Έντυπη Έκδοση

Συνταγές επιβίωσης σε δύσκολους καιρούς

Οι μέρες των Χριστουγέννων εξακολουθούν να προσφέρουν χαρά στα παιδιά, αν και με διαρκώς μειούμενο το όριο ηλικίας, αλλά στους μεγάλους -και δεν χρειάζεται να διευκρινίσουμε τους λόγους- επιμένουν να φέρνουν μελαγχολία.

Επειδή είμαστε από τους λίγους που την έχουν συνηθίσει και δεν επιδιώκουν να τη θεραπεύσουν με τα ψεύτικα μέσα του εμπορίου ή των φαρμακαποθηκών, η μελαγχολία αυτή μάς οδηγεί σε περισυλλογή.

Αναθυμόμαστε τα παιδικά μας χρόνια σε κάποιο χωριό της ελληνικής περιφέρειας, όπου η οικιακή οικονομία επέβαλλε -μεταξύ άλλων οικόσιτων και κατοικιδίων- ένα γουρούνι δεμένο στον κήπο, έναν σκύλο ελεύθερο στην αυλή και μια γάτα να μπαινοβγαίνει στο σπίτι.

Η μεν γάτα χρειαζόταν για να μας απαλλάσσει από τον εσωτερικό εχθρό, δηλαδή από ποντίκια ή και φίδια ενίοτε, ο δε σκύλος για να διώχνει τον εξωτερικό εχθρό, δηλαδή κλέφτες ή και κανέναν ξένο σκύλο κοπρίτη, δουλεύοντας αμφότεροι με ισόβια σύμβαση εργασίας.

Το γουρούνι, αντιθέτως, προσλαμβανόταν με σύμβαση περιορισμένου χρόνου, αλλά, χάρη στο διπλό σύστημα τιθάσευσης, δηλαδή του ευνουχισμού και των αλλεπάλληλων υποτροφιών, κατακτούσε γρήγορα την υπερτροφία και σαν αντάλλαγμα γέμιζε το χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας πλουσιοπάροχα και μετρίαζε την πείνα μας τα παγωμένα βράδια του χειμώνα.

Στο σημείο, όμως, αυτό θα ήταν φρόνιμο να προειδοποιήσουμε τον φιλύποπτο αναγνώστη να μην αναζητήσει στα γραφόμενά μας την αλληγορική σημασία των μύθων του Αισώπου ή τον ανθρωπομορφισμό των ζώων στα παραμύθια του Αντερσεν, αλλά να μας αναγνωρίσει την προσπάθεια να βάλουμε στον λόγο μας ολίγον χιούμορ.

Μόλις, λοιπόν, τελείωνε τη δουλειά του ο μουνουχιστής -ειδικότητα που απαντάται και στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους τού Δον Κιχώτη- δέναμε το γουρουνάκι στο κουμασάκι του στον κήπο και αρχίζαμε να το ταΐζουμε -καθότι παμφάγο- με ό,τι περίσσευε στην κατσαρόλα.

Ετσι, όταν ερχόταν η ώρα να το σφάξουμε, μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ό,τι είχαμε, μαζί το είχαμε φάει και ως εκ τούτου μας αναλογούσε κάθε δικαίωμα να φάμε και το ίδιο.

Βέβαια, δεν έμενε όλο σ' εμάς. Επρεπε πρώτα να πάρει ο σφαγέας το μερίδιό του, έπειτα να δώσουμε κάμποσα κιλά στον χασάπη για να ισοφαρίσουμε το κρέας που είχαμε αγοράσει με πίστωση, και να φιλέψουμε κανέναν γείτονα ή συγγενή. Αλλά αυτό που απέμενε; Ε, ρε, γλέντια!, που θα 'λέγε και ο Καραγκιόζης.

Το φτιάχναμε σουβλιμά, δηλαδή κοντοσούβλι, και όπως έβγαινε από τη φωτιά καυτό, το σβήναμε με μπόλικο λεμόνι. Το φτιάχναμε με σέλινο, αβγολέμονο. Το φτιάχναμε κοκκινιστό με σκέτο τραχανά ή με τραχανά και λάχανο. Αλλά εκεί που γλείφαμε κυριολεκτικά τα δάχτυλά μας, ήταν με τις τσιγαρίδες, τα απομεινάρια από το λίπος, που το λιώναμε σ' ένα καζάνι και κατόπιν το μοιράζαμε σε λαγήνια, για να το έχουμε σαν βούτυρο τον χειμώνα. Κι ακριβώς σαν βούτυρο το αλείβαμε πάνω στο πυρωμένο ψωμί και αντέχαμε το κρύο μακάρια χορτάτοι, σε αντίθεση με τον Μακάριο1 του Μεξικανού Χουάν Ρούλφο2, που δεν μπορούσε να χορτάσει με τίποτα την πείνα του.

Διά του λόγου το αληθές ορίστε μερικά αποσπάσματα από το ομότιτλο διήγημα, στην έγκυρη μετάφραση του Φίλιππου Δρακονταειδή:

[...] Τα βατράχια είναι ό,τι πρέπει να τα φτιάξεις να τα φας. Οι φρύνοι δεν τρώγονται· ωστόσο, έφαγα από δαύτους -κι ας μην τρώγονται- κι έχουν ίδια γεύση με τα βατράχια. [...] Ο κόσμος λέει στο δρόμο πως είμαι τρελός, επειδή η πείνα μου δεν έχει τελειωμό. Η μητριά μου άκουσε πως έτσι λένε. Εγώ δεν το άκουσα. Η μητριά μου δεν μ' αφήνει να βγω μονάχος μου στον δρόμο. [...] Ομως, όπως κι αν είναι, η μητριά μου λέει τι κάνω· και είναι άνθρωπος που ποτέ δεν αραδιάζει ψευτιές. Οταν με φωνάζει να φάω, μου δίνει τη μερίδα μου από το φαΐ, δεν κάνει σαν κάτι άλλους που με καλούν να φάω μαζί τους κι όταν βρεθώ κοντά τους, με αρχίζουν στις πέτρες, μέχρι που με κάνουν και το βάζω στα πόδια, δίχως φαΐ και δίχως τίποτα. Οχι, η μητριά μου μού φέρνεται καλά. Γι' αυτό είμαι ευχαριστημένος στο σπίτι της. Εξάλλου, εκεί μέσα ζει η Φελίπα, η Φελίπα είναι πολύ καλή μαζί μου. Γι' αυτό την αγαπάω... Το γάλα της Φελίπα είναι γλυκό σαν τα λουλούδια του ιβίσκου. Εχω πιει γάλα από κατσίκα και από γουρούνα που μόλις ξεγέννησε· δεν είναι όμως τόσο καλό όσο το γάλα της Φελίπα... Τώρα, πάει πολύς καιρός που δεν μου έχει δώσει να βυζάξω από εκείνα τα μαστάρια που της κρέμονται εκεί που εμείς έχουμε μόνο τα παΐδια μας, εκείνα τα μαστάρια απ' όπου βγαίνει, όταν ξέρεις να το ρουφήξεις, ένα γάλα καλύτερο από το γάλα που μας δίνει η μητριά μου το πρωινό της Κυριακής... Παλιά, η Φελίπα ερχόταν κάθε βράδυ στο δωμάτιο που κοιμάμαι κι έπεφτε στο στρώμα μου, πότε ξαπλώνοντας πάνω μου, πότε πέφτοντας δίπλα μου. Υστερα της μαραφέτιζα εκείνα τα μαστάρια για να μπορώ να βυζαίνω το γλυκό και ζεστό γάλα που έφτανε μπόλικο στη γλώσσα μου... Πολλές φορές έφαγα λουλούδια ιβίσκου για να μου φύγει η πείνα. Και το γάλα της Φελίπα είχε αυτή τη γεύση, μόνο που μου άρεσε περισσότερο, γιατί -την ίδια ώρα που μου έδινε γουλιές ολάκερες να πιω- η Φελίπα με γαργαλούσε παντού. Υστερα το γεγονός ήταν πως πάντα σχεδόν απέμενε αποκοιμισμένη κοντά μου, ίσαμε που έσκαγε ο ήλιος. Κι αυτό ήταν μεγάλη υπόθεση· γιατί εγώ δεν έδινα πεντάρα τσακιστή για το κρύο, ούτε μ' έπιανε κανένας φόβος πως ήμουν καταδικασμένος να πάω στην Κόλαση, αν πέθαινα μονάχος μου εκεί μέσα στο δωμάτιο κανένα βράδυ... [...] «Ο δρόμος της καλοσύνης είναι γεμάτος φως. Ο δρόμος της κακίας είναι σκοτεινός». Αυτά λέει ο παπάς... εγώ σηκώνομαι και βγαίνω από το δωμάτιό μου, όταν είναι σκοτάδι. Σκουπίζω τον δρόμο και ξαναμπαίνω στο δωμάτιό μου, πριν με πιάσει το φως της μέρας. Ενας σωρός πράγματα γίνονται στον δρόμο. Πάντα βρίσκεται κάποιος να σου σπάσει το κεφάλι, ρίχνοντάς σου πέτρες, μόλις σε δει. Βρέχει πέτρες μεγάλες και κοφτερές παντού. Κι ύστερα πρέπει να μπαλώσεις το πουκάμισο και να περιμένεις πολλές μέρες να σου γιάνουν τα σκισίματα στα μούτρα ή στα γόνατα. Και να έχεις υπομονή να σου δέσουν τα χέρια, γιατί διαφορετικά τρέχουν τα χέρια να βγάλουν το κακάδι από την πληγή και ξαναπετιέται ρυάκι το αίμα. Και το αίμα έχει ωραία γεύση, αν και βέβαια ούτε κατ' ιδέα μοιάζει με τη γεύση από το γάλα της Φελίπα... Γι' αυτό κι εγώ -για να μη με πετροβολήσουν- γυρίζω πάντα και χώνομαι στο σπίτι μου. [...] Οπως και να 'ναι, μ' αρέσει πιο πολύ να κάθομαι στο δωμάτιό μου, παρά να πηγαίνω πάνω κάτω στον δρόμο και να προκαλώ την προσοχή εκείνων που βρίσκουν γουστόζικο να πλακώνουν τον κοσμάκη στις γρήγορες. Εδώ, δεν μου κάνει κανείς τίποτα. Η μητριά μου δεν με αποπαίρνει, επειδή με βλέπει να τρώω τα λουλούδια του ιβίσκου της ή τα μυρτόφυλλά της ή τα κορόμηλά της. Αυτή ξέρει πόσο με πιάνει όρεξη για φαΐ. Αυτή ξέρει πως η πείνα δεν έχει τελειωμό μέσα μου. Πως κανένα φαΐ δεν μου φτάνει να μου γεμίσει τ' άντερα και πως κάθε λίγο και λιγάκι ψάχνω, εδώ κι εκεί, να βρω πράγματα να φάω. Αυτή ξέρει πως τρώω τα μουλιασμένα ρεβίθια, που είναι να δώσω στα χοντρά γουρούνια και το ξερό καλαμπόκι, που είναι να φάνε τ' αδύνατα γουρούνια. Ετσι, αυτή ξέρει πόσο πεινασμένος είμαι, από την ώρα που ο Θεός θα ξημερώσει, ίσαμε την ώρα που θα νυχτώσει. Κι όσο βρίσκω φαΐ να φάω σ' ετούτο το σπίτι, εδώ θα μείνω. Γιατί πιστεύω πως τη μέρα που θα σταματήσω να τρώω, θα πεθάνω· και τότε, θα πάω οπωσδήποτε ολοσούμπιτος στην Κόλαση. [...] Εκείνο που μου κάνει περισσότερο όρεξη είναι να ξαναδοκιμάσω κάμποσες ρουφηξιές από το γάλα της Φελίπα, απ' αυτό το καλό γάλα, γλυκό σαν μέλι, που βγαίνει από τα κοτσάνια των λουλουδιών του ιβίσκου...

1. Macario. Το πρώτο από τα δέκα επτά διηγήματα που περιέχονται στο: El llano en llamas, Μεξικό (1953).

2. Juan Rulfo (1917-1986). Δημιουργός τού Πέδρο Πάραμο. Η πεδιάδα στις φλόγες, Κέδρος (1982).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ενας τύπος ελευθεριότητας
Δεσποινίδες ετών 100
Αλήθειες να τις πιεις στο ποτήρι...
Ξεκλειδώνοντας πόρτες ερμητικά κλειστές
Τα χαρούμενα αγόρια και κορίτσια της Ατζαβάρα
Ατίθασες λέξεις από στάχτες
Αράχνες και πεταλούδες μάχονται
Αφανής αναγνώστης
«Μα, θα αλλάξεις τη διατύπωση του συγγραφέα;»
Λογοτεχνία
Ορθός Λόγος και μεταμοντέρνα πρόταση
Βιβλιοθήκη μυστηρίου
Επικίνδυνα παιχνίδια...
Από τις 4:00 στις 6:00
Σειρήνες, πάντα ελκυστικές στη μουσική
Εξαιρετικός συνθέτης και ερμηνευτής
Διήγημα
Ο Αμερικάνος
Άλλες ειδήσεις
Μεταμφιεσμένες πολιτείες
Η αυθεντία της ζωής σας είστε Εσείς
Η Κική Δημουλά στον Πειραιά
Συνταγές επιβίωσης σε δύσκολους καιρούς
Περί σιωπής, συμφωνίας τιμής και κριτικών εξομολογήσεων
Η σινική μελάνι για σχολή εκλεκτικής ιθαγένειας
Κάλλιστη αλλοίωση