Έντυπη Έκδοση

«Μα, θα αλλάξεις τη διατύπωση του συγγραφέα;»

Ο επιμελητής κειμένων μετεωρίζεται ανάμεσα σ' ένα μετά -και σ' ένα πριν-: μετά τον συγγραφέα και πριν από τον αναγνώστη.

Μ' άλλα λόγια μετά τον αποστολέα και πριν από τον παραλήπτη αυτής της ανεξέλεγκτης ανταλλαγής ιδεών και αισθημάτων, στρατηγικής και γύμνιας, λέξεων και σιωπής, άγχους και προσδοκίας. Κι αυτήν ακριβώς τη διαμεσολαβητική λειτουργία, αυτή τη λαθραία χειραψία, αυτή την ενίοτε αμφίθυμη σχέση, που μετεωρίζεται στην κόψη του τυπωθήτω, φιλοδοξούμε να χαρτογραφήσουμε με τη νέα θεματική στήλη μας.

Δώδεκα πρόσωπα, παλαιότερα και νεότερα, που σκύβουν με πάθος και συνέπεια πάνω σε κείμενα τα οποία καλούνται να οικειοποιηθούν με τον τρόπο του αφανούς αναγνώστη πριν παραδοθούν στην ευθύνη του συστηματικού ή του απλού αναγνώστη. Εξού και οι επιμελητές διασταυρώνουν κάτι από τη βάσανο της κριτικής και την απόλαυση της ανάγνωσης - κάτι που στη δεδομένη στιγμή της έκδοσης συνήθως λείπει από τον συγγραφέα, όταν βρίσκεται περικυκλωμένος από ανασφάλειες, κειμενικές και μη.

Στην ιστορία της γραφής περισσεύουν τα παραδείγματα, με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, ανάμεσα σε συγγραφείς/«κρυπτοσυγγραφείς», εξάγοντας θυελλώδεις πνευματικές σχέσεις με αβέβαιη κατάληξη. Ταυτόχρονα όμως δεν έχει παρέλθει η εποχή που οι εκδότες ήταν δεινοί αναγνώστες αλλά και συγγραφείς και editors έδιναν ομηρικές μάχες για έναν χαρακτήρα, για μια παράγραφο, για μια λέξη, για μια άνω τελεία, για μια σιωπή;

Θυμάμαι ακόμη τη Βιργινία, την καλή συνάδελφο που πριν από σχεδόν δεκαπέντε χρόνια ανέλαβε να «διδάξει» τυπογραφική διόρθωση σε μια νεαρή φιλόλογο, σ' εμένα που, από ευνοϊκή συγκυρία, είχα δεχτεί την επαγγελματική πρόταση του Παναγιώτη Σοκόλη για μια δουλειά της οποίας την ύπαρξη αγνοούσα. Το μοντάζ του βιβλίου ήταν ακόμη «χειροποίητο»· τα σύμβολα ωστόσο της τυπογραφικής διόρθωσης, ίδια και απαράλλαχτα. Σύντομα, μπροστά μου είχα τυπογραφικά δοκίμια, το μολύβι μου άρχισε να σημειώνει στο χαρτί. «Μα, θα αλλάξεις τη διατύπωση του συγγραφέα;» εκπλησσόταν η συνάδελφος. Με το θάρρος της πρώτης νεότητας, όμως, έθετα υπ' όψιν των συγγραφέων ορισμένες παρατηρήσεις: εδώ, μια άχαρη επανάληψη, λ.χ., εκεί, την αντικατάσταση μιας λέξης με άλλη χάριν ακριβολογίας. Είχε δίκιο η Βιργινία. Εκείνη μού έδειχνε πώς να διαβάζω λέξεις, με το βλέμμα προσηλωμένο στο γράμμα, πώς να είμαι καλή διορθώτρια, εγώ επέμενα να διαβάζω νοήματα· να λειτουργώ δηλαδή δειλά -και εν αγνοία μου- ως επιμελήτρια.

Τον ίδιο προβληματισμό αντιμετώπισα έκτοτε αρκετές φορές: δικαιούται, και σε ποιο βαθμό, να παρέμβει ο επιμελητής στο ξένο βιβλίο, προκειμένου να μην εγκληθεί ως «κρυπτοσυγγραφέας»; Οχι, ο επιμελητής δεν «δικαιούται να παρέμβει», απλώς οφείλει -εφόσον διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία- να προβεί σε μια διεισδυτική ανάγνωση του κειμένου, ώστε να κατανοήσει τις προθέσεις, τις τεχνικές και το ύφος του συγγραφέα· μια ανάγνωση εν εγρηγόρσει, που παρακολουθεί τη συγγραφική πρόθεση και αποπειράται να διαπιστώσει εάν αυτή ευοδώνεται. Οχι, το βιβλίο δεν νοείται ως «ξένο», εφόσον ο επιμελητής είναι συνοδοιπόρος του συγγραφέα και τάσσεται υπέρ του, έχοντας διαρκώς κατά νου το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται. Ο επιμελητής, ναι, αφανής αναγνώστης είναι, και αφανής πρέπει να παραμένει, οι επεμβάσεις του (εφόσον τις αποδεχτεί ο συγγραφέας) να εντάσσονται οργανικά στο κείμενο.

Οπως κάθε επάγγελμα, έχει και η επιμέλεια τα μυστικά της. Τα οποία αγνοούσα παντελώς όταν πια αποφάσιζα να κατέλθω στον στίβο του ελεύθερου επαγγέλματος, με μπλοκάκι και ενθουσιασμό: πού να με καταστείλουν το ΤΕΒΕ και ο ΦΠΑ, βιοποριζόμουν από κάτι που αγαπούσα, τα βιβλία. Χρόνια αργότερα, επιχειρώντας να προσδιορίσω τη φυσιογνωμία του επαγγέλματος στους μαθητές μου στο ΕΚΕΒΙ, θα δανειζόμουν τον όρο του Εκο: ο επιμελητής, ως ο «κριτικός αναγνώστης» ενός βιβλίου, δεν αξιολογεί μορφή και περιεχόμενο, τα ερμηνεύει. Τότε, όμως, στον 20ό αιώνα, ταχυδρομούσα βιογραφικά, υποβαλλόμουν σε «δοκιμαστικά» και είχα την τύχη να αρχίσω να συνεργάζομαι με τον έναν εκδοτικό οίκο μετά τον άλλον (ώσπου να αισθανθώ σπίτι μου τις εκδόσεις Πόλις και την Εστία), άλλοτε επιμελούμενη, άλλοτε διορθώνοντας -ενίοτε ακόμη και ξαναγράφοντας- επιστημονικά κείμενα και βιβλία ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας. Και βεβαίως, προσκρούοντας σε εμπόδια και πονοκεφαλιάζοντας, επινοώντας τα παυσίπονα: μέθοδος εργασίας και διαχείριση σχέσεων, με τον εκδότη, τον συγγραφέα, τον μεταφραστή, τον καλλιτέχνη γραφίστα, τον σελιδοποιό.

Επειτα μετακόμισα, κυριολεκτικά, και έως πρότινος, στα Ελληνικά Γράμματα, για να αναλάβω τη λογοτεχνική τους σειρά. Και τότε έπαψε να υφίσταται ελληνική λέξη για τον επαγγελματικό μου ρόλο· είδα τις επαγγελματικές μου κάρτες να γράφουν «editor». Είχα, τώρα, τη συνολική ευθύνη της έκδοσης.

Το σύνθετο αυτό επάγγελμα -διορθωτής, επιμελητής, editor-, κατά κανόνα τρία σε ένα στην ελληνική εκδοτική πραγματικότητα, προϋποθέτει, νομίζω -εκτός από την αυτονόητη γνώση της γραμματικής, του συντακτικού και των βασικών αρχών της τυπογραφίας-, την επίγνωση ότι «επιμέλεια» δεν σημαίνει «καλλιέπεια»· ότι δεν πρόκειται για μια δουλειά φασόν. Διότι υπάρχουν τόσες δυνατές επιλογές όσες και δυνατές αναγνώσεις, κάτι σαν τις «Ασκήσεις ύφους» του Κενώ. Και είναι αυτή, για μένα, η μεγαλύτερη απόλαυση από ένα επάγγελμα του οποίου οι οικονομικές απολαβές σπανίως αποζημιώνουν για τον κόπο, τα ξενύχτια και το άγχος-να-προφτάσω-την-προθεσμία.

Ή, μάλλον, όχι. Η μεγαλύτερη απόλαυση, και το κέρδος, έχει αντληθεί από τους καφέδες με τη Μάρω Δούκα, που αφορμή είχαν την επιμέλεια βιβλίου της, από τις συζητήσεις με τον Γιατρομανωλάκη και τον Κούρτοβικ, τον Μουρσελά και τον Ξανθούλη, τον Λίποβατς, τον Σκαμπαρδώνη, από το πηγαινέλα των δοκιμίων στη συνεργασία με τον Γλυκοφρύδη, την Καστρινάκη, τον Κατσουλάρη και τη Μαντόγλου, την Κοτζιά, από το παίδεμα της κάθε λέξης χωριστά με τον Δημητρίου, με όλους... Και από τα όσα έμαθα, με τα εγκυκλοπαιδικά λεξικά ανοιγμένα νυχθημερόν στο γραφείο, προκειμένου να ανταποκριθώ στον πραγματολογικό έλεγχο που απαιτούν οι μεταφράσεις λογοτεχνικών ή επιστημονικών κειμένων - κι ας ανακαλούσα, κάπου κάπου, για εκτόνωση, Μανούσο Φάσση (Σηκώνει άγκυρα το πλοίο και σαλπάρει/ και κάθομαι μονάχη στα μουράγια./ Τον σκέφτομαι χωμένο μες στ' αμπάρι/ κι όλο τον βρίζω τον παλιοκανάγια). Για ένα ένα τα βιβλία που έχω επιμεληθεί, αισθάνομαι πως παρέλαβα από τον συγγραφέα το παιδί του, να του δώσω κι εγώ ένα χάδι πριν βγει στον κόσμο. Με την προσδοκία να τον κατακτήσει. Να τον γοητεύσει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ενας τύπος ελευθεριότητας
Δεσποινίδες ετών 100
Αλήθειες να τις πιεις στο ποτήρι...
Ξεκλειδώνοντας πόρτες ερμητικά κλειστές
Τα χαρούμενα αγόρια και κορίτσια της Ατζαβάρα
Ατίθασες λέξεις από στάχτες
Αράχνες και πεταλούδες μάχονται
Αφανής αναγνώστης
«Μα, θα αλλάξεις τη διατύπωση του συγγραφέα;»
Λογοτεχνία
Ορθός Λόγος και μεταμοντέρνα πρόταση
Βιβλιοθήκη μυστηρίου
Επικίνδυνα παιχνίδια...
Από τις 4:00 στις 6:00
Σειρήνες, πάντα ελκυστικές στη μουσική
Εξαιρετικός συνθέτης και ερμηνευτής
Διήγημα
Ο Αμερικάνος
Άλλες ειδήσεις
Μεταμφιεσμένες πολιτείες
Η αυθεντία της ζωής σας είστε Εσείς
Η Κική Δημουλά στον Πειραιά
Συνταγές επιβίωσης σε δύσκολους καιρούς
Περί σιωπής, συμφωνίας τιμής και κριτικών εξομολογήσεων
Η σινική μελάνι για σχολή εκλεκτικής ιθαγένειας
Κάλλιστη αλλοίωση