι διαδράσεις των ηρώων δεν προκαλούν την ανακλαστική αντίδραση του ρεαλισμού μας. Ο συγγραφικός λόγος μάς υποβάλλει επαρκώς, ώστε να δεχτούμε την απιθανότητα ενός τυφλού καπετάνιου που το πλοίο του διασχίζει τον ωκεανό ανάποδα (με μια άσπρη γάτα να χορεύει κάθε ξημέρωμα στα ρέλια του)! Σε αυτό συμβάλλει το ότι η μυθοπλασία τού Σουέλ είναι στημένη επάνω σε επισταμένη πραγματολογική έρευνα. Κυρίως, όμως, εκείνο που αίρει την κριτική μας απόσταση είναι η απολαυστικότητα των ταυτίσεων που προάγονται μέσα από το βιβλίο, η συγκίνηση που αυθόρμητα αντλούμε από εκεί. Δύσκολα πειθόμαστε, ως εκ τούτου, ότι τα ζαχαρωτά μας ουδεμία θρεπτική αξία έχουν.

Με όλα αυτά, το μέλημά μας είναι να υποδείξουμε τον περίφημο παράγοντα της «αυθαιρεσίας» σε μια κριτική ανάγνωση, να διερωτηθούμε με ποιους τρόπους η σκευή του αναγνώστη (όρος ηθελημένα αόριστος, διότι συμπεριλαμβάνει όχι μόνο την κριτική δεινότητα και καλλιέργεια αλλά και τις κοινωνικές ταυτίσεις, τον ψυχικό προϊδεασμό και πόσα ακόμη;) υπεισέρχεται και διαμορφώνει τη γωνία πρόσληψης ενός λογοτεχνικού κειμένου.

Χωρίς, επαναλαμβάνουμε, να θέλουμε να εξισώσουμε την κριτική λογοτεχνία με άσκηση υποκειμενικότητας, στις συνδιαλλαγές μας λογαριάζουμε ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές τάξεις αναγνωστικής απόλαυσης. Πρόκειται, βεβαίως για προβληματισμό για τον οποίο η διαμεσολαβήτρια-κριτικός είναι πλήρως ενήμερη: «Η έννοια της υποκειμενικότητας, το άλλοθι της προσωπικής κρίσης, είναι σύμφυτη με την αυθαιρεσία - αυθαιρεσία θεμιτή στο μέτρο που αναγνωρίζεται ως παρεπόμενο της άσκησης των "αναγνωστικών δικαιωμάτων" και, ως γνωστόν, η υπεράσπιση ενός δικαιώματος δεν αποκλείεται να εκτραπεί σε αδικοπραγία». Απελθέτω!

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Με όχημα την αρχαιοελληνική τραγωδία
Η σκληρότητα του χιονιού
Πάλι τα τσούζει ο Στρατηγός
Απόδοση εικαστικής δικαιοσύνης
Υπέρ Αχαϊκής Βιομηχανίας, η Λωξάντρα και η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα
Η επανάσταση από τα κάτω και η ιστορική παραποίηση
Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Ερωτιδείς, χωρικοί και πυγμάχοι
Με τα μάτια της κάμερας
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Με όχημα την αρχαιοελληνική τραγωδία
Η σκληρότητα του χιονιού
Πάλι τα τσούζει ο Στρατηγός
Απόδοση εικαστικής δικαιοσύνης
Το δικαίωμα του αναγνώστη όταν διαβάζει μια κριτική της Λίνας Πανταλέων
Υπέρ Αχαϊκής Βιομηχανίας, η Λωξάντρα και η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα
Η επανάσταση από τα κάτω και η ιστορική παραποίηση
Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Ερωτιδείς, χωρικοί και πυγμάχοι
Με τα μάτια της κάμερας
Διονύσης Σαββόπουλος
Ενας μεταφυσικός, δηλαδή ελληνικός, τρόπος τού άδειν
Από τις 4:00 στις 6:00
Τα σύννεφα φέρνουν τραγούδια
Μουσική
Τον εκτιμούσαν οι Beatles
Λογοτεχνία
Για τον Ουίλιαμ Μπάροουζ