Έντυπη Έκδοση

Ετσι θα άκουγε τις σονάτες του ο Μπετόβεν

Ηχοι ζωντανοί

Αποκλειστικά σονάτες για βιολί του Μπετόβεν περιέλαβε στο θαυμάσιο ρεσιτάλ που έδωσε στο Μέγαρο Μουσικής η Βικτόρια Μούλοβα συνοδευόμενη από τον πιανίστα Κρίστιαν Μπεζούιντενχουτ (15/3/2011).

Η Ρωσίδα βιολίστρια και ο συνοδός της πρόσφεραν ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες, αυτή μεν παίζοντας με δοξάρι κλασικής εποχής σε εντέρινες χορδές και με ανάλογη τεχνική, αυτός δε συνοδεύοντάς την σε φορτεπιάνο.

Οπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, στην κατάμεστη αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» ο συνδυασμός δυναμικής, που παρήγαν τα δύο όργανα, έκλινε φανερά υπέρ του βιολιού παράγοντας ένα ακρόαμα όπου η συνεισφορά του φορτεπιάνο γινόταν ενίοτε βασανιστικά δυσδιάκριτη· ωστόσο άπαξ και το αυτί συνήθιζε -και βεβαίως με δεδομένο ότι τα έργα ήταν γνωστά- το πρόβλημα αμβλυνόταν. Σε κάθε περίπτωση, τον κυρίαρχο τόνο έδωσαν η υψηλότατη ποιότητα και η σαφήνεια στίγματος της ερμηνείας των δύο εξαίρετων μουσικών. Ακούστηκαν οι «Σονάτες» αρ. 4, αρ. 3 και αρ. 9 «Κρόιτσερ».

Η Μούλοβα αξιοποίησε τον οξύ, διαπεραστικό, ορθοτονικά ασφαλή ήχο και την άρτια τεχνική της στη διάπλαση ερμηνειών, στις οποίες δέσποζαν η εξαντλητική ανάλυση και η σαφήνεια στην ανάδειξη του αρμονικά και δομικά ισόρροπου συντακτικού της μουσικής του Μπετόβεν. Απολύτως κλασικές, με τη στενά στιλιστική έννοια της λέξης, οι αναγνώσεις της διέθεταν νηφάλια αυστηρότητα, εύπλαστο παλμό, συναρπαστικές εναλλαγές και μεγάλο εκφραστικό εύρος. Από το παίξιμό της δεν έλειψαν επίσης οι στιγμές λυρικής κατάνυξης, ούτε όμως και η αριστοτεχνική απόδοση των απαιτητικών σελίδων υψηλής δεξιοτεχνίας: στα καταληκτικά μέρη κάθε σονάτας απολαύσαμε παίξιμο γρήγορο, σφιχτό, με πεντακάθαρη, αιχμηρή φραστική, συγκρατημένα φορτισμένο με τους τόσο χαρακτηριστικούς στον Μπετόβεν τόνους παιγνιώδους διάθεσης.

Οι Ergon Ensemble επί το... έργον

Ισάξιος συνοδός, όσο κι αν είχε εναντίον του τη φυσική αδυναμία του πιανοφόρτε να προβληθεί επαρκώς, ο Κρίστιαν Μπεζούιντενχουτ συνεισέφερε αποφασιστικά στη στιλιστική ταυτότητα του ακροάματος με ήχο στεγνό, καθαρά αρθρωμένο, και παίξιμο μαθηματικής λογικής όσο και κομψό· αμφότερα ταυτίζονταν ανελλιπώς με την κλασική αισθητική των έργων.

Πρωτογνωρίσαμε τους Ελληνες Ergon Ensemble στο θερινό Φεστιβάλ Παξών του 2009, όπου συμμετείχαν στη Διεθνή Ακαδημία του γερμανικού Ensemble Modern. Καθώς από πέρυσι επιδιώκουν τακτική παρουσία στα μουσικά πράγματα της Αθήνας, έκτοτε έχουμε παρακολουθήσει αρκετές συναυλίες τους αποκομίζοντας σταθερά καλές εντυπώσεις. Την πρόσφατη εμφάνισή τους στο Ιδρυμα «Μ. Κακογιάννης» (22/2/2011), διαδέχθησε συναυλία στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής (3/3/2011).

Η βραδιά ξεκίνησε με το «Αργό μέρος» (1905) και τα «Πέντε μέρη» (1909) για κουαρτέτο εγχόρδων του Βέμπερν. Το πρώτο, που διατηρεί ακόμη ευανάγνωστες καταβολές στον ώριμο ρομαντισμό, δόθηκε με γλυκύ ήχο, νηφάλιο παλμό, μαλακιά, βραδύρρευστη φραστική και συγκινησιακά συγκρατημένες εξάρσεις. Στο δεύτερο, που συνιστά εμβληματική έκφραση της συνειδητής αποκοπής του συνθέτη από την παράδοση, κυριάρχησαν ο έμπειρος χειρισμός της σύντομης μορφής, γωνιώδης φραστική με σκιρτηματικές αρθρώσεις, νευρώδης ειρμός με καθαρές, ακαριαίες στίξεις. Η αναφορά στους πατριάρχες του βιεννέζικου μουσικού μοντερνισμού έκλεισε με μια στρωτή, ακριβή, συνεκτική ερμηνεία του «Αντάτζιο για βιολί, κλαρινέτο και πιάνο» του Μπεργκ, αυθεντική μεταγραφή του αντίστοιχου μέρους από το «Κοντσέρτο δωματίου» (1925/35).

Ακολούθησε η πενταμερής σύνθεση «Vues aeriennes» («Απόψεις από ψηλά», 1988) για κόρνο, βιολί, τσέλο και πιάνο του Γάλλου Τριστάν Μιραΐγ. Η τυπικά αφαιρετική γραφή που εστιάζει στο αποσπασματικό, στο αλά Λίγκετι παιχνίδι ανάμεσα στις αιθέριες ηχητικές χροιές και στις αλά Ξενάκη αντιπαραθέσεις ηχητικών σχηματισμών, αποδόθηκε με ακρίβεια και άκρα ευαισθησία, ιδιαίτερα από τον κορνίστα Μάριο Βεντούρα.

Η συναυλία ολοκληρώθηκε με το εκτενές «Σεξτέτο για κλαρινέτο, κόρνο, τρίο εγχόρδων και πιάνο» (2000) του Πεντερέτσκι. Παρ' ότι προερχόμενο από την πένα ενός βετεράνου του μεταπολεμικού μοντερνισμού, το διμερές κομμάτι αναπαράγει στα χαρακτηριστικότερο σημεία του τον Σοστακόβιτς των δύσκολων σταλινικών χρόνων: το θρηνώδες, ανήσυχο εβραϊκό στοιχείο -παρωδία «κλέτζμερ» και ταυτόχρονα κραυγή απελπισίας- παρέπεμπε άμεσα στο «Τρίο αρ. 2», στο «Κουαρτέτο αρ. 8» του, αλλά και στο «Κουιντέτο» του σοβιετικού συνθέτη.

Η ερμηνεία του υπήρξε πραγματικά συναρπαστική, τελειοθηρικά προετοιμασμένη, δοσμένη με νεύρο, ρυθμικό παλμό και προπάντων με επίκεντρο τα αψεγάδιαστης ακρίβειας και ταυτόχρονα παραληρηματικής έντασης σόλι του κλαρινετίστα Σπύρου Τζέκου.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική μουσικής
Σχετικά θέματα: Μουσική
Μπάρμπαρα Χέντριξ και Κρίστιαν Λίντμπεργκ την Πέμπτη στον «Παρνασσό»
Θησαυροί από την Κάλυμνο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
8η Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης
Ιδεών εξέγερση
Μουσείο Μπενάκη
Αλλα λόγια Γερουλάνου
Μουσική
Μπάρμπαρα Χέντριξ και Κρίστιαν Λίντμπεργκ την Πέμπτη στον «Παρνασσό»
Θησαυροί από την Κάλυμνο
Ετσι θα άκουγε τις σονάτες του ο Μπετόβεν
Θέατρο
Ξεκλειδώνοντας τα μυστικά του Σέξπιρ
Κινηματογράφος
Κινέζικο κουτί για ντοκιμαντέρ
Διαγωνισμός Ιδεών «Αθήνα Χ4»
Αθήνας και παραδείσου γωνία
Τηλεόραση
Μετωπική Ν.Δ.-ΕΡΤ
ΝΕΤάρουν στη μετανάστευση
Alter: τέλος οι απ' ευθείας μεταδόσεις