Έντυπη Έκδοση

Ο Αμερικάνος

Για να χαλαρώσεις θα σου πω μια ιστορία. Στο Δημοτικό όταν ήμουν -πάνε πολλά χρόνια, μη με ρωτήσεις πόσα- ήξερα έναν Παναγιώτη, όμορφο, έξυπνο και κυρίως γαλαντόμο.

Μιλάμε για πολύ χουβαρντά άντρα. Δεν ήταν μόνο που μοιραζόταν το χαρτζιλίκι του τότε με τους φίλους του -δούλευε σε συνεργείο αυτοκινήτων από τα δεκατρία του, φτωχή οικογένεια, τα παιδιά στη δούλεψη από νωρίς τα είχανε βγάλει όλα-, αλλά και όταν μεγάλωσε λίγο και πήγε στρατό και γύρισε, καλούσε όλους μας τους παιδικούς φίλους και μας τάιζε στον Πειραιά καλαμαράκια, ό,τι μπορούσε, εμείς νηστικοί ήμασταν εκείνα τα χρόνια, τα καλαμαράκια μάς φαίνονταν συναγρίδα. Πίναμε και λίγο κρασάκι και πάνω κει, θες πίστεψέ με, θες μη με πιστεύεις, μας ξομολογιόταν το μεγάλο του όνειρο, να πάει στην Αμερική. Ο Νώντας, ο κολλητός του από κείνα τα χρόνια -από κείνον έμαθα όλη την πορεία του Παναγιώτη μέχρι σήμερα- μια τον δούλευε, μια τον ζήλευε. Από κείνη τη ζήλια όμως που εμπεριέχει θαυμασμό. «Αυτός δεν έχει πάει στη Λαμία, θα πάει στην Αμερική;», μας έλεγε μόλις προφασιζόταν ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα ο Παναγιώτης για να πληρώσει το λογαριασμό με στυλ, μακριά από μας. Ηταν τζέντλεμαν σου λέω, αλλά λίγο ονειροπόλος, τον δουλεύαμε τότε.

Οχι πως ξέραμε τι σημαίνει Αμερική κι εμείς. Κάποιου φίλου ο παππούς είχε πάει στο Σικάγο το '18 και έστελνε χρήματα στην οικογένειά του σ' έναν φάκελο, χωρίς όμως γράμμα μέσα -δεν ήξερε την αλφαβήτα έλεγε-και ό,τι βλέπαμε στους σινεμάδες. Δηλαδή άμα πήγαινες στην Αμερική ή έβγαζες πολλά λεφτά ή σε ήξερε η υφήλιος λέγαμε. Και δεν τον είχαμε τον Παναγιώτη για τέτοιον άνθρωπο, με τέτοια μοίρα, πώς να στο πω. Μα πάνω απ' όλα, καθώς περνούσαν τα χρόνια και εκείνος δεν κούναγε από το Κουκάκι -δούλευε ακόμα στο συνεργείο αυτοκινήτων- και δεν βλέπαμε και τίποτα το ανατρεπτικό στη συμπεριφορά του ή το θαρραλέο έστω, τόσο το παίρναμε απόφαση κι εμείς ότι η Αμερική ήταν το άλλοθί του γι' αυτό που δεν είχε, την τόλμη να πετύχει σε κάτι.

Από την παρέα του Δημοτικού κάποιοι πρόκοψαν. Πρόκοψαν όταν λέω μη φανταστείς σπουδαία πράγματα. Ο Λάκης άνοιξε ένα ταβερνείο που άνοιγε μετά τα μεσάνυχτα, εγώ σπούδασα οδοντίατρος -αυτό το ξέρεις άλλωστε-, ο Τζίμης έγινε μετρ σε μπουζουξίδικα της κακιάς ώρας και ο πιο σπουδαίος, ο Νώντας, μπήκε στη Νομική. Ανήμερα του Αγίου Αθανασίου -θυμάμαι τη μέρα σαν τώρα, γιατί γιόρταζα, μη με ρωτήσεις χρονολογία, πάντως τέλη του '60 -μαθαίνουμε ότι ο Παναγιώτης άνοιξε δικό του συνεργείο αυτοκινήτων στην Κοκκινιά. Χαρήκαμε όλοι πάρα πολύ, μας έβγαλε έξω να το γιορτάσουμε, τότε είχαμε μεγαλώσει και λιγάκι, τα αγόρια συνοδεύονταν από τα κορίτσια τους, εγώ ήμουν μόνη, ήμουν, βλέπεις πολύ συνεσταλμένη και η οικογένειά μου είχε αυστηρές αρχές. Καλά έκαναν, όχι σαν τη σήμερον ημέρα που χάνουν τα κορίτσια τον μπούσουλα από τα δεκαπέντε. Τέλος πάντων, τι λέγαμε; Ναι, και ρωτάει ο Νώντας, για να του τη σπάσει, τον Παναγιώτη «Και τώρα; Πάει η Αμερική;» και γυρίζει ο Παναγιώτης με ένα ύφος τόσο ήρεμο και φυσικό, που το ζήλεψα για τη βαθιά ετοιμότητά του, και του λέει «Εχει ο Θεός!». Τότε, στον σταυρό που σου κάνω, είπα μέσα μου ότι ο Παναγιώτης θα πετύχει, γιατί έχει θετικισμό, εκείνη την εποχή όλοι μυξόκλαιγαν και γκρίνιαζαν, ενώ εκείνος τα αντιμετώπιζε όλα στωικά, σαν να ήταν σε κούρσα μετ' εμποδίων.

Τον ξέχασα για λίγο καιρό. Χάθηκα και απ' την παρέα, μόνον ο Νώντας μου τηλεφωνούσε πού και πού - με γουστάριζε λιγάκι κι εγώ το ίδιο, δεν μπορώ να πω, αλλά ήμουν συγκεντρωμένη στις σπουδές μου και χώρο στις σκέψεις μου για άντρες δεν έκανα.

Και μια μέρα σκάει η βόμβα. Ο Παναγιώτης, λέει, έφυγε για τη Νέα Υόρκη. Μη χαίρεσαι. Φέσωσε κανονικά μια μάντρα αυτοκινήτων που του είχε δώσει προκαταβολή ενάμισι εκατομμύριο δραχμές, τα ξόδεψε σ' έναν μήνα στα μπουζούκια και πήρε το αεροπλάνο να βρει την κουμπάρα του στην Αμερική, για να γλιτώσει τη φυλακή. Ακούς; Μέχρι εκεί έφτασε το χουβαρνταλίκι του. Αλλά μια φορά τα κατάφερε τουλάχιστον και πήγε στη Νέα Υόρκη, κυνηγημένος ή με το κεφάλι ψηλά, αυτό δεν το εξετάζω.

Από 'δώ και πέρα την ιστορία του θα στη διηγηθώ όπως μου την αφηγήθηκε ο άντρας μου ο Νώντας. Ναι, μη με κοιτάς έτσι, ύστερα από δύο χρόνια παντρευτήκαμε, αφού είχα πάρει το πτυχίο μου δηλαδή και συμφώνησαν και οι γονείς μου. Κατ' αρχάς, ο Παναγιώτης στη Νέα Υόρκη έγινε Πητ. Ο Πητ λοιπόν, αφού για μια βδομάδα νόμισε ότι ζει στη χώρα των θαυμάτων -του έκαναν εντύπωση οι ουρανοξύστες, τα freeways με τα χιλιάδες αυτοκίνητα, τα φτηνά steakια και η ευγένεια των Αμερικάνων, που σε χαιρετούσαν παντού χωρίς να σε ξέρουν-, αποφάσισε ότι έπρεπε να μάθει λίγα αγγλικά για να βρει μια δουλειά, να βγάζει τα προς το ζην.

Εμενε στην ξαδέλφη του -ξεχνάω το όνομά της-, η οποία δούλευε σ' ένα ελληνικό εστιατόριο στην Αστόρια. Αλλά ούτε εκεί είχε ελπίδα να δουλέψει ο Πητ, αφού δεν καταλάβαινε γρυ αγγλικά. Να μη στα πολυλογώ, με το πες πες πες με την ξαδέλφη του κατάφερε να μάθει τα βασικά και έτσι έπιασε δουλειά ως σερβιτόρος σ' ένα ελληνικό μαγαζί. Και ήταν καλός. Καλός και γρήγορος. Και όχι μόνον αυτό, αλλά επειδή ήταν κι ευγενικός, έβγαζε και tip πολλά και έδινε και λίγα στην ξαδέλφη από τα χρωστούμενα της φιλοξενίας.

Οπως κάθε φορά κάθε χρόνο -μην κοιτάς τώρα που ο καιρός τρελάθηκε και ποιος ξέρει τι θα γίνουμε- ήρθε και ο χειμώνας στη Νέα Υόρκη. Ενας χειμώνας βαρύς κι ασήκωτος, βροχερός και καταθλιπτικός για τον Πητ, τον άνθρωπο έξω καρδιά. Και μια μέρα το αποφάσισε και είπε στην ξαδέλφη «ξαδέλφη, φεύγω και πάω στο Λος Αντζελες και that's it». Και δεν σήκωνε κουβέντα. Και μόλις πάτησε το πόδι του στο L.Α., σταυροκοπήθηκε, είπε το «πάτερ ημών» και το πήρε απόφαση πως εδώ θα έμενε no matter what και εδώ θα άφηνε τα κόκαλά του. Κι αν μια φορά πίστεψε στη μοίρα ο Πητ, ήταν τότε στο αεροδρόμιο του L.Α. Τον πλησίασε ένας Μεξικανός να του ζητήσει τσιγάρο και με την κουβέντα τού είπε ο Πητ ότι μόλις έφτασε και ψάχνει για δουλειά.

Εκανε πολύ καιρό να καταλάβει ο Πητ ότι οι Μεξικανοί ήταν λίγο καλύτεροι από τους μαύρους και αρκετά χειρότεροι από τους Ελληνες στην Αμερική εκείνο τον καιρό. Για εκείνον αυτός ο Μεξικανός, αυτή τη συγκεκριμένη ώρα, ήταν αυτό που του είχε στείλει ο Θεός. Ναι, ναι, μη με κοιτάς, έτσι έπιασε δουλειά μαζί του σ' ένα fast food -στην κουζίνα- και έχασε ο άντρας μου τα ίχνη του για είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια.

Τι λέγαμε; Λοιπόν, ο Νώντας βρήκε τον Πητ ξανά, πού νομίζεις; Στο L.Α.! Είχε πάει για ένα συνέδριο και το βράδυ ένας φίλος του τον πήγε στο εστιατόριο του Πητ. Είχε ανοίξει δικό του εστιατόριο με μεξικανική κουζίνα - είχε μάλιστα άλλα δέκα, ένα εκ των οποίων στην Αργεντινή, δίπλα στο λιμάνι, που του το γέμιζαν πόρνες με κονσομασιόν, πολλά λεφτά. Είχε γίνει σπουδαίος και τρανός. Ο Πητ με το όνομα. Είναι, λοιπόν, αλήθεια ότι η Αμερική είναι the land of opportunity. Αρκεί να δουλεύεις, και ο Πητ τη δουλειά δεν τη φοβόταν. Φοβόταν όμως τις γυναίκες. Τόσα χρόνια δεν είχε κάνει μια σοβαρή σχέση, γύριζε από αγκαλιά σε αγκαλιά, από τις διακόσιες δώδεκα χώρες στον κόσμο είχε επισκεφτεί τις εκατόν πενήντα, είχε πάει με άλλες τόσες γυναίκες, αλλά φοβόταν τη δέσμευση. Και βέβαια είχε παραμείνει γαλαντόμος. Δώσ' του μπουζούκια με τον Νώντα, δώσ' του κεράσματα, δώσ' του λιμουζίνες στο Las Vegas, δώσ' του ακριβά ξενοδοχεία και gambling όλα κερασμένα. «Βρε παλιόφιλε, δεν άλλαξες καθόλου», του είπε ο Νώντας και ο Πητ απάντησε «Δεν βαριέσαι, έχει ο Θεός».

Αλλά ο Θεός δεν έχει για πάντα, πρέπει να έχεις κι εσύ. Τα μαντάτα του Πητ μάς ήρθαν με τον Μεξικανό - Χουάν τον έλεγαν, αυτόν από το αεροδρόμιο. Είχε γνωρίσει τον άντρα μου τότε με το συνέδριο και του τηλεφώνησε για τα δυσάρεστα. Ο Πητ είχε πάθει εγκεφαλικό και οι γιατροί για να του βάλουν ένα ειδικό γιαπωνέζικο κομπιουτεράκι τού ζήτησαν όλη την περιουσία του. Ενα σπίτι στο Beverly Hills. Σταδιακά έκλεισε ένα ένα και τα δέκα μαγαζιά του, αφού δεν μπορούσε πλέον να τα παρακολουθεί και οι μετρ τον έκλεβαν και ρήμαξε ό,τι του απέμεινε σ' έναν χρόνο. Το διανοείσαι;

Μας πήρε τηλέφωνο ο Χουάν να το πει στον Νώντα. Και όταν ο Νώντας τον ρώτησε πού είναι, του είπε «homeless». Και τρέχα-γύρευε τώρα πού μπορούμε να βρούμε τον Πητ να τριγυρνάει με όλα του τα υπάρχοντα σ' ένα καροτσάκι σουπερμάρκετ στο L.Α.

Καλή η Αμερική, δεν λέω, αλλά καλύτερος ο χαρακτήρας του ανθρώπου, γιατί ο Θεός έχει, αλλά πρέπει να έχεις κι εσύ για το αύριο. Και το αύριο δεν αστειεύεται. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ενας τύπος ελευθεριότητας
Δεσποινίδες ετών 100
Αλήθειες να τις πιεις στο ποτήρι...
Ξεκλειδώνοντας πόρτες ερμητικά κλειστές
Τα χαρούμενα αγόρια και κορίτσια της Ατζαβάρα
Ατίθασες λέξεις από στάχτες
Αράχνες και πεταλούδες μάχονται
Αφανής αναγνώστης
«Μα, θα αλλάξεις τη διατύπωση του συγγραφέα;»
Λογοτεχνία
Ορθός Λόγος και μεταμοντέρνα πρόταση
Βιβλιοθήκη μυστηρίου
Επικίνδυνα παιχνίδια...
Από τις 4:00 στις 6:00
Σειρήνες, πάντα ελκυστικές στη μουσική
Εξαιρετικός συνθέτης και ερμηνευτής
Διήγημα
Ο Αμερικάνος
Άλλες ειδήσεις
Μεταμφιεσμένες πολιτείες
Η αυθεντία της ζωής σας είστε Εσείς
Η Κική Δημουλά στον Πειραιά
Συνταγές επιβίωσης σε δύσκολους καιρούς
Περί σιωπής, συμφωνίας τιμής και κριτικών εξομολογήσεων
Η σινική μελάνι για σχολή εκλεκτικής ιθαγένειας
Κάλλιστη αλλοίωση